Ραντεβού με ένα “τοτέμ”: Οδηγούμε το MG Cyberster με την τετρακίνηση, τους 510 ίππους και την απίθανη roadster διάθεση

Είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις και δεν ακούς τίποτα, πράγμα “παράδοξο” για το ύφος του αυτοκινήτου με το ψαρωτικό look και την υφασμάτινη οροφή. Μπροστά σου, πολλαπλές πληροφορίες και ένα cockpit που μοιάζει περισσότερο με concept car παρά με αυτοκίνητο παραγωγής. Κοντολογίς, τίποτα δεν μπορεί να σε προετοιμάσει για την εμπειρία της οδήγησης και του ταξιδιού με το MG Cyberster. Και αυτό είναι που το κάνει εν τέλει τόσο ξεχωριστό.
Η έκδοση με τους δύο ηλεκτροκινητήρες, την τετρακίνηση και τις εκρηκτικές επιδόσεις, βάζω και στοίχημα πως ήταν προϊόν επισταμένης εξωστρέφειας των ιθυνόντων της MG Motor. Ήταν σαν να ήθελαν να “πετάξουν το γάντι” στον κόσμο της αυτοκίνησης, έχοντας “πλάτες” από το βαρύ -κάποτε Βρετανικό- brand. Κάπως έτσι, απέκτησε υλική υπόσταση ένα μοντέλο που ακόμα και σήμερα, δεν μοιάζει να είναι ξεκάθαρα διατεθειμένο να προσελκύσει πελάτες για την “πάρτη του” αλλά θέλει να παίξει το ρόλο του halo car, του “τοτέμ” θα μπορούσαμε να πούμε, προκειμένου να δείξει στον κόσμο τι μπορεί να κάνει η εταιρεία, όταν θέλει.
Χώρια που από το 2023 που προαναγγέλθηκε το Cyberster, έως και τη μέρα που ήρθε στα χέρια μου για δοκιμή, η MG έφερε στην αγορά μια σειρά από μοντέλα που και να θέλεις, δεν μπορείς μπροστά τους να αδιαφορήσεις. Από τη μικρή κατηγορία με το πολυδιάστατο MG3, μέχρι το πληρέστατο C-SUV ZS (με τιμή αγοράς B-SUV χάρη στην επιμονή της ελληνικής αντιπροσωπείας) και το εξαιρετικό από κάθε άποψη HS– για όσους θέλουν υβριδικό με πρίζα, εξωφρενική αυτονομία και premium προφίλ σε απόλυτα λογική τιμή αγοράς, το πορτφόλιο της MG Motor δείχνει ανεξάντλητο.
Χώρια τις αμιγώς ηλεκτρικές προτάσεις, που είναι πολλές και ενδιαφέρουσες και δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από πολλές αντίστοιχες Ευρωπαϊκές και μη. Προφανώς, στην κορυφή της γκάμας, μπαίνει ετούτη εδώ η περίπτωση του διθέσιου ηλεκτρικού roadster με τις scissor πόρτες που μέχρι τώρα τις βλέπαμε μόνο σε κάποιες Lambo. Το Cyberster δεν προσπαθεί να σε προετοιμάσει για κάτι γνώριμο. Από την πρώτη στιγμή σου λέει ξεκάθαρα πως αυτό που θα οδηγήσεις είναι κάτι άλλο.
Και ειδικά στην έκδοση με τους δύο ηλεκτροκινητήρες και τους 510 ίππους, το μήνυμα είναι σαφές. Δεν πρόκειται για ένα ηλεκτρικό παιχνίδι εντυπώσεων. Πρόκειται για ένα roadster που έχει αποφασίσει να κουβαλήσει όλο το βάρος – κυριολεκτικά και μεταφορικά – της σύγχρονης αυτοκίνησης. Στον δρόμο, το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνεις είναι ότι η ισχύς δεν έρχεται για να σε τρομάξει. Έρχεται για να σου τονώσει την αυτοπεποίθηση. Είναι “εκεί” για να κάνεις τη διαφορά σε μια ιδιαίτερη συνθήκη, όπου η ταχύτητα της προσπέρασης είναι καίριας σημασίας.
Όπως μπορεί να συμβαίνει για παράδειγμα σε κάποιο τμήμα επαρχιακού οδικού δικτύου. Η τετρακίνηση δουλεύει διαρκώς στο παρασκήνιο, μοιράζοντας ροπή με τρόπο που δεν χρειάζεται σκέψη από τον οδηγό. Πατάς το δεξί πεντάλ και το Cyberster απλώς εκτοξεύεται μπροστά, χωρίς δράμα, χωρίς φασαρία, χωρίς θεατρινισμούς, με ένα τεχνητό βόμβο με προοδευτική αύξηση της συχνότητας (όχι της έντασης) να συνοδεύει την κάθε κίνηση. Αν και το 0–100 χλμ./ώρα είναι στα χαρτιά ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό νούμερο (3,2”) αυτό που σου κουνάει κυριολεκτικά το μυαλό, είναι οι εν κινήσει επιταχύνσεις.
Μιλάμε για μια συνεχή και αδιάλειπτη ώθηση συνεχής ώθηση, από χαμηλές ταχύτητες μέχρι εκεί που αρχίζεις να σκέφτεσαι “οκ, φτάνει”, το αυτοκίνητο επιταχύνει με φρενήρη ρυθμό και πλήρως αποφασισμένο. Δεν υπάρχει καμπύλη ισχύος και ροπής (725 Nm είναι αυτά), δεν υπάρχει αναμονή, δεν υπάρχει “τώρα μπαίνει”. Είναι πάντα εκεί και ακαριαία δίνει ότι έχει. Το αυξημένο βάρος είναι πάντα “εκεί” μα και δεν γίνεται αλλιώς. Μιλάμε για ένα αρκετά μεγάλο -για διθέσιο- ηλεκτρικό μοντέλο, με μήκος 4,5 μέτρα και πλάτος 1,92 μ. που στέκεται με 2.060 κιλά πάνω του.
Φυσικά και έχουν γίνει όλα όσα πρέπει για να μην είναι το βάρος το προσδιοριστικό στοιχείο της διάθεσης του Cyberster στο δρόμο. Οι μπροστινοί τροχοί, έχουν τα τριγωνικά τους ψαλίδια να στηρίζουν το μηχανούργημα μαζί με τα γόνατα MacPherson, ενώ πίσω, μια διάταξη πολλαπλών συνδέσμων προορίζεται να προσφέρει όσο το δυνατό πιο sport διάθεση σε κάθε είδους διαδρομή. Σε μια σειρά από στροφές, το Cyberster δεν προσποιείται κάτι που δεν είναι. Το βάρος του το νιώθεις περισσότερο ως δεδομένο σταθερότητας, παρά ως δύναμη παράσυρσης προς την αντίθεση φορά.
Το τιμόνι είναι τεχνηέντως βαρύ και πολύ ευχάριστο σε όλες τις διαδικασίες της οδήγησης (χώρια που παραμετροποιείται) στέλνοντας vibes από όσα διαδραματίζονται στο δρόμο, στα χέρια του οδηγού. Ο τελευταίος, μέχρι να “ευθυγραμμιστεί” με τις δυνατότητες του αυτοκινήτου, μπορεί να “κάτσει” με σιγουριά στα στιβαρά χέρια των ηλεκτρονικών βοηθημάτων που θα επενεργήσουν για να διορθώσουν κάποια υπερβολή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το Cyberster να μην σε αιφνιδιάζει δυσάρεστα, ποτέ.
Μπορεί ο πίσω άξονας να δείχνει πως έχει κάποια όρια στην καλή συμπεριφορά, μια και διαχειρίζεται πολλές δυνάμεις, όχι απαραίτητα προς την ίδια κατεύθυνση, έχοντας ως συχνότερο υποπροϊόν της λειτουργίας του μια βαθιά επαναλαμβανόμενη ταλάντωση σε δρόμο με αλλεπάλληλες στροφές (και τον οδηγό σε red mist…) που πολύ απλά θα δώσει το σήμα του ορίου, όμως το roadster της MG, έχει κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλα τα σωστά που έπρεπε για να σε κερδίσει και να του δώσεις “ψήφο εμπιστοσύνης”. Αν θέλουμε να το ποσοτικοποιήσουμε, το Cyberster, μέχρι τα 7/10 είναι πολύ στρωτό και ιδιαίτερα ευχάριστο στην οδήγηση.
Αν κανείς σκοπεύει να πιέσει περισσότερο, θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο της κίνησης σε ελεγχόμενο περιβάλλον -όπως είναι εκείνο κάποιας πίστας, μια και ούτως ή άλλως, δεν έχει νόημα η κίνηση στους δημόσιους δρόμους με όλη τη δυναμική των 510 ίππων και την ακραία πρόσφυση που εξασφαλίζουν τα ελαστικά (245/40-20 εμπρός και 275/35-20 πίσω) και η τετρακίνηση. Χώρια που σε συνθήκες ακραίας απαίτησης επιδόσεων, περιορίζεται σημαντικά και το εύρος λειτουργίας του αυτοκινήτου.
Η αυτονομία που εξασφαλίζει η μπαταρία ιόντων λιθίου των 77 kWh (74,4 net) που βρίσκεται εγκατεστημένη στο κέντρο του πατώματος, είναι θεωρητικά 443 χιλιόμετρα. Η μέση κατανάλωση που ανακοινώνει η MG είναι 19,1 kWh ανά 100 χιλιόμετρα που ναι μεν δεν απέχει από την πραγματικότητα όταν κινείσαι νορμάλ, θίγεται σημαντικά όμως, όταν συνεχώς αναζητάς την έξαψη της επιτάχυνσης με το ιδιαίτερο αυτό roadster. Το πλαίσιο είναι στιβαρό, η ανάρτηση δουλεύει με έμφαση στον έλεγχο και η τετρακίνηση λειτουργεί σαν δίχτυ ασφαλείας, όχι σαν κόλπο εντυπωσιασμού.
Τα φρένα έχουν δύσκολο έργο λόγω μάζας, αλλά στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Αντέχουν, έχουν σωστή αίσθηση και δεν δείχνουν σημάδια κόπωσης εκεί που θα περίμενες. Και αυτό λέει πολλά για τη συνολική δουλειά που έχει γίνει στο set-up. Αν οδηγικά το Cyberster είναι ειλικρινές, στο εσωτερικό είναι… φιλόδοξο. Το cockpit μοιάζει σχεδιασμένο πρώτα για να σε εντυπωσιάσει και μετά για να σε εξυπηρετήσει. Τρεις οθόνες μπροστά από τον οδηγό, μία ακόμη στο κέντρο και πληροφορία παντού.
Ο ψηφιακός πίνακας οργάνων είναι πλούσιος, με πολλές επιλογές προβολής δεδομένων, αλλά θέλει χρόνο για να τον διαβάσεις σωστά. Το infotainment είναι σύγχρονο, γρήγορο, αλλά όχι πάντα άμεσο στη χρήση. Ορισμένες βασικές λειτουργίες είναι θαμμένες σε μενού και αυτό, τις περισσότερες φορές δεν είναι ιδανικό. Η εργονομία είναι το πιο αδύναμο σημείο του εσωτερικού. Όχι επειδή είναι κακή σε ποιότητα αλλά επειδή είναι υπερφορτωμένη. Χρειάζεται εξοικείωση και, μέχρι να τη βρεις, αποσπά λίγη από την προσοχή που θα ήθελες να έχεις στον δρόμο.
Από την άλλη, η θέση οδήγησης είναι σωστή, χαμηλή, με τα καθίσματα να προσφέρουν καλή στήριξη και άνεση. Τα υλικά είναι ποιοτικά, το φινίρισμα προσεγμένο και συνολικά το περιβάλλον σου θυμίζει συνεχώς ότι βρίσκεσαι σε κάτι ξεχωριστό. Αυτό όμως είναι και το σημείο στο οποίο πρέπει να σταθεί κανείς. Το ξεχωριστό του πράγματος είναι που κρατάς από το Cyberster και την εταιρεία που δεν δίστασε να κάνει το halo car της αυτοκίνητο για δοκιμή και του “επιτρέπει” να λερωθεί, να σκονιστεί και να πέσει σε λακούβες που στην πραγματικότητα θα μπορούσαν να είναι εκτός φακέλου λειτουργίας.
Βλέπετε, τα concept cars είναι προορισμένα να στέκουν ακίνητα, αγέρωχα αλλά ακίνητα, κεντρικά τοποθετημένα σε κάποια υπερυψωμένη σκηνή ή στο κέντρο κάποιας αίθουσας με περιορισμένη πρόσβαση στο εσωτερικό τους. Εδώ, στην προκειμένη περίπτωση, το MG Cyberster της Ελληνικής αντιπροσωπείας, μας έδωσε τη δυνατότητα να το ταξιδέψουμε με ήλιο και βροχή, να το “ζήσουμε” λερώνοντάς το σε λάσπες και νεροφαγώματα, για να εκτιμήσουμε την καλή δουλειά που έχει γίνει σε επίπεδο ποιότητας.
Με την οροφή μαζεμένη, το Cyberster, ένα μοντέλο που δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς ως “αγνό” roadster μια και δεν καλύπτει τις προδιαγραφές που είχαν τεθεί από τα ομόλογα μοντέλα του παρελθόντος, κινείται και προκαλεί ανάλογα συναισθήματα. Είναι όσο αναλογικό του επιτρέπει η ηλεκτρική του υπόσταση και προσφέρει πολύ περισσότερη χαρά και εντυπωσιασμό από όσο ορίζουν οι ηλεκτρικές πόρτες που σηκώνοντας προς τα πάνω για να μπεις και να βγεις. Το MG Cyberster δεν είναι ένα purist roadster είναι ένα σύγχρονο roadster, σχεδιασμένο με τους κανόνες του σήμερα, που θέλουν ηλεκτρισμό, δύναμη και full ψηφιακό περιβάλλον.
Βάζεις το ζευγάρι σου δίπλα και λίγα πράγματα πίσω (249 λίτρα- όχι και άσχημα για διθέσιο roadster, ενώ για frunk ούτε λόγος- κάτω από το εντυπωσιακά μεγάλο εμπρός καπό, βρίσκεται μόνο μια ανάλογα μεγάλη πλαστική επιφάνεια που καλύπτει- προστατεύει κάποια ευαίσθητα μέρη, ενώ δίνει και επιλεκτική πρόσβαση σε δοχεία για αναπλήρωση υγρού, όπως π.χ. για τον καθαρισμό του παρμπρίζ). Φορτίζεις ταχύτατα μια και μπορεί να δεχτεί έως και 144 kW από ταχυφορτιστή (11άρι onboard έχει για σύνδεση σε wallbox) κάτι που σημαίνει πως σε 38 λεπτά της ώρας, φέρνει την πληρότητα της μπαταρίας στο 80% (από 10%).
Έτσι λοιπόν, ο δρόμος μπροστά σου δεν σε τρομάζει. Μπορείς να προγραμματίσεις ακόμα και τα πιο μακρινά ταξίδια και να απολαύσεις, εντάξει, από το Μάιο και μετά, την ελληνική ομορφιά του δρόμου, με τίποτα ανάμεσα στο κεφάλι σου και τον ουρανό. Το ηχοσύστημα του Cyberster είναι παραπάνω από ικανοποιητικό, ενώ προφανώς, σημαντικό ρόλο παίζει και η ησυχία στην κίνηση. Έτσι το Cyberster δημιουργεί μια προσέγγιση της σύγχρονης αυτοκίνησης, που μπορεί να ξυπνήσει μνήμες και να εγείρει πάθη.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πετυχαίνει κάτι πολύ δύσκολο. Να μην απολογείται για αυτό που είναι. Ως halo car, το Cyberster δείχνει τι μπορεί να κάνει η MG όταν δεν περιορίζεται από excel, κατηγορίες αγοράς και πλάνα για marketing placement. Δείχνει ότι η σύγχρονη αυτοκίνηση μπορεί ακόμη να έχει χαρακτήρα, ακόμα κι αν αυτός δεν μοιάζει με ό,τι ξέραμε. Φεύγεις από το τιμόνι του όχι με την αίσθηση ότι οδήγησες το τέλειο roadster αλλά με τη βεβαιότητα ότι οδήγησες κάτι σημαντικό. Ένα αυτοκίνητο που δεν φοβάται το βάρος του, ούτε την εποχή του και αυτό είναι πραγματικά priceless σήμερα, οπότε και τα 75 χιλιάρικα για την αγορά του, δεν ακούγονται και τόσο εξωφρενικά.