Ποιες είναι οι νέες αλλαγές στους κινητήρες της Formula 1 για το 2027 και το 2028

Οι κατά το ήμισυ ηλεκτρικές μονάδες ισχύος των φετινών μονοθεσίων της Formula 1, οι οποίες έχουν βρεθεί στο στόχαστρο έντονης κριτικής για την επίδρασή τους στον τρόπο οδήγησης, θα αλλάξουν σε δύο στάδια τις προσεχείς δύο σεζόν – ώστε να δοθεί ακόμη περισσότερη έμφαση στον θερμικό κινητήρα V6 Turbo.
Οι παρεμβάσεις έρχονται ως απάντηση στην έντονη κριτική που έχουν διατυπώσει αρκετοί οδηγοί, ανάμεσά τους οι Λιούις Χάμιλτον και Μαξ Φερστάπεν, οι οποίοι έχουν χαρακτηρίσει το νέο σύστημα υπερβολικά περίπλοκο και μακριά από την παραδοσιακή φιλοσοφία της Formula 1.
Παρότι οι νέοι κανονισμοί έχουν προσφέρει περισσότερες μάχες και προσπεράσεις, έχουν επίσης δημιουργήσει προβλήματα ασφαλείας λόγω των μεγάλων διαφορών ταχύτητας μεταξύ των μονοθεσίων, αλλά και έντονη δυσαρέσκεια εξαιτίας της συνεχούς ανάγκης άντλησης ενέργειας (για τη φόρτιση της μπαταρίας) που απαιτείται σε πολλούς αγώνες και στις κατατακτήριες δοκιμές.
Έτσι λοιπόν, η FIA, η Formula One Management, οι ομάδες και οι κατασκευαστές κινητήρων συμφώνησαν τώρα σε μια σειρά αλλαγών που θα εφαρμοστούν για τις δύο επόμενες σεζόν – σε συνέχεια των πρώτων μέτρων που είχαν πρόσφατα ανακοινωθεί, για το 2027.
Στόχος των αλλαγών είναι να μειωθούν τα προβλήματα της υπερβολικής διαχείρισης της ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς όμως να ανατραπεί πλήρως η φιλοσοφία του νέου τεχνικού πλαισίου.
H FIA ανακοίνωσε ότι από το 2027 θα υπάρξει σταδιακή ενίσχυση της ισχύος του κινητήρα εσωτερικής καύσης (ICE), με τελικό στόχο την επίτευξη αναλογίας ισχύος 60% από τον θερμικό κινητήρα και 40% από το ηλεκτρικό σύστημα το 2028.
Συγκεκριμένα, από το 2027 η επιτρεπόμενη ροή καυσίμου θα αυξηθεί κατά 5%, γεγονός που θα ανεβάσει την ισχύ του κινητήρα εσωτερικής καύσης από τα 400kW στα 420kW, χωρίς να απαιτούνται σημαντικές αλλαγές στον υφιστάμενο εξοπλισμό.
Παράλληλα, η μέγιστη ισχύς του ηλεκτροκινητήρα MGU-K θα μειωθεί από τα 350kW στα 300kW. Ωστόσο, το Overtake Mode (η επιπλέον ισχύς που έχει ένας οδηγός που ακολουθεί σε απόσταση μικρότερη του 1,0 δευτερολέπτου το προπορευόμενο μονοθέσιο) θα διατηρηθεί στα 350kW, ώστε να παραμείνει αυτή η παράμετρος που συμβάλλει στις προσπεράσεις και το θέαμα.
Ταυτόχρονα, αυξάνεται σημαντικά η δυνατότητα ανάκτησης ενέργειας μέσω πέδησης: το ανώτατο όριο θα ανέβει από τα 250kW στα 375kW.
Με τις αλλαγές αυτές, η κατανομή ισχύος μεταβάλλεται από το σημερινό 53%-47% υπέρ του κινητήρα εσωτερικής καύσης σε 58%-42% από το 2027.
Η ακόμη μεγαλύτερη αλλαγή θα έρθει το 2028. Τότε η ροή καυσίμου θα αυξηθεί συνολικά κατά 13% σε σχέση με το αρχικό πλαίσιο του 2026, ανεβάζοντας την ισχύ του θερμικού κινητήρα στα 450kW.
Η FIA αποφάσισε να μεταθέσει αυτή την πιο δραστική παρέμβαση κατά ένα έτος ώστε οι κατασκευαστές κινητήρων να έχουν περισσότερο χρόνο για προετοιμασία και εξέλιξη των μονάδων ισχύος τους.
Από το 2028 το ανώτατο όριο ανάκτησης ενέργειας θα αυξηθεί περαιτέρω στα 400kW, ενώ τόσο η μέγιστη ισχύς του ηλεκτροκινητήρα όσο και το Overtake Mode θα παραμείνουν αμετάβλητα.
Παράλληλα, θα τροποποιηθεί και το όριο προϋπολογισμού που αφορά στους κατασκευαστές κινητήρων, ώστε να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στα διαθέσιμα κονδύλια εξέλιξης και να καλυφθεί το επιπλέον κόστος των αλλαγών.
Οι τροποποιήσεις θα τεθούν προς τελική επικύρωση στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Μηχανοκίνητου Αθλητισμού της FIA στις 23 Ιουνίου στο Μακάο.
Το πολιτικό παρασκήνιο για τη συμφωνία αυτών των αλλαγών μεταξύ των κατασκευαστών ήταν έντονο. Η Mercedes και η Red Bull Ford Powertrains υποστήριζαν πιο ριζικές αλλαγές ήδη από το 2027, ενώ η Audi και η Ferrari εξέφραζαν ανησυχίες για το κόστος και τα περιορισμένα χρονικά περιθώρια ανάπτυξης.
Το τελικό αποτέλεσμα αποτελεί έναν συμβιβασμό που επιτρέπει στη Formula 1 να διορθώσει σταδιακά τις αδυναμίες των κανονισμών του 2026, χωρίς να προχωρήσει σε πλήρη αναθεώρησή τους μόλις έναν χρόνο μετά την εισαγωγή τους.
Σε επίσημη ανακοίνωσή της, η FIA υπογράμμισε ότι οι κανονισμοί του 2026 δημιουργήθηκαν μέσα από στενή συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων και ότι οι νέες αλλαγές αποτελούν συνέχεια αυτής της κοινής προσπάθειας για τη βελτίωση του “προϊόντος” και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εμφανίστηκαν στην πράξη.