Πώς βίωσε ο Δημήτρης Δριβάκος το πιο δύσκολο Ράλι Μόντε Κάρλο των τελευταίων ετών

O Δημήτρης Δριβάκος, με συνοδηγό την Κατερίνα Μπαντέ στα μπάκετ του Hyundai i20 N R5 της MOL, επέστρεψε στο Ράλι Μόντε Κάρλο μετά από 9 χρόνια για την πέμπτη συμμετοχή της καριέρας του σε έναν από τους σπουδαιότερους αγώνες του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ράλι, που άνοιξε τη φετινή σεζόν του WRC.
Μετά τις συμμετοχές του το 2012, ‘13, ‘15 και ‘17 με το Honda Civic Type R, αυτή τη φορά βρισκόταν στα πηδάλια ενός τετρακίνητου Hyundai i20 N R5 και πέτυχε τον τέταρτο τερματισμό του στις πέντε συμμετοχές του στο Μόντε, στην ιδιαίτερα αξιόλογη 40ή θέση της γενικής κατάταξης.
Το επίτευγμά του ήταν ακόμα σπουδαιότερο λόγω των καιρικών συνθηκών που επικράτησαν στο φετινό Ράλι Μόντε Κάρλο. Η εναλλαγή της πολύ έντονης χιονόπτωσης με τον πάγο και τη λάσπη μεταμόρφωσαν σε λοταρία τόσο την πρόσφυση όσο και την επιλογή ελαστικών για καθεμία από τις 17 Ειδικές Διαδρομές του τετραήμερου αγώνα.
Η προετοιμασία του Δημήτρη Δριβάκου για το φετινό Ράλι Μόντε Κάρλο, ειδικά για τη ρύθμιση και την εμπειρία ενός νέου αυτοκινήτου, ξεκίνησε από νωρίς το 2025 με δοκιμές στην Ελλάδα και συνεχή επικοινωνία με τη Hyundai Motorsport.
Ενάμιση μήνα πριν τον αγώνα, στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου, οι Δριβάκος-Μπαντέ συμμετείχαν στο γαλλικό Rallye Hivernale du Devoluy με σκοπό να εμπλουτίσουν -τόσο το πλήρωμα όσο και τα μέλη της ομάδας- την εμπειρία τους με το αυτοκίνητο σε συνθήκες παρεμφερείς με εκείνες του Μόντε.
Όμως, σε έναν αγώνα που ακόμα και τα κορυφαία εργοστασιακά πληρώματα του πλανήτη δυσκολεύτηκαν να μένουν στο δρόμο και να κινούνται γρήγορα, τίποτα δεν θα μπορούσε να είχε προετοιμάσει το Δημήτρη Δριβάκο για όσα θα συναντούσε το περασμένο τετραήμερο.
Την πρώτη νύχτα του αγώνα (Πέμπτη 22/1), λέει ο ίδιος, “προσπάθησα να πάω γρήγορα, ώσπου κρέμασα δίπλα σε ένα γκρεμό. Το αυτοκίνητο ήταν στο χείλος του γκρεμού κι ήμασταν έτοιμοι να βγούμε από την αριστερή πλευρά, κι ας πάει το αυτοκίνητο από κάτω”.
Εντέλει, με τη βοήθεια και των θεατών, “έβαλα πρώτη ταχύτητα και ο Θεός το χέρι του και επιστρέψαμε. Έτσι βλέπεις ότι δεν πρέπει να το παρακάνεις. Πρέπει να ρισκάρεις πολύ για να κάνεις χρόνους.
Θέλεις να κάνεις χρόνους με το ρίσκο να εγκαταλείψεις και να χτυπήσεις; Ή θέλεις πιο προσεκτικά για να τερματίσεις;”, πρόσθεσε ο Δ. Δριβάκος. “Από την άλλη, αν δεν πιέσεις όσο μπορείς θα πέσεις τελευταίος, γιατί θα γίνονται και λάθη. Δηλαδή, δεν είναι μια μάχη στα δευτερόλεπτα με τους άλλους, διότι είναι βέβαιο ότι θα συμβούν πράγματα που κοστίζουν ολόκληρα λεπτά.
Για παράδειγμα, στην επόμενη λανθασμένη επιλογή ελαστικών θα χάσεις 10 λεπτά. Συνεπώς, δεν εμπλέκεσαι σε μια μάχη, αλλά αντίθετα κοιτάς τους χρόνους στο περίπου για να μην καθυστερείς και νομίζεις ότι είσαι αργός.
Για σένα αγωνίζεσαι, για να μάθεις να οδηγείς, ο αγώνας αυτός σου δείχνει ότι δεν ξέρεις να οδηγείς. Ένας σοβαρός οδηγός εδώ δεν κοιτά τι κάνουν οι άλλοι γιατί προσπαθεί ο ίδιος τα μέγιστα. Αν θέλεις να τερματίσεις θα κρατάς έναν ρυθμό για να δεις το τέλος του αγώνα, γιατί ο τερματισμός αξίζει τον κόπο.
Η πιο ωραία στιγμή του αγώνα αυτού είναι η ράμπα του τερματισμού και η φόρτωση του αυτοκινήτου στη νταλίκα. Το ότι γυρίζεις χωρίς να έχεις πετάξει το αυτοκίνητο σε κάποια χαράδρα. Έχει μια δική του κουλτούρα ο αγώνας αυτός”, συνέχισε ο Έλληνας πρωταθλητής.
Το πρώτο βράδυ του φετινού Μόντε βρήκε τους Δριβάκο-Μπαντέ στην 38η θέση της γενικής – ένα αρκετά καλό αποτέλεσμα, δεδομένης και της εξόδου. Έπειτα, τις επόμενες μέρες, ένα πρόβλημα με το θάμπωμα του παρ-μπριζ τους κόστισε αρκετό χρόνο, όπως και μία ποινή που ακόμα δεν είναι σαφές ούτε στην ίδια την ομάδα για ποιον ακριβώς λόγο τους επεβλήθη από την οργάνωση.
“Είναι ένα ράλι πιο επικίνδυνο από το Ακρόπολις, διότι στο Ακρόπολις έχουμε χώμα και ξέρουμε πόσο κρατάει”, πρόσθεσε ο Δημήτρης Δριβάκος. “Εδώ έχουμε λάσπη, χιόνι και πάγο και είναι πιο δύσκολο και πιο επικίνδυνο. Οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες.
Προσπαθείς για τόσο καιρό να φτιάξεις το αυτοκίνητο σου στις σωστές προδιαγραφές, και εντέλει, ενώ ψάχνεις π.χ. ακόμα και μια μοίρα στο κάμπερ [των τροχών], στον αγώνα μπορεί ακόμα και να μην καταλάβεις ότι έχεις ένα κλατάρισμα.
Διότι ακόμα κι αν είσαι ένα ή ενάμιση μέτρο μέσα στο δρόμο είσαι μέσα στη λάσπη που έχουν ξεβράσει οι μεγάλοι οδηγοί που προσπαθούν να τα κάνουν όλα ευθεία. Αναρωτιέσαι γιατί δεν έβαλες μια ποδιά στο αυτοκίνητο και αφήνεις το σασί να σέρνεται στη λάσπη. Ύστερα, στο πολύ χιόνι και την ομίχλη, με πέρασαν αυτοκίνητα με κίτρινα φώτα ομίχλης ενώ εγώ δεν έβλεπα τίποτα με τα λευκά.
Οπότε μαθαίνεις με κάθε μέτρο που διανύεις. Έπειτα, προσπαθείς να μάθεις όσες πληροφορίες μπορείς, από τους οδηγούς των εργοστασίων που πάνε νωρίτερα για αναγνωρίσεις του δρόμου ή από γνωστούς σου που σου στέλνουν μηνύματα για την κατάσταση του δρόμου.
Κι όλοι διαρκώς αλλάζουν γνώμη για τα ελαστικά που θα επιλέξουν – μέσα σε 20 λεπτά ο [τιερί] Νεβίλ άλλαξε 10 φορές γνώμη για τα λάστιχα. Για παράδειγμα, στην πρώτη Ειδική διαλέξαμε δύο ελαστικά με καρφιά εμπρός και δύο χιονιού πίσω συν δύο εφεδρικά με καρφιά για την ΕΔ2. Άλλοι έκαναν διαφορετικές επιλογές, ακόμα και μέσα στην ίδια ομάδα, άλλοι τα έβαλαν χιαστί.
Και οι μεγάλοι οδηγοί πιέστηκαν πολύ, όπως έλεγαν νόμιζαν ότι πάνε πολύ πολύ αργά γιατί γλιστρούσαν συνέχεια. Την ίδια αίσθηση είχα και εγώ. Η Ειδική Col de Braus έχει 30 ανηφορικές φουρκέτες στα τελευταία τρία χιλιόμετρα, τις οποίες στρίβεις με 25-30 km/h και γλιστρώντας ανεβαίνεις. Και νιώθεις ότι πας αργά.
Σε κάθε Μόντε Κάρλο μαθαίνεις να οδηγείς, γιατί άλλα υπολογίζεις κι άλλα έρχονται. Οπότε πρέπει να είσαι ευχαριστημένος που είσαι στο δρόμο και συνεχίζεις. Και προσπαθείς συνέχεια να μην εγκαταλείψεις, προσπαθείς να κερδίζεις κάθε δευτερόλεπτο που μπορείς ενώ διαρκώς εμφανίζονται απρόοπτα. Λες από μέσα σου ‘γιατί έπρεπε να εμφανιστεί τώρα αυτή η χιονοθύελλα;’. Έτσι είναι αυτός ο αγώνας”, συμπλήρωσε ο Δημήτρης Δριβάκος.
Μέσα σε αυτό το πανδαιμόνιο, ο Έλληνας οδηγός έμεινε εντυπωσιασμένος από την οργάνωση του Ράλι Μόντε Κάρλο: “Στη 2η Ειδική, που ήταν βραδυνή και στα τελευταία της 10 χιλιόμετρα είχε ποτάμι και χαράδρα στην άκρη του δρόμου, σε κάθε στροφή υπήρχε ένας κριτής και ένας αστυνομικός.
Ο αριθμός των αστυνομικών και των ανθρώπων της Λέσχης ήταν απίστευτος. Και μένουν 6 και 7 ώρες μέσα στο κρύο. Κι επιπλέον οι θεατές είναι πάντα έτοιμοι να σε βοηθήσουν, όπως με βοήθησαν κι εμένα που βγήκα σε ένα χαντάκι επειδή φυλάχτηκα στην είσοδο για να μην πέσω στην εσωτερική.
Ακόμα, από φέτος μέσα στο αυτοκίνητο έχουμε και μια οθόνη που αν σε πλησίαζε κάποιος γινόταν μπλε, που σημαίνει ότι το αυτοκίνητο που σε ακολουθεί θέλει να σε περάσει. Αυτό πολλές φορές δεν μπορείς να το δεις από τους καθρέπτες, επειδή θαμπώνουν.
Το ίδιο συμβαίνει και στον μπροστινό σου αν τον φτάσεις μέσα στην Ειδική και θέλεις να περάσεις. Επίσης, με την οθόνη μπορείς να καλέσεις για άμεση βοήθεια, σημειώνοντας τι ακριβώς έχει συμβεί για να έρθει το κατάλληλο σωστικό συνεργείο.
Ο αγώνας σου έδινε την αίσθηση πόσο προσεγμένος ήταν. Και βέβαια, ήταν πολύ ωραία η εμπειρία του σιρκουί του Μονακό, από την τελευταία στροφή [Λα Ρασκάς] μέχρι την πισίνα. Και πριν μπεις σε αυτή υπήρχε ειδικός χώρος για να δοκιμάζεις τα ελαστικά και την πρόσφυση”, κατέληξε ο Δημήτρης Δριβάκος.
Έτσι λοιπόν, έληξε αισίως, και με ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα η 5η συμμετοχή του Δημήτρη Δριβάκου στο Ράλι Μόντε Κάρλο – με τη βοήθεια της MΟL Lubricants, της Εθνικής Ασφαλιστικής, της Fillis Lift – Ανδρέας Φίλης ΑΕΒΕ, της SuperFast Ferries, της Φίλης Glass και της Facom Vrattis. Μέχρι την επόμενη.