ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ

Τα λόγια είναι περιττά για τον Σεντρίκ Μπακαμπού

Τα λόγια είναι περιττά για τον Σεντρίκ Μπακαμπού
INTIME SPORTS

Το πρώτο γκολ του Σεντρίκ Μπακαμπού σε ντέρμπι και η πιο… σεντερφορίσια εμφάνιση του Κονγκολέζου με τη φανέλα του Ολυμπιακού, σε μια σεζόν που ήδη είναι η δεύτερη παραγωγικότερη μιας καριέρας με συνεχείς ανατροπές, περίεργες αποφάσεις, πολλά λεφτά και whatifs.

Δεν ήταν η πρώτη φορά, τον περασμένο Σεπτέμβριο, που ο Σεντρίκ Μπακαμπού έφτασε στο όριο, «ξεχείλωσε» μια μεταγραφική περίοδο, ώστε να αλλάξει ρότα στην καριέρα του. Τότε, στις αρχές του φθινοπώρου, η προσθήκη ενός φορ δεν έμοιαζε προτεραιότητα στον Ολυμπιακό. Τουλάχιστον δεν ήταν αυτή που βρίσκονταν στην κορυφή των όσων αντιμετώπιζαν οι «ερυθρόλευκοι».

Στο πλαίσιο όμως των πολλών και συνεχών αλλαγών μετατράπηκε σε τέτοια: ο νιόφερτος Αμπουμπακάρ Καμαρά άνηκε, ήδη, σε τελείως διαφορετικό καθεστώς από αυτό που τον είχε φέρει στους πρωταθλητές, ο Χασάν είχε αποχωρήσει δανεικός, ο Πεπ Μπιέλ παρότι το είχε ως ρόλο στην Κοπεγχάγη, δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως έστω εναλλακτική για την κορυφή της επίθεσης πιάνοντας λιμάνι, ενώ η «κολώνα» Γιουσέφ ελ Αραμπί μπορεί φαίνονταν η μόνη, αξιόπιστη – βρέξει χιονίσει – λύση, πρόσθετε όμως έναν χρόνο στην πλάτη του.

Κάπως έτσι, ακριβώς στο φινάλε της μεταγραφικής περιόδου, με το όνομα του Μπακαμπού να προκύπτει ως επιλογή από τις συνεχείς δοσοληψίες του Ολυμπιακού και της Νότιγχαμ Φόρεστ με το γραφείο που τον εκπροσωπεί, η λύση προέκυψε. Και ήταν αμοιβαίως επιθυμητή, καθώς και από την πλευρά του 31χρονου επιθετικού, δεν υπήρχαν άλλες διέξοδοι από το… αδιέξοδο στο οποίο είχε παρέλθει η σχέση του με τη Μαρσέιγ από την έστω και ολιγόμηνη παραμονή του στη Μασσαλία.

Το ξεκίνημα και οι ρίζες

Έτσι κι αλλιώς, ποτέ στην καριέρα του, δεν αντιμετώπισε τίποτα δογματικά, ποτέ δεν φοβήθηκε τα ρίσκα, ή ακόμη και τις φαινομενικά ασύμβατες με το εκάστοτε στάτους του, επαγγελματικές επιλογές. Σε κάθε κομμάτι της σταδιοδρομίας του, πριν καν αυτή αρχίσει να χαράσσεται.

Γόνος μεταναστών από το Κονγκό, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Παρίσι, χρειάστηκε πρώτα να πείσει αυτούς για την αφοσίωσή του στο ποδόσφαιρο και να την συμψηφίσει με την γονεϊκή απαίτηση/επιθυμία/παραίνεση για μόρφωση, σπουδές και δουλειά και ζωή ανάλογη με όσα αυτές προσφέρουν και όχι τη… λοταρία της μπάλας.

Μια που το έκανε, μια που παράτησε το Παρίσι για χάρη της Σοσό, 500 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, μόλις στα 15 του, ώστε να ενταχθεί στις ακαδημίες της. Έκανε όλον τον δρόμο, φτάνοντας να αποτελεί αναντικατάστατο κομμάτι των «σοσαλιέν» τη διετία 2012-14.

Και άργησε. Είχε αποκτήσει φήμη ως έφηβος, οπότε και όντας μέλος της εθνικής ομάδας της Γαλλίας είχε στεφθεί πρωταθλητής Ευρώπης u19, εντός γαλλικών συνόρων, το 2010 (και έναν χρόνο αργότερα, έφτασε στην τετράδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου u20), όντας αυτός το πρώτο όνομα στη μαρκίζα, μπροστά από Αντουάν Γκριζμάν και Αλεξάντρ Λακαζέτ.

Ο χρόνος όμως που μεσολάβησε μέχρι το επαγγελματικό του ξεπέταγμα ήταν αρκετός ώστε στην αέναη παραγωγική διαδικασία των «τρικολόρ» να προσπεραστεί, ήδη, στην επετηρίδα και να μην μπορέσει να επανέλθει στις κύριες επιλογές, σε επίπεδο πλέον πρώτης ομάδας.

Γι’ αυτό και όταν ήρθε η ώρα να αποφασίσει ποιο εθνόσημο θα φορέσει, διάλεξε αυτό των γονιών του. Απόφαση που πήρε μόλις στα 24 του, χωρίς καλά καλά να γνωρίζει παρά μόνο τα άκρως απαραίτητα για την πατρίδα των προπατόρων του. Αλησμόνητη η πρώτη φορά που πάτησε το πόδι του στην Κινσάσα, μετά τη δημοσιοποίησή της επιλογής του, με το αεροδρόμιο της αφρικανικής πρωτεύουσας να κατακλύζεται από τους – όψιμους τότε – άγνωστούς του συμπατριώτες του για να τον αποθεώσουν.

Ο ίδιος θεωρεί πως μόνο και μόνο γι’ αυτό, μόνο και μόνο για τη λατρεία που (και) έκτοτε βίωσε, η απόφασή του να μην κυνηγήσει τις πιθανότητές του στους «πετεινούς», δεν ήταν λανθασμένη. Παρότι δεν πέτυχε ουσιαστικά τίποτα με την εθνική ομάδα του Κονγκό, παρότι δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει τον παραλληλισμό των ομοεθνών του – αναλογικά πάντα, αλλά όχι μόνο αγωνιστικά – με τον Σάμουελ Ετό.

Από Τουρκία σε Λεβάντε και μετά «χρυσός» στην Κίνα

Η αλήθεια βέβαια είναι πως στη σύγχρονη football business, τίποτα δεν έρχεται τυχαία. Όλα συνδέονται. Αυτό λοιπόν το whatif – αν δηλαδή θα είχε τύχη να αποτελέσει μέλος των «τρικολόρ» - εν πολλοίς, ο ίδιος το προκάλεσε. Μετά από εκείνη την εξαιρετική διετία στη Σοσό, ήταν ξεκάθαρο πως είχε έρθει η ώρα για το επόμενο επίπεδο.

Θα μπορούσε να φύγει από τον Ιανουάριο του ’14. Δεν το έκανε. Όλο το επόμενο καλοκαίρι, είχε όλον τον κόσμο στα πόδια του. Για διάφορους λόγους, την απόφασή δεν την πήρε ποτέ. Ο ένας του βρώμαγε, ο άλλος του ξίνιζε. Κάπως έτσι έφτασε στο παρά ένα, χωρίς επιλογές. Οπότε, αναγκαστικά, πήρε αυτή που βρέθηκε μπροστά του.

Τουρκία, Μπούρσασπορ. Πολλά λεφτά, ναι, αλλά απ’ τ’ άγραφα, κακά τα ψέματα, ένας 23χρονος – ακόμη Γάλλος τότε – επιθετικός, με όλο το μέλλον μπροστά του, μνηστήρες από Premier League, από Bundesliga και από κορυφαίες ομάδες της Ligue 1 να (αναγκάζεται έστω) να καταλήξει στην Τουρκία.

Μοιραία εκεί, ξέφυγε από οποιαδήποτε προσοχή του σταφ της εθνικής Γαλλίας και έτσι λίγους μήνες αργότερα, οδηγήθηκε στην απόφαση να εκπροσωπήσει το Κονγκό. Και αυτό πάντως, πρώιμο μοιάζει, μιας και στη Super Lig ούτε λούφαρε, ούτε λούφαξε, ούτε έμεινε στα (πολλά) εκατομμύρια που εισέπραξε. Αγωνιζόμενος για μια μέτρια ομάδα του γειτονικού πρωταθλήματος, τα «έσπασε», δείχνοντας πως ήταν θέμα χρόνου να κλείσει την παρένθεση και να επιστρέψει στο top επίπεδο.

Το έκανε το επόμενο καλοκαίρι, με τη Βιγιαρεάλ να τον αγοράζει και να του δίνει χώρο ταιριαστό με τη δυναμική και τις ικανότητές του. Ποτέ δεν ήταν ο killer. Ποτέ δεν του ζητήθηκε ή ποτέ δεν αποκτήθηκε για κάτι τέτοιο. Τα ταχυδυναμικά προσόντα του και η αξιοποίησή τους, επ’ ωφέλεια ομάδας και όσων ήταν στο πλευρό του στην επίθεση, ήταν ο τρόπος που ενίσχυε, συνεχώς τη φήμη του.

Τόσο που δυόμιση χρόνια μετά τη μεταγραφή του στο Λεβάντε, προσωποποίησε το κινέζικο ποδοσφαιρικό Big Bang της εποχής (το οποίο και εξελίχτηκε σε φούσκα πολυτελείας…). Θα μπορούσε να πάει οπουδήποτε, αν το επιθυμούσε. Ζαλίστηκε όμως από τα λεφτά που έδωσε η Γκουοάν για να τον αγοράσει.

Να τον… χρυσώσει ακριβέστερα μιας έγινε ο τότε πιο ακριβοπληρωμένος Αφρικανός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, με το κινεζικό club να καταβάλλει συνολικά (συμπεριλαμβανόμενων των φόρων) 74 εκατομμύρια ευρώ για να τον πάρει στο Πεκίνο (δαπάνη που για Αφρικανούς ξεπεράστηκε κατοπινά μόνο από τις μεταγραφές του Νικολάς Πεπέ από τη Λιλ στην Άρσεναλ και του Βίκτορ Οσιμέν από τη Λιλ στη Νάπολι).

Οι δικές του απολαβές; Ποτέ δεν γνωστοποιήθηκαν ακριβώς και επίσημα, αλλά σύμφωνα με εκτιμήσεις η τετραετία που πέρασε στην Κίνα τον έκανε πλουσιότερο κατά τουλάχιστον 25 εκατομμύρια ευρώ…

Παρά λίγο Βαρκελώνη, Μασσαλία, Πειραιάς

Plottwist. Ένα ακόμη. Έφτασε μιαν ανταπόκριση μακριά από το να επιστρέψει στην Ευρώπη έναν χρόνο νωρίτερα από όταν το έκανε. Και μάλιστα για χάρη της Μπαρτσελόνα. Δύο εικοσιτετράωρα πριν την εκπνοή της χειμερινής μεταγραφικής περιόδου του 2020 – της τελευταίας δηλαδή προ covid – ο Ερίκ Αμπιντάλ, αθλητικός διευθυντής τότε των «μπλαουγκράνα», στράφηκε σε δαύτον αναζητώντας να καλύψει το κενό του τραυματία Λουίς Σουάρες.

Μέσα σε δώδεκα ώρες από την αρχική επαφή, τα πάντα είχαν συμφωνηθεί. Δανεισμός με option αγοράς, με τον Μπακαμπού να φεύγει από τη Σεούλ όπου βρίσκονταν με την Γκουοάν, ξεκινώντας το ταξίδι για Βαρκελώνη με ενδιάμεση στάση το Χονγκ Κονγκ. Εκεί, δέχτηκε ένα τηλέφωνο από τον πρώην ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, ο οποίος κυνικά του είπε να επιστρέψει, μιας και στο παρά ένα οι Καταλανοί είχαν στραφεί σε «άλλη κατεύθυνση» (αποδείχτηκε πως ήταν o Δανός Μπρέθγουεϊτ).

Η επιστροφή στα πάτρια, αφού πέρασε στην… πηγή του το αρχικό, εφιαλτικό στάδιο του covid, ήρθε τελικά τον προπερασμένο Ιανουάριο. Έχοντας μείνει ανενεργός για πέντε μήνες, έχοντας αποσυρθεί από την εθνική του ομάδα, έχοντας λύσει το οικονομικό πρόβλημα των τρισέγγονων του, τριαντάρης πια, δελεάστηκε από το brand της Μαρσέιγ, παραμερίζοντας τα μύρια όσα ταλανίζουν – θαρρείς γονιδιακά – τους Φωκαείς.

Γάμος – αναμενόμενα - κάθε άλλο παρά ευτυχισμένος. Δεν υπήρχαν… παιδιά στη μέση για να παραταθεί, αλλά ούτε όμως και να αποφευχθούν οι ακρότητες ώστε να υπογραφεί το «διαζύγιο». Αυτός κάθονταν στο συμβόλαιο του, το club φρόντιζε να πιέζει με όποιον τρόπο μπορούσε για να τον εξαναγκάσει σε αποχώρηση. Κλασικά πράγματα σε τέτοιες περιστάσεις.

Ακόμη θα… πάλευαν, ή θα βρίσκονταν κάπου στην Αραβία (το πιθανότερο) αν δεν εμφανίζονταν, inextremis το περασμένο φθινόπωρο, η προοπτική του Ολυμπιακού. Μέτριο το ξεκίνημά του.

Παρότι εγκλιματίστηκε πολύ γρήγορα, τακιμιάζοντας με τους γαλλόφωνους των πρωταθλητών, παρότι η αγαπημένη του hip hop, με την οποία χαλαρώνει πριν τα παιχνίδια τον συνοδεύει σταθερά και στα μέρη μας, παρότι έμαθε, γεύτηκε και εμπλούτισε με ντόπιες «γουρουνιές» - μόνο στην free day της διατροφικής εβδομάδας του - τις διαχρονικά αγαπημένες του με μπέργκερ και πίτσες.

Στο πρώτο μισό, όλα κι όλα 4 γκολ πέτυχε, εγείροντας δικαιολογημένα ενστάσεις αναφορικά με την αποτελεσματικότητα, την επιπολαιότητα και τις αρκετές τελικές που χρειάζεται ώστε να βρει δίχτυα. Έκτοτε, σε 13 αγωνιστικές στον δεύτερο γύρο, έχει υπερδιπλασιάσει τον λογαριασμό του, παίρνοντας σαφές κεφάλι στη λίστα των σκόρερ.

Σε ντέρμπι, δεν είχε σκοράρει. Το βρήκε σε timing ιδανικό, ολοκληρώνοντας μια εμφάνιση, η οποία πιθανώς να ήταν η καλύτερη, η πιο… σεντερφορίσια του στο πρωτάθλημα. Μέσα σε όλα ήταν στο χτεσινοβραδινό ντέρμπι της OPAPArena. Στο πρώτο ημίχρονο ηττήθηκε από τον Αθανασιάδη στο πρώτο τετ-α-τετ τους, υπενθυμίζοντας τα όσα του καταλογίζονται, στο δεύτερο όμως το σκηνικό άλλαξε.

Αυτός άνοιξε στον Μπιέλ στη φάση που ο Ολυμπιακός προηγήθηκε. Αυτός αξιοποίησε τον χώρο – παλιά του τέχνη… - και την πάσα του Φορτούνη αφήνοντας πίσω του τον Βίντα για το 0-2, στο 13ο φετινό του γκολ, επίδοση που καθιστά την τρέχουσα σεζόν ήδη την δεύτερη παραγωγικότερη της καριέρας του. Και αυτός, σέρβιρε στον Κανός το 0-3, στη δεύτερη ασίστ του στο πρωτάθλημα.

Ο πανηγυρισμός, πάντα ίδιος. Το ένα χέρι να κλείνει το στόμα, το άλλο, με τον δείκτη προτεταμένο, να αγγίζει το κεφάλι. Χειρονομία που εδράζει στους φονικούς πολέμους που διέλυσαν το Κονγκό τα τελευταία τριάντα χρόνια κα τις φρικαλέες συνέπειες που ακόμη βιώνουν οι συμπατριώτες του.

«Δεν μιλάμε, αλλά ξέρουμε». Αυτό – έχει εξηγήσει πως - σημαίνει.

Παρότι η ποδοσφαιρική αναγωγή για κάτι τόσο ξεχωριστό μπορεί και να ξεπερνάει ακόμη και τα όρια της δημοσιογραφικής αδείας, εν τούτοις κάπως έτσι (πρέπει να) είναι και οι επιθετικοί στο γήπεδο.

Δεν χρειάζεται να μιλάνε. Απλώς να ξέρουν. Τι να κάνουν, πως και πότε.

Παρακολουθήστε τη μαραθώνια Game Night για το μεγάλο ντέρμπι ΑΕΚ - Ολυμπιακός κι όλη τη δράση της τελευταίας αγωνιστικής:

TAGS ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ STOIXIMAN SUPER LEAGUE
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ