Οδηγούμε το νέο μεγάλο SUV της Omoda, με τους 537 ίππους, την πρίζα και την τετρακίνηση

Η πρώτη επαφή με το Omoda 9 PHEV αφήνει μια αίσθηση που δύσκολα μπορείς να αγνοήσεις, μια και πρόκειται για ένα SUV που προσπαθεί να τα πει όλα με τη μία. Ισχύς, τεχνολογία, πολυτέλεια, οικολογικό προφίλ, φουτουριστικός σχεδιασμός. Το ερώτημα είναι αν τελικά τα λέει με συνοχή ή αν καταλήγει να μπερδεύει το ίδιο του το αφήγημα.
Ας ξεκινήσουμε από τα “βαριά χαρτιά” που ρίχνει στο τραπέζι η Omoda, με το νέο της SUV 9. Κάτω από το καπό βρίσκεται ένα plug-in υβριδικό σύστημα που συνδυάζει έναν υπερτροφοδοτούμενο βενζινοκινητήρα 1,5 λίτρων με 3 ηλεκτροκινητήρες. Η συνδυαστική απόδοση φτάνει τους 537 ίππους, ένα νούμερο που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα συναντούσες μόνο σε καθαρόαιμα σπορ μοντέλα ευρωπαϊκών κατασκευαστών.
Η ροπή ξεπερνά τα 650 Nm, εξασφαλίζοντας εκρηκτικές επιταχύνσεις και άμεση απόκριση σε κάθε πάτημα του γκαζιού. Το κιβώτιο είναι αυτόματο σχεδιασμένο να συνεργάζεται με το υβριδικό σύστημα ώστε να εναλλάσσει απρόσκοπτα τις πηγές ενέργειας. Η κίνηση μεταφέρεται και στους τέσσερις τροχούς μέσω ηλεκτρονικά ελεγχόμενης τετρακίνησης, η οποία μπορεί να κατανείμει τη ροπή δυναμικά ανάλογα με τις συνθήκες.
Το αποτέλεσμα, τουλάχιστον στα χαρτιά, είναι εντυπωσιακό: 0-100 χλμ./ώρα περίπου 4,5 δευτερόλεπτα, με τελική ταχύτητα που περιορίζεται ηλεκτρονικά στα 180 χλμ./ώρα. Η μπαταρία, χωρητικότητας 35 kWh (34,46), προσφέρει αμιγώς ηλεκτρική αυτονομία 145 χιλιομέτρων στον κύκλο WLTP, ένα νούμερο που τοποθετεί το Omoda 9 PHEV στην κορυφή της κατηγορίας του. Η φόρτιση μπορεί να γίνει τόσο σε AC όσο και σε DC ταχυφορτιστές 65 kW, με τον χρόνο πλήρωσης να κυμαίνεται από μερικές ώρες έως λιγότερο από μία ώρα για το 80%, ανάλογα με την υποδομή.
Και εδώ έρχεται μια κρίσιμη λεπτομέρεια που αξίζει να επισημανθεί: το υβριδικό αυτό σύστημα δεν αποτελεί μια μεμονωμένη τεχνολογική επίδειξη αλλά είναι ουσιαστικά το ίδιο που χρησιμοποιεί η Chery σε όλη τη γκάμα των plug-in υβριδικών της μοντέλων. Πρόκειται για μια “οριζόντιας χρήσης” τεχνολογική πλατφόρμα, που μεταφέρεται από μοντέλο σε μοντέλο, προσαρμοσμένη απλώς σε διαφορετικά αμαξώματα και κατηγορίες.
Αυτό έχει τα πλεονεκτήματά του που έχουν να κάνουν με την οικονομία κλίμακος και την αυταπόδεικτη αξιοπιστία αλλά και τα μειονεκτήματά του, καθώς δημιουργεί την αίσθηση ότι η εμπειρία οδήγησης δεν είναι πλήρως “ραμμένη” πάνω στο συγκεκριμένο μοντέλο. Στον δρόμο, το Omoda 9 PHEV επιβεβαιώνει εν μέρει τις υποσχέσεις του. Η επιτάχυνση είναι καταιγιστική, σχεδόν βίαιη αν το ζητήσεις, και η μετάβαση από ηλεκτρική σε υβριδική λειτουργία γίνεται σχετικά ομαλά.
Σε χαλαρούς ρυθμούς, μπορείς να κινηθείς σχεδόν αθόρυβα, εκμεταλλευόμενος την ηλεκτρική αυτονομία. Όμως όταν πιεστεί, το σύστημα δείχνει έναν ελαφρύ δισταγμό στη συνεργασία κινητήρα και κιβωτίου, σαν να υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων. Η ανάρτηση είναι ρυθμισμένη με γνώμονα την άνεση, απορροφώντας αποτελεσματικά τις ανωμαλίες του δρόμου, σε αγαστή συνεργασία και με τους μεγάλους τροχούς, στο κέντρο των οποίων υπάρχουν ζάντες 20 ιντσών.
Παρ’ όλα αυτά, το αυξημένο βάρος γίνεται αισθητό στις στροφές και υπό πίεση, “σέρνει” το αμάξωμα προς το εξωτερικό της στροφής αν το παρακάνεις με την ταχύτητα εισόδου. Το αμάξωμα παρουσιάζει κλίσεις και η συνολική αίσθηση δεν εμπνέει τον οδηγό να κινηθεί με σπορ διάθεση, παρά τα εντυπωσιακά νούμερα ισχύος και τις ανάλογες επιδόσεις. Κάπου εκεί όμως, είναι και το σημείο εκκίνησης των μεγαλύτερων ενστάσεών μου σχετικά με το αυτοκίνητο.
Το Omoda 9, δεν είναι ένα τυπικό δείγμα PHEV μοντέλου που έχει σπορ βλέψεις- ανάλογες της συνολικής του απόδοσης και του εξοπλισμού που αφορά στη μετάδοση. Ως τετρακίνητο, το Omoda 9, θα περίμενε κανείς πως με την ισχύ του να καταλήγει στους τροχούς ανάλογα με την απόφαση κάποιας κεντρικής μονάδας ελέγχου, η συμπεριφορά του θα ήταν τουλάχιστον ισορροπημένη και σίγουρα θα ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά. Κάτι όμως φαίνεται πως δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων.
Το χειροπιαστό αποτέλεσμα, αυτό δηλαδή που εισπράττει ο οδηγός από την κίνηση του αυτοκινήτου στο δρόμο, καταδεικνύει μια λειτουργία που θα ήταν δικαιολογημένη, αν το εμπρός με το πίσω μέρος, δεν ήταν στο ίδιο αυτοκίνητο. Η μεταφορά της ισχύος, όταν ο οδηγός βρεθεί σε ολισθηρό έδαφος, γίνεται με αρκετή χρονοκαθυστέρηση, σαν να μην “συνομιλούν” οι δύο άξονες που φιλοξενούν τροχούς και ηλεκτρικούς κινητήρες. Η κατάσταση αυτή, αναδεικνύει και την αδυναμία του πλαισίου να υποστηρίξει πιο “δυναμικές” απαιτήσεις από τον οδηγό.
Η συνολική εικόνα του αυτοκινήτου δεν είναι ευχάριστη. Ας μην κάνουμε το κρέας, ψάρι. Το Omoda 9, έχει πολλά πλεονεκτήματα για να το κοιτάξει κανείς και ας μένουν κάποιοι παραδοσιακοί οδηγοί παραπονεμένοι. Είναι ένα πλήρως εξοπλισμένο D-SUV που κοστολογείται όσο ένα καλό C-SUV από premium κατασκευαστές. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να το βλέπει κανείς ζεστά. Μεγάλο μέρος της εικόνας του όμως, προκύπτει από την αδυναμία του να υποστηρίξει επαρκώς, τη μεγαλειώδη απόδοση του υβριδικού συνόλου.
Οπότε, αν είστε από αυτούς που δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στο feedback που σας προσφέρει το αυτοκίνητό σας, κοιτάξτε προς άλλη κατεύθυνση. Προσωπικά, το Omoda 9, το βρίσκω απλά ως συμπλήρωμα της γκάμας, μιας μάρκας που έχει προοπτικές- με δεδομένο και το γεγονός πως το Omoda 5 είναι ένα εξαιρετικό από κάθε άποψη SUV αυτοκίνητο, τόσο στην αμιγώς ηλεκτρική, όσο και στην υβριδική του έκδοση. Το εσωτερικό ακολουθεί τη σύγχρονη τάση των μεγάλων οθονών και της ψηφιοποίησης.
Δύο ενιαίες οθόνες κυριαρχούν στο ταμπλό, προσφέροντας πληροφορίες και ψυχαγωγία, ενώ τα υλικά είναι ποιοτικά και η συναρμογή προσεγμένη. Υπάρχει μια εμφανής προσπάθεια να δοθεί premium χαρακτήρας, με μαλακές επιφάνειες και προσεγμένες λεπτομέρειες. Ο εξοπλισμός περιλαμβάνει όλα τα σύγχρονα συστήματα υποβοήθησης οδηγού: adaptive cruise control, διατήρηση λωρίδας, αυτόματο φρενάρισμα έκτακτης ανάγκης, κάμερες 360 μοιρών.
Ο εξοπλισμός του είναι αντικειμενικά πλήρης. Στην περίπτωση του “δικού μας” Omoda 9, είχαμε και το πρόσθετο της μεγάλης ηλιοροφής, που ανοίγει κιόλας κατά το ήμισυ, δίνοντας έναν ακόμα πόντο πολυτέλειας στην έτσι και αλλιώς φιλόξενη καμπίνα, με τα θερμαινόμενα/ αεριζόμενα καθίσματα τόσο εμπρός, όσο και πίσω. Οι μπροστινοί μάλιστα, έχουν στη διάθεσή τους και κάποια προγράμματα μασάζ- που είναι τώρα τελευταία, όλο και πιο καλοδεχούμενα ως στοιχείο εξοπλισμού.
Ορισμένα εργονομικά “παράδοξα” εντοπίζονται στα χειριστήρια, κυρίως στους φυσικούς διακόπτες, με πιο πρωτότυπο αυτό της επιλογής προγράμματος οδήγησης από το περιστροφικό διακόπτη που φιλοξενεί το alarm, στο κέντρο, ανάμεσα σε δύο αντίστοιχα, με τα οποία παρεμβαίνεις εν μέρει στις ρυθμίσεις του κλιματισμού- μια και αν θέλεις κάτι συγκεκριμένο ως ρύθμιση, θα πρέπει να καταφύγεις στην κεντρική οθόνη του αυτοκινήτου.
Αντίστοιχα, είναι περίεργη επιλογή και η ύπαρξη πλήκτρου για το ηλεκτρικό άνοιγμα της πόρτας από μέσα, το οποίο όμως είναι σχετικά “κρυμμένο”, με το χειροκίνητο χειριστήριο να είναι σε πιο προφανή θέση. Άλλο “παράδοξο” στα όρια του λογισμικού bug, είναι το ότι οι “χωνευτές” χειρολαβές των θυρών απ’ έξω, αναδύονται μεν όταν πλησιάσεις αλλά πρέπει να πατήσεις κουμπί (είτε πάνω στη χειρολαβή της πόρτας του οδηγού, είτε στο τηλεχειριστήριο/ κλειδί) για να ξεκλειδώσεις το αυτοκίνητο.
Εκεί που το Omoda 9 μπορεί να σε διχάσει είναι στον σχεδιασμό του. Το μπροστινό μέρος είναι έντονο, επιθετικό, γεμάτο ακμές και φουτουριστικά στοιχεία- συνολικά, ιδιαίτερα “ψαρωτικό”. Η μάσκα είναι μεγάλη, με ιδιαίτερη γεωμετρία, και τα φωτιστικά σώματα δίνουν μια high-tech αισθητική. Είναι ένα πρόσωπο που θέλει να τραβήξει την προσοχή και το καταφέρνει. Το πίσω μέρος, όμως, μοιάζει να ανήκει σε άλλο αυτοκίνητο.
Πιο ήπιο, πιο συμβατικό, με γραμμές που δεν ακολουθούν τη δυναμική ένταση του εμπρός τμήματος. Η εικόνα που αντικρίζει κανείς, δημιουργεί την εντύπωση ότι τα δύο άκρα του αυτοκινήτου δεν “συνομιλούν” μεταξύ τους- ούτε και σχεδιαστικά. Είναι σαν συνεργάτες στο ίδιο γραφείο που έχουν τσακωθεί και δεν μιλιούνται, ενώ εν προκειμένω “ο ένας φωνάζει και ο άλλος απαντά με σιωπή”.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα άσχημο, είναι σίγουρα εντυπωσιακό αλλά σίγουρα δεν είναι αρμονικό. Αυτό το σχεδιαστικό “ρήγμα” επηρεάζει και την αντίληψη για το αυτοκίνητο συνολικά. Δείχνει σαν ένα project που συγκέντρωσε πολλές καλές ιδέες αλλά δεν τις έδεσε πλήρως σε ένα ενιαίο σύνολο. Και εδώ ίσως βρίσκεται η ουσία του Omoda 9 PHEV, που είναι ένα αυτοκίνητο το οποίο προσπαθεί να είναι τα πάντα αλλά δυσκολεύεται να ορίσει τι ακριβώς είναι.
Στην ελληνική πραγματικότητα, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα. Η κατηγορία των μεγάλων, ισχυρών plug-in υβριδικών SUV είναι ήδη περιορισμένη σε ζήτηση, ενώ το κοινό που ενδιαφέρεται για τέτοια μοντέλα συχνά στρέφεται προς πιο καθιερωμένες ευρωπαϊκές μάρκες. Η τιμή των 46.900 ευρώ που έχει οριστεί ως “εκκίνησης” λόγω της τεχνολογίας και της ισχύος, δεν μοιάζει υψηλή και μάλλον μπορεί για κάποιους λίγους να θεωρηθεί ως θέλγητρο.
Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι η μάρκα δεν έχει ακόμη ισχυρή παρουσία και αναγνωρισιμότητα στην αγορά, το έργο γίνεται ακόμη πιο δύσκολο. Το Omoda 9 PHEV καλείται να πείσει ένα κοινό που δεν το γνωρίζει, σε μια κατηγορία που ήδη έχει έντονο ανταγωνισμό και περιορισμένο καταναλωτικό ενδιαφέρον. Και κάπου εδώ γεννιέται ένα σχεδόν κινηματογραφικό σενάριο. Φαντάσου το αυτοκίνητο να βρίσκεται σε ένα λιμάνι, έτοιμο να επιβιβαστεί σε ένα πλοίο με προορισμό την Κίνα.
Όχι ως εξαγωγικό προϊόν αυτή τη φορά, αλλά ως επιστροφή. Σαν να ολοκλήρωσε μια σύντομη αποστολή σε μια αγορά που δεν κατάφερε να κατακτήσει. Οι υπεύθυνοι κοιτούν τα νούμερα, τα δεδομένα, τις αντιδράσεις του κοινού. Το συμπέρασμα δεν είναι απαραίτητα ότι το αυτοκίνητο είναι κακό. Είναι τεχνολογικά προηγμένο, ισχυρό, εντυπωσιακό σε πολλούς τομείς. Αλλά δεν βρήκε τον ρόλο του σε αυτό το συγκεκριμένο περιβάλλον. Έτσι, με μια δόση ρεαλισμού αποφασίζεται η επιστροφή του στον αποστολέα- ή η παραμονή του στη γκάμα ως “συμπλήρωμα”.