OPINIONS

Χωρίς αυτοκριτική

Χωρίς αυτοκριτική
INTIME SPORTS

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος, με αφορμή όσα συνέβησαν στη Λεωφόρο, γράφει για το ελληνικό ποδόσφαιρο, για το οποίο δεν μπορείς να περιμένεις θεαματικές μεταβολές

Με τον καιρό έχω μάθει να συνηθίζω οτιδήποτε. Λίγο αποστασιοποιείσαι, μαθαίνεις να διακρίνεις την υπερβολή, αλλά κυρίως την υποκρισία. Θεωρείς τα πάντα μέρος του κόσμου στον οποίο ζεις, αφήνεις κατά μέρους τις αυταπάτες, δεν χαίρεσαι, αλλά καταλαβαίνεις ότι στο ελληνικό ποδόσφαιρο δεν μπορείς να περιμένεις θεαματικές μεταβολές.

Θα μπορούσα να κάνω και αγωνιστική κριτική για το Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός, αλλά το όποιο ενδιαφέρον της θα ήταν σχετικά μικρό αφού μιλάμε για ένα μεμονωμένο ματς – δεν πέφτουν σε κάθε παιγνίδιτου πρωταθλήματος δεκάδες φωτοβολίδες, δεν καίγονται ποδοσφαιριστές, δεν προπηλακίζονται συνοδοί, δεν γίνονται ντου οπαδών: όπου κι όταν αυτά συμβαίνουν το ποδόσφαιρο πάει στην άκρη και δεν έχει πολύ νόημα να αναφέρεσαι στα αγωνιστικά εκτός, αν στο ζητάνε. Δυο μέρες μετά το ματς κανένας αγωνιστικός απολογισμός δεν έχει νόημα.

Γιατί όχι και μπράβο;

Εχουν γραφτεί πολλά και διάφορα για τη βία όταν αυτή εμφανίζεται σε ελληνικά ντέρμπι – τα περισσότερα είναι σωστά – η ηθικολογία, άλλωστε, είναι political correct. Τελευταία έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή η ηθικολογία είναι και ο φερετζές της υποκρισίας και τα πρωτοσέλιδα μετά το ντέρμπι αποτελούν μια εξαιρετική απόδειξη. Η γραμμή των μη οπαδικών εφημερίδων ήταν κοινή: υπήρξε καφρίλα και θρίαμβος του Παναθηναϊκού. Ως περιγραφή της βραδιάς αυτά ήταν έως και σωστά. Μόνο που στο ματς δεν υπήρχαν οπαδοί και των δυο ομάδων, οπότε κάπου υπάρχει μια ερώτηση: σε αυτές τις συνθήκες αγώνα, που περιγράφονται ως συνθήκες καφρίλας, θα μπορούσε να υπάρχει άλλος νικητής;

Αν η απάντηση είναι ναι, τότε δεν υπάρχει λόγος καταδίκης της καφρίλα: καλώς κύλησαν όλα, κακώς τα συζητάμε και η ευχή μας πρέπει να είναι να ξαναγίνουν, αφού εκτονώθηκε κι ο κόσμος και δεν επηρέασαν και το ματς. Αν, όμως, κακώς έγινε ό,τι έγινε πως μπορούμε να μιλάμε για το ματς; Θα ήταν σαφώς προτιμότερο να μην λέγαμε τίποτα: η υποκριτική καταδίκη των επεισοδίων, σε κάθε περίπτωση που αυτά προκύπτουν, είναι χειρότερη από την αποθέωσή τους. Με βάση τη στάση πολλών εφημερίδων, αρθρογράφων, παρατρεχάμενων, καναλιών κτλ, το «μπράβο που τους κάψατε και τους κερδίσατε», θα ήταν η σωστή προσέγγιση. Αλλά δυστυχώς όσοι ηθικολογούν, το κάνουν κυρίως γιατί δεν έχουν τα κότσια να πουν τι πραγματικά πιστεύουν.

Χωρίς αυτοκριτική

Αυτή η τζάμπα μαγκιά είναι που μου έμεινε πιο πολύ μετά το ντέρμπι. Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως οι ομάδες και οι πρόεδροι συντηρούν στρατούς, τους οποίους και χρησιμοποιούν κτλ: αυτά είναι υπεραπλουστεύσεις. Ξέρω πολύ καλά πόσο οι πιο πολλές ΠΑΕ υποφέρουν από τη δύναμη και την ύπαρξη των οργανωμένων, πόσο δύσκολο είναι να τα βάλουν μαζί τους, πόσο αυτοκαταστροφικό μπορεί να αποδειχτεί το να προσπαθήσουν να τους ελέγξουν: όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο δεν ξέρει τι είναι το γήπεδο. Όμως τα τελευταία χρόνια, αν κάτι έχει αλλάξει, είναι ότι η προσπάθεια κάθε ΠΑΕ να τα έχει καλά μαζί τους, δεν περιορίζεται σε δωράκια, διευκολύνσεις και καλή συνεργασία, αλλά φτάνει πλέον στην δικαιολόγηση των όποιων κατορθωμάτων τους.

Ο Γιάννης Αλαφούζος και ο Γιάννης Αναστασίου πχ δεν είναι καθόλου μα καθόλου οπαδοί της βίας και η ταραχή τους, όταν έκαναν τις δηλώσεις καταδίκης των επεισοδίων με τη λήξη του ματς, το μαρτυρά. Ομως και οι δυο – κυρίως ο πρόεδρος της ΠΑΕ – όταν ηρέμησαν άφησαν κατά μέρους τις νουθεσίες κι έψαξαν δικαιολογίες βολικές και γι’ αυτό αστείες. Ο Αλαφούζος, που κάθονταν στον πάγκο του ΠΑΟ στο ματς με τον ΟΦΗ, θεώρησε πρόκληση το ότι ο Μαρινάκης κάθισε στον πάγκο του Ολυμπιακού. Το ντου των οπαδών στο γήπεδο, οι δεκάδες φωτοβολίδες και τα αντικείμενα που έπεφταν κατά ρυπάς, ήταν αποτέλεσμα της πρόκλησης και της αγανάκτησης του κόσμου είπε: το άκουγα και σκεφτόμουν πόσο φοβάται τους οπαδούς ένας κατά τα άλλα σοβαρός άνθρωπος που φτάνει στο να προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Ξέρετε τι θα εκτιμούσα πολύ; Κάθε φορά που γίνονται επεισόδια να έβγαινε κάποιος από μια ομάδα και να έλεγε: «έγινε χαμός σήμερα, καταλαβαίνουμε τον κόσμο μας, τον οποίο σεβόμαστε απεριόριστα και είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε τη σχετική τιμωρία, αφού στο φινάλε για ό,τι έγινε δεν ντρεπόμαστε και καθόλου». Αυτό θα ήταν λιγότερο υποκριτικό, πιο τίμιο και πιο αντρίκειο. Ενώ τώρα τι κάνουμε; Αφού πιπιλίζουμε τα μυαλά του κάθε πιτσιρικά ότι είμαστε οι αδικημένοι, τα θύματα και οι μαχητές του καλού, που περιμένουμε την αυτοκρατορία του κακού ως αντίπαλο, μετά μυξοκλαίμε για την έλλειψη της αστυνομίας ή για τους «λίγους κακούς οπαδούς» που συγχρόνως δικαιολογούμε, και στο τέλος εμείς οι μάγκες κάνουμε ότι μπορούμε για να την βγάλουμε καθαροί και να γλυτώσουμε τις προβλεπόμενες ποινές, που προβλέπουν και αφαιρέσεις βαθμών και ρωτήστε τους ανθρώπους του ΠΑΟΚ να σας το πουν που το θυμούνται! Αυτή η συμπεριφορά είναι περισσότερο επικίνδυνη από όσα έγιναν στη Λεωφόρο γιατί επεισόδια θα φέρει κι άλλα: χωρίς αυτοκριτική, καλύτερος δεν γίνεσαι.

Κομάντο

Εξίσου ανυπόφορος είναι για μένα και ο τρόπος εκείνων των οπαδών, που βλέποντας αυτό το χάος εξακολουθούν να έχουν την απαίτηση από την ομάδα τους να κερδίσει: με αυτή τους την απαίτηση νομιμοποιούν τις αθλιότητες. Το βράδυ της Κυριακής κάποιοι οπαδοί του Ολυμπιακού πήγαν, (κόσμια είναι αλήθεια), να εκφράσουν στην ομάδα τα παράπονά τους γιατί έχασε και δεν έπαιξε καλά. Θυμίζω ότι την επόμενη της «Ριζούπολης», για την οποία ο πράος Τάκης Φύσσας από όσο καταλαβαίνω ακόμα λαχταρά εκδίκηση, κάποιοι δεκάδες οργανωμένοι οπαδοί του ΠΑΟ πήγαν στην Παιανία και τα έβαλαν με την ομάδα κυνηγώντας τους παίκτες: τον Αγγελο Μπασινά μάλιστα που έλειπε τον κυνήγησαν τρεις μέρες αργότερα!

Ολοι αυτοί, που απαιτούν σε συνθήκες ζούγκλας νίκες, το κάνουν γιατί αληθινά λαχταρούν την διαιώνιση της κατάστασης: πιστεύουν σε ένα ποδόσφαιρο όπου δεν υπάρχουν αντίπαλοι, αλλά κομάντος. Το μόνιμο επιχείρημα είναι ότι οι ίδιοι δεν θα μασούσαν, θα τα έκαναν κι αυτοί γης μαδιάμ και θα έδειχναν στους άλλους πόσο γίγαντες είναι. Πάντα απορούσα για ποιο λόγο έχει σταματήσει η μετακίνηση των οπαδών στα ντέρμπι: κανονικά θα πρεπε να πηγαίνουν μόνο αυτοί και να μην υπάρχουν στο γήπεδο ποδοσφαιριστές. Αυτοί θα σκοτώνονταν μεταξύ τους, οι παράγοντες θα τους δικαιολογούσαν με υπερηφάνεια, οι Υπουργοί και οι δημοσιογράφοι θα ηθικολογούσαν, οι εφημερίδες θα έγραφαν ύμνους για το νικητή και, αν το καλοσκεφτείτε, όποιος έτρωγε τη μεγαλύτερη τιμωρία θα ήταν και ο αληθινός θριαμβευτής. Και δεν θα μυξόκλαιγε μπας και τη γλυτώσει…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ