Δοκιμάζουμε το firefly με τους 143 ίππους και την εντυπωσιακή ποιότητα σε όλα τα επίπεδα

Έφτασε η στιγμή που περιμέναμε αρκετό καιρό και βάλαμε στο χέρι το πιο “παράξενο πουλί” του κλουβιού που λέγεται “ελληνική αγορά” αυτοκινήτου, για να εντυπωσιαστούμε με την αρτιότητα και τον πολύ ενδιαφέρον οδηγικό του χαρακτήρα, στοιχεία που του προσφέρουν μαζί με την τιμή αγοράς, όλα όσα χρειάζεται για να “μπει” σοβαρά και με αξιώσεις, στη short list όλων όσοι ψάχνουν την επόμενη μέρα τους στην αυτοκίνηση.
Πρώτη γνωριμία με ένα ολοκαίνουργιο brand είναι πάντα μια περίεργη υπόθεση. Πηγαίνεις λίγο επιφυλακτικός, με τη σκέψη ότι “εντάξει, άλλο ένα ηλεκτρικό πόλης”. Μέχρι να περάσουν τα πρώτα χιλιόμετρα. Γιατί το firefly δεν είναι απλώς το πρώτο μοντέλο της θυγατρικής της NIO. Είναι ένα αυτοκίνητο που δείχνει ότι οι Κινέζοι δεν έφτιαξαν απλώς έναν ακόμα αντίπαλο για τα ηλεκτρικά supermini της αγοράς. Έφτιαξαν ένα αυτοκίνητο που έχει προσωπικότητα, ουσία και -κυρίως- χαρακτήρα.
Και ξέρετε κάτι; Επιτέλους εμφανίστηκε ένας πραγματικά αξιόλογος αντίπαλος για το Renault 5 E-Tech. Ναι, το γαλλικό μοντέλο έχει το τεράστιο πλεονέκτημα της ιστορίας, της νοσταλγίας και της συναισθηματικής σύνδεσης που κουβαλά το όνομά του. Το firefly όμως δεν προσπαθεί να αντιγράψει κανέναν. Έρχεται με τη δική του ταυτότητα, τη δική του αισθητική και μια ποιότητα κατασκευής που δύσκολα περιμένεις από έναν ολοκαίνουργιο κατασκευαστή.
Από κοντά είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό απ’ ό,τι στις φωτογραφίες. Οι τρεις κυκλικοί προβολείς ανά πλευρά εμπρός και πίσω δημιουργούν μια μοναδική φωτεινή υπογραφή, το αμάξωμα δείχνει “φουσκωμένο” εκεί που πρέπει, οι αναλογίες είναι σωστές και οι μεγάλες ζάντες γεμίζουν ιδανικά τα φτερά. Δεν προσπαθεί να μοιάσει σε MINI, ούτε σε Fiat 500, ούτε φυσικά στο Renault 5. Είναι απλά… firefly. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κομπλιμέντο, μια και έμπρακτα δείχνει πως ήρθε κοντά μας ως original work και όχι ως αντίγραφο.
Μπαίνοντας στην καμπίνα συνεχίζονται οι ευχάριστες εκπλήξεις. Το πρώτο πράγμα που παρατηρείς είναι η ποιότητα. Μαλακά υλικά, εξαιρετικό φινίρισμα, στιβαρή συναρμογή και μια εικόνα που δεν έχει καμία σχέση με όσα είχαμε συνηθίσει να περιμένουμε από μικρά αυτοκίνητα. Τα “πτερύγια” των αεραγωγών είναι κινούμενα, φροντίζοντας διακριτικά την καλύτερη δυνατή διάχυση της επιθυμητής θερμοκρασίας. Ταυτόχρονα, το σύστημα κλιματισμού, μπορεί και αρωματίζει την ατμόσφαιρα.
Με δυνατότητα αυξομείωσης της έντασης στο άρωμα και φυσικά μια παλέτα επιλογών για να ταιριάζει σε κάθε γούστο. Μιλάμε τώρα για λεπτομέρειες, που μπορεί να μην έχουν να κάνουν και τόσο με την ανάδειξη του προηγμένου software που χρησιμοποιεί η NIO και το βλέπουμε και στο πρώτο firefly που έχουμε μπροστά μας. Είναι αυτά τα “μικρά-μικρά” στοιχεία σε ένα καινούργιο αυτοκίνητο, που σε κερδίζουν αβίαστα, μια και σε κάνουν να αισθάνεσαι πολύ καλά με την επιλογή σου.
Πρέπει να σας πω εδώ, πως εξαιτίας της αρτιότητας που παρουσιάζει το software του αυτοκινήτου συνολικά, αν κάποιος κάλυπτε το λογότυπο στο τιμόνι, δύσκολα θα πίστευες ότι βρίσκεσαι σε αυτοκίνητο αυτής της κατηγορίας. Η μινιμαλιστική σχεδίαση κυριαρχεί, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική. Ο ψηφιακός πίνακας οργάνων συνεργάζεται άψογα με τη μεγάλη κεντρική οθόνη αφής, ενώ το λειτουργικό σύστημα αποδεικνύεται γρήγορο και ιδιαίτερα εύχρηστο.
Οι αναβαθμίσεις πραγματοποιούνται over-the-air, ενώ φυσικά υπάρχουν ασύρματο Apple CarPlay και Android Auto, φωνητικές εντολές, εφαρμογή απομακρυσμένου ελέγχου μέσω smartphone και πλήθος online υπηρεσιών που κάνουν το αυτοκίνητο να δείχνει πραγματικά σύγχρονο. Εδώ κάπου γεννήθηκε και μια σκέψη που με συνόδευε σε όλη τη διάρκεια της δοκιμής. Αν η Tesla έφτιαχνε μικρό χάτσμπακ, τότε αυτό θα ήταν το firefly- και αυτό προφανώς είναι μέγιστη κολακεία.
Όχι επειδή μοιάζει σχεδιαστικά σε κάποιο Tesla. Κάθε άλλο. Αλλά επειδή αποπνέει ακριβώς εκείνη τη φιλοσοφία του “λιγότερα κουμπιά, περισσότερο λογισμικό, κορυφαία συνδεσιμότητα, συνεχείς αναβαθμίσεις και μια συνολική αίσθηση ότι οδηγείς κάτι που ανήκει στο αύριο”. Είναι μια διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με τους παραδοσιακούς Ευρωπαίους κατασκευαστές και, ομολογουμένως, λειτουργεί εξαιρετικά.
Στον δρόμο το firefly κερδίζει ακόμη περισσότερους πόντους. Ο ηλεκτροκινητήρας αποδίδει 143 ίππους και 200 Nm ροπής, μεταφέροντας όλη τη δύναμη στους πίσω τροχούς. Ναι, καλά διαβάσατε. Πισωκίνητο. Σε μια εποχή που σχεδόν όλα τα μικρά ηλεκτρικά είναι προσθιοκίνητα, το firefly επιλέγει διαφορετικό δρόμο και αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό πίσω από το τιμόνι. Η απόκριση στο γκάζι είναι άμεση, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε καλό ηλεκτρικό, όμως εδώ υπάρχει και μια ευχάριστη αίσθηση ισορροπίας.
Το τιμόνι είναι ακριβές, το εμπρός μέρος στρίβει πρόθυμα και το πίσω σύστημα μετάδοσης χαρίζει μια ευχάριστη ουδετερότητα που σπάνια συναντάς στην κατηγορία. Δεν μιλάμε φυσικά για hot hatch, ούτε προσπαθεί να γίνει κάτι τέτοιο. Απλώς κάνει την καθημερινή οδήγηση πολύ πιο διασκεδαστική. Το τιμόνι “κόβει” σημαντικά και βελτιώνει δραστικά την ικανότητα του firefly στους ελιγμούς, καθώς δεν συμμετέχει στην κίνηση του αυτοκινήτου.
Η ανάρτηση αξίζει επίσης ιδιαίτερη αναφορά. Απορροφά αποτελεσματικά τις κακοτεχνίες της πόλης, χωρίς να γίνεται υπερβολικά μαλακή. Αντίθετα, κρατά σωστά το αμάξωμα στις στροφές, προσφέροντας μια ώριμη αίσθηση που θυμίζει μεγαλύτερη κατηγορία. Είναι από εκείνα τα αυτοκίνητα που σε κάνουν να ξεχνάς ότι οδηγείς ένα μικρό hatchback. Προφανώς και δεν είναι κοντά μας για να “οργώνει” στην πίστα στα Μέγαρα και να κάνει τον οδηγό του να “ιδρώνει” για να “κόψει δέκατα” από το γυρολόγιό του.
Είναι μεγάλη υπόθεση όμως, το να διαπιστώνεις πως το νέο αυτό μοντέλο, τα καταφέρνει πολύ καλά και είναι “ανταγωνιστικό” ως αίσθηση απέναντι σε “σημαδεμένες” περιπτώσεις αυτοκινήτων με ξεκάθαρα πιο σπορ τοποθέτηση και προορισμό. Η ηχομόνωση αποτελεί μία ακόμη ευχάριστη έκπληξη. Ο θόρυβος κύλισης παραμένει περιορισμένος, ο αέρας δεν γίνεται ποτέ ενοχλητικός στις ταχύτητες ταξιδιού και συνολικά το επίπεδο πολιτισμού βρίσκεται πολύ ψηλά.
Η μπαταρία των 42,1 kWh επαρκεί για αυτονομία που φτάνει τα 330 χιλιόμετρα στον κύκλο WLTP, τιμή απολύτως ρεαλιστική για ένα αυτοκίνητο που προορίζεται κυρίως για αστική και περιαστική χρήση. Στην πράξη, με φυσιολογική οδήγηση, μπορείς εύκολα να κινηθείς αρκετές ημέρες χωρίς να χρειαστείς φόρτιση. Εύκολα “έριξα” τη μέση κατανάλωση από το 15,5 kWh/100 χλμ. που εμφάνιζε όταν το πήρα, στο 14 “σκέτο” και εύλογα έχω την αίσθηση πως θα μπορούσα και παρακάτω με λίγες περισσότερες ημέρες στη διάθεσή μου.
Όταν έρθει η στιγμή της φόρτισης, το firefly υποστηρίζει DC έως 100 kW, με την αναπλήρωση από το 10% στο 80% να ολοκληρώνεται σε περίπου μισή ώρα. Σε φορτιστή AC υποστηρίζεται τριφασική φόρτιση έως 11 kW, επιτρέποντας πλήρη φόρτιση μέσα σε ελάχιστα πάνω από τις τρεις ώρες, που προφανώς και αφορά τις ώρες ξεκούρασης του οδηγού, πιθανότατα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στην καθημερινότητα εκτιμάς επίσης τις πρακτικές λύσεις.
Οι χώροι είναι καλύτεροι από αυτούς που υποδηλώνουν οι εξωτερικές διαστάσεις, το πορτμπαγκάζ είναι ιδιαίτερα γενναιόδωρο για την κατηγορία, ενώ υπάρχει και εμπρός αποθηκευτικός χώρος (frunk), κάτι μάλλον σπάνιο για τους περισσότερους ανταγωνιστές. Μικρές λεπτομέρειες που δείχνουν ότι οι άνθρωποι της firefly σκέφτηκαν πραγματικά πώς χρησιμοποιείται ένα αυτοκίνητο στην καθημερινότητα.
Εξίσου ολοκληρωμένο εμφανίζεται και το πακέτο συστημάτων ασφαλείας. Κάμερες περιμετρικής θέασης, ενεργό cruise control, υποβοήθηση διατήρησης λωρίδας, αυτόματο φρενάρισμα έκτακτης ανάγκης, αναγνώριση σημάτων κυκλοφορίας και πλήθος ηλεκτρονικών βοηθημάτων συνεργάζονται διακριτικά, χωρίς να γίνονται υπερβολικά παρεμβατικά. Και τελικά φτάνουμε στο μεγάλο ερώτημα: Αξίζει τα χρήματά του; Η απάντηση είναι μάλλον εύκολη ωστόσο.
Με τιμή που ξεκινά από τις 25.300 ευρώ για την έκδοση Comfort, το firefly τοποθετείται ακριβώς απέναντι στα κορυφαία ηλεκτρικά supermini της αγοράς. Είναι πολύ εύστοχο, βάζοντας “απέναντι” αντίστοιχου μεγέθους αυτοκίνητα, τα περισσότερα από τα οποία πρέπει να σας πω πως δεν θα “άντεχαν” σε μια head to head σύγκριση. Το firefly όταν το ζήσεις, βλέπεις πως δεν “υποκρίνεται” κάτι που δεν είναι, ούτε σου δημιουργεί προσδοκίες που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει.
Υπό αυτό το πρίσμα, το firefly είναι λογικά τιμολογημένο, σε ένα πλαίσιο που μπορεί να φαίνεται “στρεβλό” για όσους το κρίνουν ανορθόδοξα- με τα μέτρα και τα σταθμά των συμβατικών βενζινοκίνητων μοντέλων. Προσφέρει ποιότητα κατασκευής που πλησιάζει μεγαλύτερες κατηγορίες, κορυφαία τεχνολογία, εξαιρετική συνδεσιμότητα, πολύ καλή οδική συμπεριφορά και μια συνολική εμπειρία που δύσκολα συναντάς σε αυτοκίνητο αυτού του μεγέθους.
Το σημαντικότερο όμως είναι κάτι άλλο. Το firefly δεν αγοράζεται επειδή είναι “κινέζικο” ή επειδή είναι “ηλεκτρικό”. Αγοράζεται επειδή είναι πραγματικά καλό αυτοκίνητο. Και αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία της NIO. Δεν βασίστηκε στις εντυπωσιακές προδιαγραφές ή σε έναν χαμηλό τιμοκατάλογο για να τραβήξει το ενδιαφέρον. Έφτιαξε ένα ολοκληρωμένο προϊόν, με ξεκάθαρη προσωπικότητα, υψηλή ποιότητα και μια οδηγική εμπειρία που αφήνει πολύ θετικές εντυπώσεις.
Αν το Renault 5 E-Tech παραμένει η πιο συναισθηματική επιλογή της κατηγορίας, χάρη στην ιστορία που κουβαλά το όνομά του, τότε το firefly είναι ίσως η πιο “φρέσκια”. Και αν αυτή είναι μόνο η αρχή για το νέο brand της NIO στο μοντέλο του οποίου το μόνο “σοβαρό” αρνητικό που μπορεί να εντοπίσει κανείς είναι η απουσία συρόμενου καλύμματος για τη μεγάλη γυάλινη οροφή (δεν παλεύεται κάτω από τον ήλιο, παρά το αποτελεσματικό κλιματιστικό), τότε οι υπόλοιποι κατασκευαστές έχουν κάθε λόγο να κοιτάζουν ήδη προς την Κίνα με αρκετή… ανησυχία.