Πού αναζητά η McLaren το τελευταίο βήμα που χρειάζεται για να απειλήσει ευθέως τη Mercedes

Η απάντηση στο ερώτημα αν η McLaren με τον Όσκαρ Πιάστρι είχε την ταχύτητα να κερδίσει τη Mercedes στην Ιαπωνία, αν δεν ατυχούσε με το χρονισμό του οχήματος ασφαλείας, είναι οριακή – και αυτό είναι ένα σπουδαίο νέο για την ομάδα του Ουόκινγκ. Όμως, υπάρχει ένα σημαντικό βήμα που πρέπει να κάνει για να διεκδικεί σταθερά τις φετινές νίκες στη φετινή Formula 1.
Η εκκίνηση της σεζόν 2026 ήταν δύσκολη για τη McLaren, καθώς κανένα από τα δύο μονοθέσια δεν κατάφερε να εκκινήσει στο GP Κίνας λόγω ηλεκτρικών προβλημάτων – όμως όσα συνέβησαν στη Σουζούκα έδωσαν σαφείς λόγους αισιοδοξίας στην ομάδα του Ουόκινγκ.
Ο Πιάστρι -που αγωνίστηκε στη Σουζούκα για πρώτη φορά σε GP φέτος, έχοντας επίσης εγκαταλείψει πριν καν σβήσουν τα φώτα της εκκίνησης στην Αυστραλία- έκανε εντυπωσιακή εκκίνηση από την τρίτη θέση και πέρασε στην πρωτοπορία, καταφέρνοντας να κρατήσει πίσω του τον Τζορτζ Ράσελ αρχικά.
Ωστόσο, στάθηκε άτυχος χάνοντας τη θέση από τον Κίμι Αντονέλι κατά την περίοδο του Οχήματος Ασφαλείας, του οποίου ο χρονισμός επέτρεψε στον Ιταλό να κερδίσει χρόνο με ένα ‘δωρεάν’ πιτ-στοπ. Παρόλα αυτά, ο Πιάστρι διατήρησε τη δεύτερη θέση, χαρίζοντας στη McLaren το πρώτο της βάθρο για τη φετινή χρονιά.
Με τον πράο τρόπο του, τερματίζοντας τον αγώνα ο Πιάστρι είπε στον μηχανικό του Τομ Στάλαρντ από τη ραδιοεπικοινωνία πως “τελικά άμα καταφέρνουμε να βάζουμε μπροστά αυτά τα πράγματα, είμαστε αρκετά καλοί”. Και όντως, η McLaren MCL40 ήταν αρκετά, και απρόσμενα, καλή στη Σουζούκα.
Πρώτα από όλα με την πιο ανταγωνιστική φετινή της εμφάνιση στον έναν γύρο των δοκιμών κατάταξης. Ο Πιάστρι έφτασε τη Mercedes του Ράσελ στο μισό δέκατο, και παρότι ο Βρετανός δεν ήταν όλο το διήμερο ευχαριστημένος με τις ρυθμίσεις της W17, η McLaren έδειξε ικανή να εκμεταλλευτεί τέτοιου είδους “στραβοπατήματα” της Mercedes.
Δεύτερον, η McLaren έδειξε ότι μπορεί να κάνει εκρηκτικές εκκινήσεις, αντίστοιχες της Ferrari, όταν ο Πιάστρι έστριψε πρώτος μετά την εκκίνηση του ιαπωνικού αγώνα (αλλά και με την εκκίνηση του Νόρις πιο πίσω). Αυτό είναι κρίσιμο φέτος, καθώς εξακολουθεί να παίζει ρόλο η πρωτοπορία στον καθαρό αέρα, σχετικά με τη διαχείριση των ελαστικών.
Μια τρίτη παράμετρος είναι ότι ο Πιάστρι ανταγωνίστηκε επί ίσοις όροις την Κυριακή τη Mercedes του Ράσελ, τον κέρδισε στην κατά μέτωπον μάχη τους και είχε την ικανότητα να μείνει μπροστά από τον Βρετανό. Τότε ήταν που ο Πιάστρι ανέφερε στον μηχανικό του πως αν προλάβαιναν το πιθανό undercut του Ράσελ “θα μπορούσαμε να το κερδίσουμε αυτό σήμερα”.
Ατυχώς για τη McLaren ο χρονισμός του Οχήματος Ασφαλείας (λόγω του ατυχήματος του Όλιβερ Μπέρμαν στον 22ο γύρο) ήρθε μετά το πιτ-στοπ των Πιάστρι, Νόρις, όπως και του Ράσελ, αλλά όχι πριν την αλλαγή ελαστικών και του Αντονέλι. Ο Ιταλός φυσικά το εκμεταλλεύτηκε και κέρδισε μια νίκη που και ο ίδιος χαρακτήρισε αρκετά “τυχερή”.
Είχε η McLaren MCL40 την ταχύτητα να συνεχίσει να αμύνεται από τις Mercedes και να κερδίσει στην Ιαπωνία, αν δεν ήταν τόσο άτυχη με το Όχημα Ασφαλείας; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει με βεβαιότητα.
Αναλύοντας τους χρόνους, όταν ο Πιάστρι μπήκε στα πιτς για να καλυφθεί από πιθανό undercut του Ράσελ, ο Ράσελ βρέθηκε σε καθαρό αέρα και αύξησε τον ρυθμό του κατά περίπου 0,25 δευτερόλεπτα ανά γύρο σε σχέση με όταν βρισκόταν πίσω από τη McLaren του Αυστραλού. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό, καθώς ο Αντονέλι -επίσης σε καθαρό αέρα αφού είχε περάσει τους Σαρλ Λεκλέρ και Λάντο Νόρις- σημείωνε σαφώς ταχύτερους χρόνους: ο Ιταλός ήταν κατά μέσο όρο 0,61 δευτερόλεπτα ταχύτερος ανά γύρο.
Ακόμη και στο δεύτερο stint, ο Ράσελ δεν κατάφερε να κινηθεί ταχύτερα. Σύμφωνα με τον διευθυντή της ομάδας, Τότο Βολφ, η αιτία ήταν οι κακές ρυθμίσεις που τον επηρέασαν ήδη από τις κατατακτήριες.
Ήταν εφικτή η νίκη για τον Αντονέλι με overcut; Ο Ιταλός έχασε πολλές θέσεις με την κακή του εκκίνηση στη Σουζούκα, όμως όταν βρέθηκε σε καθαρό αέρα πριν το πιτ-στοπ του ο πραγματικός του ρυθμός ήταν εντυπωσιακός.
Χωρίς το Safety Car, η Mercedes πιθανότατα θα επέλεγε στρατηγική overcut, ασκώντας επιπλέον πίεση στον Πιάστρι. Οι χρόνοι του Αυστραλού μετά το πιτ-στοπ δείχνουν ότι με φρέσκα σκληρά (C1) ελαστικά ήταν πάνω από δύο δέκατα πιο αργός από τον Αντονέλι με τη φθαρμένη μέση γόμα (C2) που είχε από την εκκίνηση.
Πριν το Όχημα Ασφαλείας, ο Αντονέλι είχε διαφορά περίπου 18 δευτερολέπτων από τη McLaren, ενώ ένα πιτ-στοπ στη Σουζούκα κοστίζει περίπου 21,5 δευτερόλεπτα. Αν και είναι δύσκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια η εξέλιξη, ένα επιθετικό overcut -ενδεχομένως με χρήση μαλακής γόμας στο τέλος- θα φάνταζε πολύ πιθανό. Και αποτελεσματικό.
Εξάλλου, η υπεροχή της Mercedes έγινε ακόμη πιο εμφανής στο δεύτερο stint. Σε καθαρό αέρα, ο Αντονέλι (με αρκετά καλές ρυθμίσεις, ο Ιταλός) ήταν κατά μέσο όρο περίπου μισό δευτερόλεπτο ταχύτερος ανά γύρο από τον ανταγωνισμό με παρόμοια φθορά ελαστικών. Αν προστεθεί και το πλεονέκτημα από μια στρατηγική overcut, το συνολικό θεωρητικό όφελος θα μπορούσε να ξεπεράσει τα εννέα δέκατα ανά γύρο.
Δεδομένου ότι ο Αντονέλι ήταν ήδη ταχύτερος με παλαιότερα ελαστικά από τον Πιάστρι με φρέσκα, είναι πολύ πιθανό ότι θα επέστρεφε στην πίστα ακριβώς πίσω από τη McLaren μετά από ένα καθυστερημένο πιτ-στοπ. Και θα είχε πολύ μεγάλη διαφορά πρόσφυσης με φρέσκια μαλακή γόμα. Συνεπώς, η νίκη του Αντονέλι φαντάζει ιδιαίτερα πιθανή ακόμη και χωρίς το Όχημα Ασφαλείας.
Παρόλα αυτά, στο -πιο αντιπροσωπευτικό- δεύτερο stint σε καθαρό αέρα, η McLaren πλησίασαν όσο ποτέ άλλοτε τη Mercedes – περίπου στο μισό δευτερόλεπτο κατά μέσο όρο, στο γύρο. Λιγότερο από το μισό που υστερούσε η McLaren στην Αυστραλία.
“Βρεθήκαμε σε θέση να εκκινήσουμε τον αγώνα με δύο μονοθέσια, κάτι που συνέβη για πρώτη φορά φέτος, και καταφέραμε επίσης να τον ολοκληρώσουμε”, δήλωσε ο διευθυντής της ομάδας, Αντρέα Στέλλα, σχολιάζοντας το GP στη Σουζούκα.
“Νομίζω ότι επιβεβαιώσαμε στον αγώνα την πρόοδο που είδαμε στις κατατακτήριες, πρόοδο που επέτρεψε στον Όσκαρ να ηγηθεί του αγώνα μετά από μια πολύ καλή εκκίνηση. Μας εξέπληξε ακόμη και εμάς, ιδιαίτερα στο τέλος του πρώτου stint, όπου όχι μόνο κρατούσαμε πίσω τον Ράσελ, αλλά αυξάναμε και τη διαφορά.
Έτσι, σκεφτήκαμε ότι έπρεπε να μπούμε πρώτοι για πιτ-στοπ, ώστε να διατηρήσουμε την πρωτοπορία, γιατί θέλαμε να διεκδικήσουμε τη νίκη, εξήγησε ο Ιταλός σχετικά με την ατυχία του χρονισμού του οχήματος ασφαλείας.
Δεν θα μάθουμε ποτέ αν, χωρίς το Safety Car, θα ήταν δυνατό να κερδίσουμε ή όχι”, συνέχισε ο Ιταλός. “Πιστεύω ότι θα ήταν εφικτό απέναντι στον Ράσελ, γιατί είδαμε ότι δυσκολευόταν έτσι κι αλλιώς να προσπεράσει ακόμη και τη Ferrari. Νομίζω ότι σήμερα η McLaren και η Ferrari είχαν παρόμοιο ρυθμό.
Ο Αντονέλι, όμως, είχε ταχύτερο ρυθμό από οποιονδήποτε άλλο. Οπότε, κάποια στιγμή θα έμπαινε στη μάχη για τη νίκη. Δεν θα μάθουμε αν ο Όσκαρ μπορούσε να κερδίσει τον αγώνα ή όχι. Στο τέλος, αυτό δεν κάνει μεγάλη διαφορά. Πρέπει να κρατήσουμε τα θετικά, όπως είπα από την αρχή”.
Το γεγονός ότι το ενδεχόμενο της νίκης φάνταζε ρεαλιστικό στην Ιαπωνία είναι μία τεράστια τόνωση της αυτοπεποίθησης της πρωταθλήτριας. Διότι μόλις κατάφερε να καταλάβει λίγο τη μέγιστη αξιοποίηση της μονάδας ισχύος της Mercedes HPP (και απαλλάχθηκε από τα προβλήματα αξιοπιστίας), φάνηκε ότι η MCL40 είναι ένα εκ γεννετής ανταγωνιστικό μονοθέσιο. Με τον ίδιο κινητήρα που έχει και η ομάδα που θεωρείται η κορυφαία στο ξεκίνημα του 2026.
Το ερώτημα, λοιπόν, αν η McLaren θα απειλήσει φέτος τη Mercedes για τις νίκες και τους τίτλους, μπορεί να το απαντήσει μόνο ο χρόνος, με βάση την εξέλιξη της αεροδυναμικής και του σασί της MCL40 για να φτάσει στο εξαιρετικό επίπεδο της Mercedes W17. Διότι αναφέρεται μόνο η μονάδα ισχύος, αλλά είναι σπουδαία και η αεροδυναμική απόδοση του μονοθεσίου του Μπράκλεϊ.
Η McLaren, όμως, έχει αποδείξει ότι είναι σπουδαία σε αυτή την εξελικτική διαδικασία. Αν μη τι άλλο, το απέδειξε με το ριζικό ανασχεδιασμό του μονοθεσίου της στο Μαϊάμι το 2024, που έκτοτε την ανέβασε στην κορυφή της F1. Και ο συσχετισμός των αεροδυναμικών της δεδομένων από την αεροσήραγγα και το CFD με την πίστα είναι ίσως ο κορυφαίος.
Σε αυτό το θέμα, ο Στέλλα είναι πεποισμένος ότι και η Mercedes και η Ferrari είναι καλύτερες αεροδυναμικά από τη McLaren MCL40, βάσει των δεδομένων από τις ταχύτητες των μονοθεσίων στις στροφές.
“[Στην Ιαπωνία] ήμασταν ισάξιοι με τη Ferrari”, πρόσθεσε ο Στέλλα. “Φαίνεται ότι η Ferrari εξακολουθεί να διατηρεί ένα πλεονέκτημα στις στροφές. Σίγουρα, το μονοθέσιό τους μπορεί να δημιουργεί περισσότερη πρόσφυση από το δικό μας. Νομίζω ότι εμείς επωφελούμαστε από μια μονάδα ισχύος που συνολικά είναι πιο ανταγωνιστική”.
Παράλληλα, ο Ιταλός πιστεύει ότι υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας που αναβάθμισε την απόδοση της McLaren στη Σουζούκα, όπου η πίστα είχε σε μεγάλο βαθμό στρωθεί με νέα άσφαλτο για αυτόν τον αγώνα και προσέφερε εξαιρετική πρόσφυση στην επιφάνειά της.
“Στους προηγούμενους αγώνες έχουμε δει ότι όταν εμφανίζεται φθορά στο εμπρός ελαστικό, φαίνεται ότι είμαστε λίγο πιο ευάλωτοι σε αυτό το φαινόμενο σε σχέση με τη Ferrari και τη Mercedes.
Υπάρχει ένας συνδυασμός παραγόντων που μας επέτρεψε να μείνουμε μέσα στον αγώνα [στην Ιαπωνία]. Εδώ, η πρόσφυση από την άσφαλτο είναι πολύ υψηλή. Νομίζω ότι βοηθάει αν δεν έχεις κορυφαία απόδοση από το σασί. Όπως είπα πριν, πιστεύω ότι η Ferrari και η Mercedes έχουν καλύτερη απόδοση”.
Κατά συνέπεια, η προσοχή στρέφεται ήδη στη Μαϊάμι, όπου η ομάδα του Ουόκινγκ αναμένεται να παρουσιάσει ένα σημαντικό πακέτο αεροδυναμικών αναβαθμίσεων της MCL40. Μπορεί αυτή τη φορά το βήμα να είναι εξίσου μεγάλο;
“Συνολικά τα νέα [από τη Σουζούκα] είναι καλά, αλλά αυτό δεν αλλάζει τον στόχο μας. Πρέπει να βελτιώσουμε την απόδοση του σασί μας”, κατέληξε ο Αντρέα Στέλλα.
Ο Όσκαρ Πιάστρι, τέλος, συμπλήρωσε: “Ξεκάθαρα η αρχή της σεζόν δεν ήταν εύκολη για εμάς με ζητήματα αξιοπιστίας, οπότε έχουμε δρόμο μπροστά μας. Όμως δείξαμε ότι αν βάλουμε όλα όσα μπορούμε σε τέλεια ισορροπία, τότε μπορούμε να προκαλέσουμε προβλήματα στους αντιπάλους.
Ξέρουμε από πέρσι ότι ακόμα και αν έχεις το καλύτερο μονοθέσιο, πρέπει να το χειριστείς σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο. Από την πλευρά μας, κάναμε πολύ καλή δουλειά. Είναι ενδιαφέρον να βλέπεις ότι όταν κάποιος άλλος έχει το ταχύτερο μονοθέσιο, δεν είναι τόσο απλό, και το γεγονός ότι μπόρεσα να κρατήσω τον Τζορτζ [Ράσελ] πίσω τόσο πολύ ήταν πραγματικά ενθαρρυντικό.
Δεν έχουμε αυταπάτες. Τα κάναμε όλα σωστά αυτό το Σαββατοκύριακο και παρόλα αυτά μας κέρδισαν κατά 15 δευτερόλεπτα, οπότε έχουμε αρκετή διαφορά να καλύψουμε. Είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε, αλλά ναι, έχουμε ακόμα δουλειά μπροστά μας”, κατέληξε ο Αυστραλός.