Πρώτος θρίαμβος της χρονιάς του Ράσελ στη Μελβούρνη, απέναντι στη μαχητική Ferrari

Ο Τζορτζ Ράσελ κέρδισε την πρεμιέρα του φετινού πρωταθλήματος της Formula 1 στη Μελβούρνη με σχετική άνεση, έπειτα από μια αρκετά ενδιαφέρουσα μάχη με τη Ferrari και τον Σαρλ Λεκλέρ στο πρώτο μισό του GP Αυστραλίας. Στη δεύτερη θέση ο Κίμι Αντονέλι παρότι έπεσε 7ος στην εκκίνηση, απέδειξε την σημαντική ανωτερότητα της Mercedes W17 στο ξεκίνημα της σεζόν του 2026.
Η Ferrari προσπάθησε με την εξαιρετική δυνατότητα εκκινήσεων της SF-26 και με τον αρκετά καλό ρυθμό αγώνα της να απειλήσει τη Mercedes για τη νίκη στο GP Αυστραλίας, εναρκτήριο αγώνα του πρωταθλήματος της Formula 1 του 2026, αλλά οι Mercedes W17 των Τζορτζ Ράσελ και Κίμι Αντονέλι ήταν απλώς πολύ μακριά από το βεληνεκές της Scuderia.
Στην αυγή της νέας εποχής και των νέων τεχνικών κανονισμών της Formula 1, με τα κατά το ήμισυ ηλεκτρικά πλέον μονοθέσια, το πρώτο GP εξελίχθηκε με πολύ λιγότερα απρόοπτα από όσα πιθανώς να περίμενε κανείς: στην εκκίνηση δεν υπήρχε κανένα δράμα, ενώ υπήρξαν μόνο δύο περίοδοι Εικονικού Οχήματος Ασφαλείας (VSC) για μηχανικά προβλήματα που παρουσίασαν οι Red Bull και Cadillac.
Παρότι οι οδηγοί της Mercedes εκμεταλλεύτηκαν το πρώτο VSC (στον 14ο γύρο) για να κάνουν το μοναδικό τους πιτ-στοπ στον αγώνα και οι οδηγοί της Ferrari όχι, στο τέλος αυτή η στρατηγική διαφοροποίηση δεν έπαιξε κανέναν ρόλο: οι Ράσελ και Αντονέλι έφτασαν στη γραμμή του τερματισμού με ένα σετ ελαστικών ηλικία 44 γύρων χωρίς κανένα πρόβλημα και με ταχύτητα αντίστοιχη των SF-26, που είχαν πιο φρέσκια γόμα.
Με αυτό τον τρόπο, αποδείχθηκε ότι ο ρυθμός αγώνα της Mercedes είναι εξίσου εντυπωσιακός με την ταχύτητα που εμφάνισε στον έναν γύρο η W17, χθες στις δοκιμές κατάταξης – τόσο που ακόμα και με διαφορετική στρατηγική η Ferrari δεν θα είχε απαντήσεις. Τέσσερα χρόνια μετά, η Mercedes είναι και πάλι η ηγέτιδα δύναμη της F1.
Και η Ferrari είναι ξεκάθαρα η δεύτερη δύναμη, με τον Σαρλ Λεκλέρ στα καλύτερά του και τον Λιούις Χάμιλτον αναγεννημένο με τη νέα αυτή γενιά μονοθεσίων – καθώς η ομάδα του Μαρανέλο έχει ένα σαφές σκαλοπάτι από τις McLaren και Red Bull και ελπίζει τώρα με το πολύ φιλόδοξό της πρόγραμμα εξέλιξης της SF-26 να καταδιώξει τη Mercedes.
Πώς εξελίχθηκε το GP Αυστραλίας
Η σοφή τεχνολογική απόφαση της Ferrari να σχεδιάσει ένα μικρότερο turbo (υπερσυμπιεστή) σε σχέση με τον ανταγωνισμό είναι το ένα και μοναδικό εξάρτημα που φαίνεται πως, προς το παρόν τουλάχιστον, δίνει ενδιαφέρον στη μάχη της κορυφής. Διότι δίνει στους οδηγούς της Scuderia τη δυνατότητα πολύ καλύτερης αντιμετώπισης του turbo-lag στην εκκίνηση, του χρονικού περιθώρίου που απαιτείται μέχρι να τεθεί το turbo σε λειτουργία.
Χάρη σε αυτό, οι Λεκλέρ και Χάμιλτον ήταν σε θέση να “εκτοξευθούν” στην εκκίνηση στην πρώτη και στην τρίτη θέση -επιβεβαιώνοντας τις αρχικές προβλέψεις και του ίδιου του Ράσελ. Χωρίς αυτό, το πιθανότερο είναι ότι ο Ράσελ από την πολ ποζίσιον θα εκμεταλλευόταν τον καθαρό αέρα και πολύ σύντομα θα χανόταν στον ορίζοντα.
Αντίθετα, ο Βρετανός πέρασε τον πρώτο γύρο πίσω από τη SF-26 του Μονεγάσκου και έπειτα για αρκετούς γύρους μάχονταν μαζί του, με ό,τι επιπτώσεις είχε αυτό για το ρυθμό του και για τη φθορά των ελαστικών στην οποία υπόκειται ένα μονοθέσιο όταν ακολουθεί στο “βρώμικο αέρα” ένα προπορευόμενο.
Ο Ράσελ δεν άργησε να αντιδράσει και στον δεύτερο γύρο πέρασε τον Λεκλέρ στην ευθεία προς τη στροφή 11. Η μάχη όμως δεν έληξε εκεί, καθώς στον επόμενο γύρο ο Μονεγάσκος είχε πολύ καλύτερη αξιοποίηση της ενέργειας και προσπέρασε ξανά τη Mercedes από την εξωτερική στη στροφή 9.
Ο Ράσελ έμεινε για οκτώ γύρους πίσω από τον Λεκλέρ, πριν τον περάσει εντέλει στα φρένα της στροφής 3. Ο οδηγός της Ferrari αντεπιτέθηκε και επανέλαβε την κίνησή του από την εξωτερική στη στροφή 9, καθώς η μεταξύ τους μονομαχία στη διαχείριση ενέργειας συνεχιζόταν.
Ο Βρετανός έκανε ξανά την κίνησή του στη στροφή 1, όμως μπλόκαρε έντονα τους τροχούς και δεν κατάφερε να παραμείνει μπροστά. Μέχρι τότε, οι Χάμιλτον και Αντονέλι είχαν ήδη φτάσει το προπορευόμενο δίδυμο.
Ώσπου, στον 12ο γύρο, ο Ιζάκ Χάτζαρ από την 5η θέση αναγκάστηκε να εγκαταλείψει λόγω προβλήματος του κινητήρα της Red Bull Ford Powertrains, με αποτέλεσμα ο αγώνας να τεθεί σε καθεστώς εικονικού αυτοκινήτου ασφαλείας.
Οι οδηγοί της Mercedes μπήκαν στα πιτς στον επόμενο γύρο, αλλάζοντας σε φρέσκια σκληρή γόμα, και επέστρεψαν στην πίστα στην τρίτη και πέμπτη θέση αντίστοιχα, με τον Λίντμπλαντ ανάμεσά τους και τους Λεκλέρ-Χάμιλτον στην κορυφή.
Ο Ράσελ και ο Αντονέλι βρίσκονταν αντίστοιχα 12 και 17 δευτερόλεπτα πίσω από τον πρωτοπόρο Μονεγάσκο. Πλέον στη δεύτερη θέση, ο Χάμιλτον δεν ήταν πεπεισμένος από τη στρατηγική της Ferrari, καθώς σχολίασε στη ραδιοεπικοινωνία πως “τουλάχιστον ένας από εμάς έπρεπε να είχε μπει” στα πιτς υπό το καθεστώς του VSC.
Μία ακόμη εγκατάλειψη τους έδωσε την ευκαιρία να το κάνουν, καθώς εμφανίστηκε ξανά εικονικό αυτοκίνητο ασφαλείας όταν η Cadillac του Βάλτερι Μπότας ακινητοποιήθηκε στην εσωτερική της τελευταίας στροφής.
Παρ’ όλα αυτά, οι Ferrari παρέμειναν στην πίστα όταν παρουσιάστηκε η πρώτη ευκαιρία και λίγο αργότερα η είσοδος των πιτς έκλεισε. Ήταν τα μοναδικά μονοθέσια που δεν μπήκαν στα πιτ και στις δύο περιόδους VSC.
Στον 20ό γύρο, η διαφορά του Ράσελ από τον πρωτοπόρο Λεκλέρ είχε μειωθεί στα οκτώ δευτερόλεπτα, με τον Βρετανό να κινείται με τη φρέσκια του γόμα κατά μέσο όρο 0,75 δευτερόλεπτα ταχύτερα ανά γύρο από τον δεύτερο Χάμιλτον.
Ο Λεκλέρ τελικά μπήκε στα πιτς στο τέλος του 25ου γύρου και επέστρεψε στην πίστα 16 δευτερόλεπτα πίσω από τον Ράσελ. Ο Βρετανός άρχισε να πιέζει τον πρώην ομόλογό του στον 27ο γύρο και βρήκε τρόπο να ανακτήσει την πρωτοπορία στον επόμενο.
Ο Χάμιλτον μπήκε αμέσως στα πιτς και επέστρεψε τέταρτος, με διαφορά 21 δευτερολέπτων από τον Ράσελ, ο οποίος πλέον είχε επτά δευτερόλεπτα προβάδισμα από τον Αντονέλι, τον πιο κοντινό του διώκτη.
Ο νεαρός Ιταλός ήταν εκείνη τη στιγμή ταχύτερος και μέσα σε τέσσερις γύρους μείωσε τη διαφορά στα πέντε δευτερόλεπτα, πριν εμφανιστεί ακόμη ένα εικονικό αυτοκίνητο ασφαλείας λόγω θραυσμάτων από την Cadillac του Σέρτζιο Πέρεζ. Η χρονική στιγμή του VSC ευνόησε τον Ράσελ, με τον Αντονέλι πλέον έξι δευτερόλεπτα πίσω.
Με δέκα γύρους να απομένουν, οι διαφορές στην κορυφή παρέμεναν ουσιαστικά αμετάβλητες: ο Ράσελ προηγούνταν του Αντονέλι κατά έξι δευτερόλεπτα, του Λεκλέρ κατά 15 και του Χάμιλτον κατά 19.
Η Mercedes κατέκτησε έτσι άνετα το 1-2 μπροστά από τις Ferrari, με τον Ράσελ να παίρνει τη νίκη τρία δευτερόλεπτα μπροστά από τον Αντονέλι, ενώ ο νικητής τερμάτισε 16 δευτερόλεπτα μπροστά από τους Λεκλέρ και Χάμιλτον. Και μάλλον, όπως αποδείχθηκε με το ρυθμό της Mercedes στο τέλος, δύσκολα η ομάδα του Μπράκλεϊ θα έχανε τη νίκη σήμερα – η Ferrari δεν είχε την ταχύτητα να την απειλήσει με ίδια στυρατηγική.
Στις πιο πίσω θέσεις οι πρωταθλητές της τελευταίας πενταετίας Λάντο Νόρις και Μαξ Φερστάπεν ενεπλάκησαν στη μάχη για την 5η θέση – καθώς επιβεβαιώθηκε ο Αντρέα Στέλλα στις προβλέψεις ότι οι Mercedes και Ferrari είναι πιο μπροστά από τις McLaren και RBR.
Ο Φερστάπεν εκκίνησε από την 20ή θέση λόγω του ατυχήματός του στις κατατακτήριες, αλλά μέχρι τον όγδοο γύρο μπήκε στη δεκάδα. Την ίδια στιγμή ο Νόρις ήταν στην 6η, και ήταν ο πρώτος από τους πρωτοπόρους που μπήκε αμέσως στα πιτς στο VSC του Χάτζαρ.
Έχοντας ξεκινήσει τον αγώνα με σκληρά ελαστικά, σε αντίθεση με τους περισσότερους που επέλεξαν τη μέση γόμα, ο Φερστάπεν έμεινε στην πίστα και έτσι ανέβηκε την έκτη θέση με τα πιτ-στοπς των μπροστινών του. Μετά τα πιτ-στοπς και των δύο, ο Νόρις πέρασε ξανά μπροστά και εντέλει υπεραπίστηκε την 5η θέση από τη Red Bull. Αλλά βρέθηκαν και οι δύο σχεδόν ένα λεπτό μακριά από τον Ράσελ.
Ο Όλιβερ Μπέρμαν της Haas επικράτησε στη μάχη των ομάδων μέσης δυναμικής, μπροστά από τον ρούκι Άρβιντ Λίντμπλαντ που έκανε ονειρικό ντεμπούτο (με μια εκπληκτική εκκίνηση που τον έφερε στη μάχη των πρωτοπόρων), τον Γκάμπριελ Μπορτολέτο που χάρισε στην Audi βαθμούς στην πρεμιέρα της στη F1, και το Πιερ Γκασλί της βελτιωμένης (αλλά όχι αρκετά) Alpine.
Και ο Όσκαρ Πιάστρι; ο Αυστραλός βίωσε μια πολύ πικρή εμπειρία μπροστά τους συμπατριώτες του, καθώς στον αναγνωριστικό γύρο της εξόδου του απο τα πιτς για να παραταχθεί στην εκκίνηση, μισή ώρα πριν ξεκινήσει ο αγώνας, κατέληξε στον τοίχο της στροφής 4 μετά από ένα οδηγικό λάθος. Η ζημιά της MCL40 ήταν υπερβολικά μεγάλη για να μπορέσει να συνεχίσει.
Όσο για το ντεμπούτο της Cadillac στη F1, ο Βάλτερι Μπότας εγκατέλειψε με μηχανικό πρόβλημα ενώ ο Σέρτζιο Πέρεζ τερμάτισε 16ος και ουσιαστικά τελευταίος.
Αυτά ήταν τέλος πάντων πολύ καλύτερα από την Aston Martin. Τα καταστροφικά προβλήματα της υβριδικής μονάδας ισχύος της Honda κατέστησαν αδύνατη την ολοκλήρωση ολόκληρου του αγώνα λόγω κραδασμών στον κινητήρα.
Ο Φερνάντο Αλόνσο μπήκε στα πιτς στο τέλος του 13ου γύρου, επέστρεψε στην πίστα δέκα γύρους πίσω και αργότερα εγκατέλειψε οριστικά. Ο Λανς Στρολ οδήγησε συνεχόμενα για περισσότερο από το μισό του αγώνα -κάτι που ξεπέρασε τις προσδοκίες- και μπήκε στα πιτς την ίδια στιγμή που ο Ισπανός εγκατέλειπε, επιστρέφοντας στον αγώνα 15 γύρους πίσω αλλά καταφέρνοντας τελικά να δει την καρό σημαία.