Δοκιμή του πολλά υποσχόμενου “εισαγωγικού” ηλεκτρικού Dongfeng Box

Το Dongfeng Box είναι ένα από εκείνα τα αυτοκίνητα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν οι προτεραιότητες των κατασκευαστών έχουν αρχίσει να μετακινούνται προς μια διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που περιμένουν οι οδηγοί.
Στα χαρτιά είναι ένα σύγχρονο, αμιγώς ηλεκτρικό μικρό αυτοκίνητο πόλης, με σχεδίαση που θέλει να δείχνει φρέσκια και τεχνολογική, και με έναν εξοπλισμό που φιλοδοξεί να το φέρει πιο κοντά σε μια νέα γενιά αγοραστών. Στην πράξη όμως, η εμπειρία πίσω από το τιμόνι αποκαλύπτει μια σειρά από αντιφάσεις που δεν κρύβονται εύκολα, ιδιαίτερα για όποιον αναζητά κάτι περισσότερο από μια απλή μετακίνηση από το σημείο Α στο σημείο Β.
Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά, γιατί υπάρχουν και είναι σημαντικά. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του μοντέλου είναι αναμφίβολα η ευρυχωρία της καμπίνας. Για ένα αυτοκίνητο της κατηγορίας του, το εσωτερικό του εκπλήσσει ευχάριστα. Οι επιβάτες μπροστά έχουν άπλετο χώρο, ενώ και πίσω δεν αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε ένα αυστηρά μικρό αυτοκίνητο πόλης. Η αίσθηση που δημιουργείται είναι ότι οι μηχανικοί προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν κάθε εκατοστό του μεταξονίου των 2.660 χιλιοστών, κάτι που τελικά αποδίδει στην καθημερινή χρήση.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο πορτ μπαγκάζ, όπου η απουσία εταζέρας, επιτρέπει τη φιλοξενία ακόμα και μεγάλων βαλιτσών, όρθιων- και μάλιστα χωρίς να εμποδίζεται η ορατότητα από τον κεντρικό καθρέπτη. Συνεπώς, αυτό που μπορώ να σας πω μετά λόγου γνώσεως, είναι πως τα 326 λίτρα που ανακοινώνονται ως χωρητικότητα, είναι μέχρι το επάνω μέρος της “πλάτης” του καθίσματος για τους πίσω επιβάτες. Επιπλέον, σε αστικές μετακινήσεις, όπου η άνεση για τέσσερις επιβάτες μπορεί να κάνει τη διαφορά, το αποτέλεσμα είναι πραγματικά καλό.
Στο ίδιο θετικό πλαίσιο κινείται και η ποιότητα των υλικών της καμπίνας. Εκεί όπου πολλοί κατασκευαστές επιλέγουν σκληρά πλαστικά και απλοϊκές λύσεις, το συγκεκριμένο μοντέλο δείχνει μια πιο προσεγμένη προσέγγιση. Οι επιφάνειες έχουν ευχάριστη υφή, τα υλικά δείχνουν ποιοτικά και η συνολική αίσθηση δεν θυμίζει οικονομικό αυτοκίνητο. Υπάρχει μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα πιο σύγχρονη και πιο προσεγμένη, με στοιχεία που θέλουν να θυμίζουν μεγαλύτερες και ακριβότερες κατηγορίες.
Για όποιον δίνει σημασία στο πώς αισθάνεται μέσα στο αυτοκίνητο, αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Εν προκειμένω, μπορεί να μην είχαμε στη διάθεσή μας τη “βασική” έκδοση του μοντέλου, αυτή που κοστολογείται 18.000 ευρώ αλλά και πάλι όμως, η εικόνα είναι θετική και σου αφήνει ένα βάσιμο ερώτημα “πόσο διαφορετικό να είναι το βασικό Box”; Εκεί που καταλαγιάζει ο ενθουσιασμός, είναι όταν το αυτοκίνητο αρχίσει και ρολάρει και ο οδηγός αναζητά κάποια μορφή αίσθησης από τα τεκταινόμενα στο δρόμο.
Το πρώτο και πιο εμφανές “κράτημα”, έρχεται από το τιμόνι. Η αίσθηση που μεταφέρει στον οδηγό είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει η παραμικρή πληροφόρηση από τον δρόμο, ούτε εκείνη η μικρή αντίσταση που σε βοηθά να καταλάβεις τι κάνουν οι μπροστινοί τροχοί. Το αποτέλεσμα είναι ένα τιμόνι που μοιάζει αποκομμένο από το υπόλοιπο αυτοκίνητο. Σε χαμηλές ταχύτητες μέσα στην πόλη ίσως αυτό να μην ενοχλήσει ιδιαίτερα αλλά όσο αυξάνεται ο ρυθμός γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι λείπει η αίσθηση εμπιστοσύνης που πρέπει να προσφέρει το σύστημα διεύθυνσης.
Η κατάσταση αυτή επηρεάζει άμεσα και τη συνολική οδηγική εμπειρία. Ένα αυτοκίνητο μπορεί να συγχωρέσει πολλά πράγματα αλλά όταν ο οδηγός δεν αισθάνεται τι συμβαίνει κάτω από τους τροχούς, η σύνδεση με το όχημα χάνεται. Το συγκεκριμένο μοντέλο δείχνει να αντιμετωπίζει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Η οδήγηση γίνεται περισσότερο μια διαδικασία χειρισμού ενός ηλεκτρονικού αντικειμένου παρά η εμπειρία ενός κανονικού αυτοκινήτου. Με άλλα λόγια, στο δρόμο κάνεις αυτά που ξέρεις πως γίνονται και δεν αναζητάς κάποιο είδους “όριο” για να δεις που βρίσκεσαι.
Ακόμη πιο περίεργη είναι η αίσθηση που δίνει το πλαίσιο. Σε γενικές γραμμές, η ανάρτηση από μόνη της δεν είναι κακή. Στις λακκούβες της πόλης απορροφά αρκετά καλά τις ανωμαλίες και προσφέρει ένα επίπεδο άνεσης που είναι απολύτως αποδεκτό για την κατηγορία. Όμως η συνολική συμπεριφορά του αυτοκινήτου δεν δείχνει να είναι πλήρως αρμονική. Υπάρχει μια αίσθηση ότι το πλαίσιο είναι κάπως “ξύλινο”, σαν να μην συνεργάζεται απόλυτα με την ανάρτηση. Μοιάζει το πλαίσιο να έρχεται από τη “σκληρή” έποχή των αυτοκινήτων με συμβατικούς κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό σε πιο γρήγορες αλλαγές κατεύθυνσης ή σε δρόμους με κακή άσφαλτο. Το αυτοκίνητο δεν δείχνει να δουλεύει ως ένα ενιαίο σύνολο. Αντίθετα, μοιάζει σαν τα διάφορα μηχανικά του μέρη να λειτουργούν λίγο ανεξάρτητα μεταξύ τους. Η ανάρτηση προσπαθεί να απορροφήσει τις ανωμαλίες αλλά το πλαίσιο δεν δίνει την αίσθηση της στιβαρότητας που θα επέτρεπε σε αυτή τη δουλειά να γίνει ομαλά. Το αποτέλεσμα είναι μια οδηγική εμπειρία που στερείται συνοχής.
Δεν μιλάμε απαραίτητα για κάτι επικίνδυνο αλλά για κάτι που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και σίγουρα κρατάει σε απόσταση το χειριστή από το μηχάνημα. Ο οδηγός αισθάνεται ότι το αυτοκίνητο δεν έχει εκείνη τη μηχανολογική αρμονία που χαρακτηρίζει τα καλύτερα μοντέλα της κατηγορίας. Ένα ακόμη σημείο που δημιουργεί προβληματισμό είναι το λογισμικό του αυτοκινήτου. Όπως συμβαίνει πλέον με πολλά σύγχρονα ηλεκτρικά μοντέλα, σχεδόν όλες οι λειτουργίες ελέγχονται μέσα από μια κεντρική οθόνη.
Θεωρητικά αυτό θα μπορούσε να κάνει τη χρήση πιο απλή και πιο μοντέρνα. Στην πράξη όμως, η υλοποίηση δείχνει αρκετά πρόχειρη. Το σύστημα μοιάζει φθηνό και παλιό, τόσο στον τρόπο που ανταποκρίνεται όσο και στην αισθητική του. Τα γραφικά θυμίζουν περισσότερο συσκευές προηγούμενης δεκαετίας παρά ένα σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον. Η εξάρτηση από την οθόνη για βασικές λειτουργίες κάνει την καθημερινή χρήση πιο δύσκολη από όσο θα έπρεπε να είναι.
Μιλάμε για ένα μικρό ηλεκτρικό πόλης, που θα έπρεπε να κάνει πράγματα “με τη σκέψη” και όχι να σου επιβάλλει πριν ξεκινήσεις να περνάς από το μενού για να παραμετροποιήσεις τη λειτουργία του αυτοκινήτου. Πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν εύκολα με έναν φυσικό διακόπτη απαιτούν πλοήγηση μέσα σε μενού, κάτι που αποσπά την προσοχή του οδηγού. Σε μια εποχή όπου το λογισμικό παίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο στα αυτοκίνητα, η ποιότητα του ψηφιακού περιβάλλοντος δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι βασικό στοιχείο της εμπειρίας. Και σε αυτό το σημείο το Box δείχνει να μένει πίσω. Συνολικά, το μικρό μοντέλο της Dongfeng είναι ένα αυτοκίνητο με ξεκάθαρες αντιθέσεις. Από τη μία πλευρά προσφέρει έναν ευρύχωρο και ευχάριστο εσωτερικό χώρο, με υλικά που δημιουργούν μια καλή πρώτη εντύπωση. Από την άλλη πλευρά όμως, η οδηγική εμπειρία δεν καταφέρνει να υποστηρίξει αυτή την εικόνα.
Η μπαταρία των 43,9 kWh, δέχεται φόρτιση από DC έως 75 kW και από AC 6,6- αμφότερα νούμερα που ανήκουν ήδη σε εφαρμογές παρελθόντος χρόνου για τη σύγχρονη ηλεκτροκίνηση. Οι 95 ίπποι του ηλεκτροκινητήρα, είναι απλά επαρκείς για τις ανάγκες του αυτοκινήτου κυρίως στην πόλη, ενώ η θεωρητική αυτονομία των 340 χιλιομέτρων που “υπόσχεται” ο κατασκευαστής, μπορεί να προσμετράται μεταξύ των πλεονεκτημάτων που θα ακούσετε για το Box.
Δεν είναι τυχαίο το ότι δεν ανακοινώνεται χρόνος για το τυπικό 0-100 χλμ./ώρα, ενώ και η τελική ταχύτητα του αυτοκινήτου περιορίζεται -απόλυτα δίκαια- στα 140 χλμ./ώρα. Το τιμόνι χωρίς αίσθηση, η περίεργη συνεργασία πλαισίου και ανάρτησης και το αδύναμο λογισμικό δημιουργούν ένα σύνολο που δείχνει ανολοκλήρωτο. Σαν να σχεδιάστηκε με προτεραιότητα την εικόνα και τον εξοπλισμό, αλλά χωρίς την ίδια προσοχή στη μηχανική συνοχή και στη λεπτομέρεια της οδηγικής εμπειρίας.
Συνεπώς, αυτό που μπορεί να κρατήσει κανείς είναι πως το Box απευθύνεται σε όποιον θέλει απλώς ένα ηλεκτρικό μέσο μετακίνησης στην πόλη, εκεί που αυτά τα μειονεκτήματα ίσως να μην είναι καθοριστικά. Για όποιον όμως περιμένει από ένα αυτοκίνητο να προσφέρει και μια στοιχειώδη οδηγική ευχαρίστηση ή έστω μια αίσθηση ποιότητας στον τρόπο που κινείται στον δρόμο, οι αδυναμίες αυτές δύσκολα θα περάσουν απαρατήρητες.
Τελικά, το αυτοκίνητο δίνει την εντύπωση ότι έχει τις βάσεις για κάτι καλό αλλά δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο όπου όλα τα στοιχεία του λειτουργούν πραγματικά μαζί. Και σε μια αγορά που γίνεται όλο και πιο ανταγωνιστική, αυτό μπορεί να αποδειχθεί ένα σημαντικό μειονέκτημα. Για την έκδοση με τη μπαταρία των 31 kWh και τη “βασική” τιμή των 21.500 ευρώ (που για νέους έως 29 ετών και με το Κινούμαι Ηλεκτρικά 3, διαμορφώνεται στα 18.000 ευρώ), θα μπορούσαμε να “επαναδιαπραγματευτούμε” όλο το πακέτο και το τελικό σκορ να είναι υπέρ του.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως, με το αυτοκίνητο που έχουμε μπροστά μας να κοστίζει πάνω από 25.000 ευρώ, τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά μια και υπάρχουν στην αγορά προτάσεις που μπορούν και καλύπτουν με πιο ολιστικό τρόπο την ανάγκη για την απόκτηση καινούργιου ηλεκτρικού αυτοκινήτου- που δεν απευθύνεται απαραίτητα σε νέους έως 29 ετών.