Τσουνάμι στη Μύκονο

Ο Γιαβάς Λιουμπλιού, ένας πρώην νυχτοφύλακας του Πανεπιστημίου Λεμονόσοφ της Μόσχας, αυτοδίδακτος επιστήμονας κατασκευάζει την Μηχανή του χρόνου και φτάνει στην Ελλάδα, που (θα) έχει κυβέρνηση Καρατζαφέρη-προσωπικοτήτων. Διαβάστε το διήγημα του Κώστα Καίσαρη, ειδικά για την πρωτοχρονιά και το Sport24.gr

Όπως κάθε βράδυ, αργά το βράδυ, ο Γιαβάς Λιουμπλιού ρέμβαζε από τη ταράτσα του διώροφου, σε μια συνοικία των ΑΘηνών, πέντε λεπτά από την Ομόνοια. Ξαπλωμένος τ΄ανάσκελα στην αγαπημένη του στάση, πάνω στο στρώμα θαλάσσης, που του είχε κάνει δώρο ο Πολωνός από το ισόγειο. Με τα χέρια του στον τοίχο και το σβέρκο του, να αναπαύεται στο μαξιλάρι του που σχημάτιζαν οι δυο παλάμες του, κοίταγε με ορθάνοιχτα μάτια τον κατάμαυρο αττικό ουρανό.

Οι εξατμίσεις από τα μηχανάκια των θορυβοποιών, που ανεβοκατέβαιναν τον παρακείμενο πεζόδρομο, ουδόλως τον ενοχλούσαν. Έχει συνηθίσει. Άλλωστε αυτό το βράδυ, ήταν το τελευταίο. Τριάντα χρόνια, επίπονης, ακατάπαυστης και μανιώδους εργασίας, είχαν φτάσει στο τέλος τους. Αύριο πρωί-πρωί, βίρα τις άγκυρες και πάμε πλώρη για το μεγάλο ταξίδι. Ποιος ξέρει για πού και για πότε. Η Μηχανή του Χρόνου  ήταν έτοιμη και τον περίμενε στο εργαστήριό του.

Ψύχραιμος και αποφασισμένος μέτραγε αυτές τις τελευταίες ώρες. Ούτε κανένας φόβος τον έσκιαζε, ούτε καμιά αγωνία τον είχε περιλούσει. Άλλωστε δεν είχε αφήσει πίσω του, ούτε παιδιά ούτε σκυλιά. Πολύ περισσότερο γυναίκα. Ένας επιστήμονας, ένας καλλιτέχνης δεν έχει ποτέ την ανάγκη της. Η γυναίκα είναι ακόρεστη. Θέλει να σου τα πάρει όλα. Τη καρδιά σου, την ψυχή σου, το σώμα σου, την σκέψη σου, τα λεφτά σου, τα πάντα. Ό,τι αγαπάς εσύ, η γυναίκα το μισεί. Το θεωρεί αντίπαλο και το πολεμάει. Ποτέ του δεν μπόρεσε να καταλάβει ο Γιαβάς αυτές τις κουταμάρες για της Μούσες κάποιων πνευματικών ανθρώπων. Ότι δήθεν τους ενέπνευσαν για τα μεγάλα έργα τους. Εκτός αν επρόκειτο για καλλιτέχνες της συμφοράς που δεν έκαναν έργο, αλλά την πλάκα τους. Αντίθετα, ο Γιαβάς κατανοούσε τους ασκητές της όποιας θρησκείας, που αφοσιωμένοι στον θεό τους και στην πίστη τους, δεν είχαν έστω και στο ελάχιστο την ανάγκη του γυναικείου φύλου με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

Ο Γιαβάς Λιουμπλιού στράφηκε μετά αφόρητης μανίας στις έρευνές του από ένα ένα 100% τυχαίο και ταυτόχρονα μοιραίο συμβάν. Όταν πήγε να δουλέψει νυχτοφύλακας στο Πανεπιστήμιο Λεμονόσοφ της Μόσχας. Λες και έχει αναφερθεί ποτέ και πουθενά, σε παγκόσμιο επίπεδο, διάρρηξη με σκοπό την κλοπή βιβλίων.

Καθώς λοιπόν η εργασία του δεν είχε ουσιαστικό αντικείμενο, ο Γιαβάς, άρχισε τη μελέτη. Το ένα βιβλίο, από την πλούσια βιβλιοθήκη, μετά το άλλο. Σύντομα ειδικεύτηκε στην αστροφυσική. Ύστερα από κάμποσα χρόνια, καθώς δεν είχε μείνει τίποτε που να μην έχει διαβάσει, άρχισε δειλά-δειλά τις επισκέψεις του στα εργαστήρια όπου γίνονταν τα πειράματα. Τότε, ήταν που του καρφώθηκε στο μυαλό η Μεγάλη Ιδέα: Να κατασκευάσει τη Μηχανή του Χρόνου. Εύκολο του φαινόταν. Να πατάει ένα κουμπί και να επισκέπτεται το μέλλον. Πέρασαν κάμποσα ακόμα χρόνια και οι εργασίες του πλησίαζαν να φτάσουν στο τέλος. Ξαφνικά, όμως, άλλαξε η κατάσταση. Έπεσε ο Γκορμπατσώφ και ανέβηκε ο Γέλτσιν. Τα πάνω-κάτω. Οι μέχρι τότε μαυραγορίτες, γίνανε μπίζνεσεμεν. Τα στελέχη της Γκα Γκε Μπε, σύμβουλοι επιχειρήσεων. Τα κομματόσκυλα, προσωπάρχες στις μεγάλες εταιρείες.

Οι καινούργιοι για να δείξουνε ότι διαφέρουνε, αρχίσανε τις αλλαγές. Μέχρι και στο κατώτερο προσωπικό του Πανεπιστημίου. Πήρανε τον Γιαβάς, από νυχτοφύλακα και τον βάλανε να δουλεύει πρωινή βάρδια, αποθηκάριος. Έπεσε ο Σοσιαλισμός ύστερα από ογδόντα χρόνια για να πάθει ο Γιαβάς αυτή την καταστροφή. Δεν το έβαλε κάτω, όμως. Αγόρασε δυο βαλίτσες. Μια μικρή, να βάλει δυο αλλαξιές ρούχα και μια σχετικά μεγαλύτερη, όπου έβαλε μέσα τα πλέον απαραίτητα από τα σύνεργά του. Με βήμα γοργό, πήρε τον δρόμο για την ξενιτιά. Πέρασε τα σύνορα κι άρχισε να κατεβαίνει ντουγρού. Τράβηξε ευθεία κάτω κι έφτασε στο τέρμα: Στην Ελλάδα. Ύστερα από περιπλανήσεις και περιπέτειες, βέβαια, που σε καμιά περίπτωση δεν πτόησαν το ηθικό του.

Μέχρι που τακτοποιήθηκε μια χαρά. Όταν νοίκιασε στην ταράτσα του διώροφου τα δυο δωμάτια. Ένα πρώην πλυσταριό για να κοιμάται και μια πρώην αποθήκη, κολλητή δίπλα του, που την είχε για εργαστήριο. Βρήκε την ησυχία του. Καμιά ενόχληση, όπως στα διαμερίσματα. Ούτε κλάματα μικρών παιδιών, ούτε φωνές από τσακωμούς, ούτε τηλεοράσεις να παίζουνε δυνατά, ούτε αγκομαχητά τα βράδια, ούτε θόρυβοι από τα καζανάκια. Τη νύχτα ασχολιόταν με την τελειοποίηση της Μηχανής. Λίγος ύπνος και το πρωί πήγαινε για δουλειά. Στο απέναντι καφενείο, "Το Διάστημα".

Άνοιγε το μαγαζί, έπλενε τα ποτήρια, σφουγγάριζε το πάτωμα από τα αποτσίγαρα και τις ροχάλες και σερβίριζε τους πρωινούς. Το μεσημέρι πήγαινε να ξαπλώσει, να ξεκουραστεί και το απόγευμα, όταν άρχιζε η χαρτοπαιξία, πάλι στη δουλειά. 'Αλλωστε εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα, το χρήμα κυκλοφορούσε ακόμα με τη σέσουλα και τα καφενεία ήταν γεμάτα από τζογαδόρους. Ουδείς μπορούσε να διανοηθεί το μέγεθος της καταστροφής που θα επέρχετο με τα 15 αλλεπάλληλα μνημόνια.

Εκεί στο καφενείο ήτανε που του βγάλανε και το "Γιαβάς Λιουμπλιού". Ο ίδιος δηλαδή το έλεγε, που στα ρώσικα, σημαίνει "σας αγαπώ". Του το κολλήσανε, λοιπόν, και τον φωνάζανε Γιαβάς. "Γιαβάς, φτιάξε έναν μέτριο. Γιαβάς πιάσε μια τράπουλα".

Σχετικά, όμως, με την πρόοδο των εργασιών του είχε προκύψει ένα πρόβλημα. Η Μηχανή του Χρόνου ήταν σχεδόν έτοιμη, εκτός από μια λεπτομέρεια. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον χρόνο και τον τόπο. Μπορούσε να πατήσει το κουμπί και να βρεθεί στο μέλλον, αλλά χωρίς να ξέρει όμως το πότε και το πού. Μπορεί, δηλαδή, να βρισκόταν και είκοσι χιλιάδες χρόνια μπροστά στο μέλλον, άλλα ίσως και μόλις δέκα. Δηλαδή, δώρον άδωρον. Έβλεπε, όμως, ότι δεν προλάβαινε. Δεν είχε πολλά χρονικά περιθώρια, μπροστά του. Ήδη, είχε γίνει 50 χρονών. Αν καθυστερούσε κι άλλο, πώς θα έκανε το ταξίδι, έχοντας καταντήσει χούφταλο; Χωρίς τοπικό προσδιορισμό, όμως, το ρίσκο ήταν μεγάλο. Μπορεί να βρισκόταν στην μέση του ωκεανού και να τον τρώγανε τα σκυλόψαρα. Σε καμιά ζούγκλα να τον κατασπαράζανε τα άγρια θηρία. Σε κανένα Βόρειο Πόλο να πέθαινε από το κρύο, ή σε καμιά έρημο να έσκαγε από την δίψα. Οι πιθανότητες ήταν σαφώς εις βάρος του. Όχι, ότι φοβότανε δηλαδή, αλλά θα πήγαινε. Δεν είχε χρόνο να περιμένει. Το πήρε απόφαση.

Υπήρχε, όμως, κι ένα μικρό τεχνικό πρόβλημα. Ήθελε μια μικρή βοήθεια. Η Μηχανή του, ήταν περίπου σαν τις στολές των δυτών. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να του βιδώσει το σκάφανδρο και να πατήσει το κουμπί για να γίνει η εξαΰλωση και να βρεθεί ο Γιαβάς στο μέλλον. Ποιός θα το έκανε αυτό; Και σε ποιόν να το λεγε ο Γιαβάς; Οι επιστήμονες και οι καλλιτέχνες άλλωστε, πέρα από μοναχικοί είναι και σεμνοί. Όύτε λένε τα κατορθώματά τους, ούτε κοκορεύονται γι αυτά. Έπρεπε, όμως, να βρεθεί κάποιος. Ο Γιαβάς παρατήρησε επισταμένως τους καφενόβιους και κατέληξε στον Θανάση τον Γκαντέμη. Στην ηλικία του περίπου, με γυαλιά, παχύ μουστάκι, αξύριστος και με σκονισμένα ρούχα και παπούτσια, όπως όλοι οι τζογαδόροι.

 

Ο Θανάσης διακρινόταν όμως για την ηρεμία του, που έφτανε μέχρι στωικότητας. Είχε αποδεχθεί δηλαδή ότι "ο παίζων χάνει και πίνων μεθά". Ούτε έβριζε, ούτε φώναζε, ούτε ξέσπαγε για τη χασούρα του, πάνω στον Γιαβάς, όπως κάνανε οι περισσότεροι από τους άλλους.

"Αυτός είναι" είπε ο Γιαβάς και τον κάλεσε στο κονάκι του για ένα τσάι. Με δυσκολία και κοκκινίζοντας από την ντροπή του, τα εξήγησε όλα με το νι και με το σίγμα. Παραδόξως, ο Θανάσης ούτε τα γέλια έβαλε, ούτε τον πήρε στο ψιλό. Εκεί, που ο Γιαβάς περίμενε να ακούσει "τι είναι αυτά που λες ρε τρέλιακα", είδε το πρόσωπο του Θανάση να φωτίζεται και τα μάτια του να βγάζουν μια παράξενη λάμψη. Ο Θανάσης τον αγκάλιασε και τον φίλησε σταυρωτά.

- Μπράβο αγόρι μου, Γιαβάς. Καλοτάξιδος και με το καλό να γυρίσεις πίσω, να μου πεις τα νέα σου. Πού πήγες και τι είδες. Θέλω όμως να μου κάνεις και μια μικρή χάρη. Όχι για μένα. Και για τους δυο μας.

- Τι θέλεις;

- Άκου να δεις. Εκεί που θα πας, όπου κι αν βρεθείς, βρες λίγο χρόνο, να κάνεις μια δουλίτσα. Πήγαινε να βρεις τίποτε παλιές εφημερίδες, ή περιοδικά, που να είναι της εποχή μας. Να γράφουνε δηλαδή τα αποτελέσματα των αγώνων. Ποδόσφαιρο, μπάσκετ, τένις, φόρμουλα. Γυρίζοντας, πίσω εμείς θα ξέρουμε τα αποτελέσματα στα παιχνίδια που είναι να γίνουνε. Θα τα παίζουμε στο Στοίχημα, μανούλα μου, και θα τους γαμήσουμε το ταμτιριρίμ. Θα βγάλουμε τον ΟΠΑΠ και τον Γουίλιαμ Χιλ στη ζητιανιά. Οι δυο μας θα το ξέρουμε, μόνο. Εσύ κι εγώ. Τάφοι. Κανένας άλλος. Θα τους ξεβρακώσουμε, μανούλα μου, Γιαβάς. Θα σε πάω με το ιδιωτικό αεροπλάνο μας στη Ρωσία να αγοράσεις τη μισή Μόσχα, για πάρτη σου. Καλοτάξιδος, αγόρι μου, ο Θεός μαζί σου, στο καλό, αλλά μην ξεχάσεις. Γυρίζοντας πίσω, φέρε μια αθλητική εφημερίδα. Ένα περιοδικό. Κι όλα τα άλλα, άστα πάνω μου.

Ο Γιαβάς, ούτε που καταλάβαινε, τι του έλεγε, αλλά δεν τού ζήταγε και τίποτα δύσκολο. "Εντάξει Θανάση. Ό,τι βρω θα στο φέρω". Αυτή η συζήτηση είχε γίνει λίγες ώρες πριν. Καθώς ήταν καλοκαίρι, ο Γιαβάς, σκεπάστηκε με μια ελαφριά κουβέρτα και κοιμήθηκε πάνω στο στρώμα θαλάσσης για δυο-τρεις ωρίτσες, πριν το μεγάλο ταξίδι, σαν πουλάκι.

Ο Θανάσης ήρθε στο ραντεβού του και βγάλανε τη Μηχανή στην ταρτάτσα. Μπήκε μέσα ο Γιαβάς, ο Θανάσης του έσφιξε όλες τις βίδες, μέχρι το τέρμα και πάτησε το κουμπί.

Ύστερα από μια ανατριχίλα, που κράτησε για κλάσματα του δευτερολέπτου, ο Γιαβάς βρέθηκε σε μια παραλία. Ψύχραιμος, κοίταξε δεξιά και αριστερά. Ένας μικρός κόλπος και γύρω ξερότοποι. Η θάλασσα σχεδόν λάδι και το κύμα ίσα που έσκαγε πάνω στην άμμο. Όλα καλά. Με μια δεύτερη ματιά διαπίστωσε την παντελή έλλειψη ανθρώπινου πολιτισμού. Ούτε αποτσίγαρα, ούτε άδεια τενεκεδάκια από κόκα κόλες, ούτε πλαστικά μπουκάλια νερού, τίποτα. Έκανε μια μικρή βόλτα. Καμιά ένδειξη και από το ζωικό βασίλειο. Ακαθαρσίες, δηλαδή, που αφήνουνε τα ζωντανά. Αφού απόλαυσε για λίγο ακόμη την ησυχία της φύσης, άρχισε να ανεβαίνει το λόγο που ήταν μπροστά του, για να αρχίσει την εξερεύνηση. Σιγά-σιγά, άρχισαν να φαίνονται κάποια χαλάσματα. Απομεινάρια, δηλαδή, από χτίσματα που λες και είχε περάσει κάτι και τα είχε σαρώσει όλα.

 

Παρατήρησε επίσης, κάποιες μεγάλες γούρνες με το δάπεδό τους να είναι στην απόχρωση του μπλε. Κατάλαβε ότι επρόκειτο για πρώην πισίνες. Περιπλανήθηκε ώρες, χωρίς αποτέλεσμα. Μέχρι που κάποια στιγμή στην κορυφή ενός απέναντι λόφου, είδε ένα άσπρο σπίτι σε σχετικά καλή κατάσταση. Εν, δυο, με βήμα ταχύ έφτασε. Ξαφνικά, ήρθε μούρη με μούρη, μ΄εναν σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο. Με γενειάδα, αποστεωμένο από τις κακουχίες και τις στερήσεις.

- Τι έγινε ρε πατριώτη; Πώς έφτασες μέχρι τα μέρη μας;

Να μη τα πολυλογούμε, ο Ροβινσώνας του εξήγησε το τι και το πως. Το νησί αυτό ήταν η πάλαι ποτέ κραταιά Μύκονος. Με όλους τους πλούσιους λιμοκοντόρους, Έλληνες και αλλοδαπούς να στεγάζουν εκεί τις πάσης φύσεως ασωτίες τους. Να σπρωχτούμε όπως πέσουμε δηλαδή, άντρες με άντρες και διάφορες άλλες ντροπές. Ένα πρωί λοιπόν, που ο Ροβινσώνας, ένας από τους ελάχιστους ντόπιους που είχε παραμείνει θρησκευόμενος και δεν είχε αλλοτριωθεί είχε ανέβει στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία να κάνει το τάμα του, έγινε το κακό. Ήρθε ένα τσουνάμι, από όλες τις πάντες του νησιού και το εξολόθρευσε ολοσχερώς. Δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο. Μόνο ο Ροβινσώνας σώθηκε. Όλοι άλλοι καταπνιγήκανε. Μεταξύ τους και αθώοι, έντιμοι άνθρωποι, που δεν φταίγανε σε τίποτε, αλλά έτσι είναι η Θεία οργή. Όταν δηλαδή ξεσπάσει, πέφτει μεταξύ δικαίωνα και αδίκων.

Προφανώς, ο καλός Θεός εξοργίστηκε από το μέγεθος και τη διάρκεια των πάσης φύσεως ακολασιών και επέβαλε στη Μύκονο την τιμωρία όπως στα Σόδομα και τα Γόμορα. Ούτε ήταν τυχαίο, πως ο μοναδικός που επέζησε ήταν ο θεοσεβούμενος Ροβινσώνας, που είχε πάει στη κορυφή του βουνού για να κάνει το τάμα στον Προφήτη Ηλία. Και έκανε το εκκλησάκι από κει και πέρα σπίτι του και με τη βοήθεια του Θεού, κατάφερε να επιζήσει. Με βετζετέριαν διατροφή, από ένα μικρό μποστάνι που έφτιαξε και σαν από καθημερινό και επαναλαμβανόμενο θαύμα το λάδι από το καντήλι του Προφήτη Ηλία να μη τελειώνει ποτέ.

- Γιατί, όμως, κύριε Ροβινσώνα δεν ανοικοδομήθηκε πάλι το νησί;

- Άκου να σου πω Γιαβάς. Όταν έγινε το κακό, υπήρχε στην Ελλάδα κυβέρνηση-Καρατζαφέρη. Μετά την αποτυχία και του Τσίπρα, το επάγγελμα του πρωθυπουργού είχε ξεφτιλιστεί μπιτ για μπιτ. Σειρά για το μέγαρο Μαξίμου είχε η Ντόρα. Στη συνέχεια ακολούθησαν Λοβέρδος, Γιακουμάτος, ο Νίκος Χατζηνικολάου με το κόμμα των δημοσιογράφων και ο Γιώργος Ανατολάκης με το κόμμα των ποδοσφαιριστών. Έτσι απηυδισμένος ο λαός έδωσε αυτοδυναμία στο ΛΑΟΣ. Ο Καρατζαφέρης ορκίστηκε Πρωθυπουργός και συγκρότησε κυβέρνηση προσωπικοτήτων. Με αντιπροέδρους και κορυφαίους Υπουργούς τον Παναγιώτη Ψωμιάδη, τον Στέλιο Παπαθεμελή και τον Μητροπολίτη Άνθιμο, που είχε βγάλει τα ράσα και είχε αποσχηματιστεί. Επιφανή στελέχη της Κυβέρνησης ήταν η Βάνα Μπάρμπα, η Αλίκη σύζυγος Πασχάλη και ο πανελίστας Γιάννης Δαραβίγκας.   Απ΄ό,τι άκουσα λοιπόν, από το ραδιόφωνο του κινητού μου, όσο είχε μπαταρία, ο Πρωθυπουργός της χώρας, Γιώργος Καρατζαφέρης, είπε ότι ήτανε θέλημα Θεού να καταστραφεί η Μύκονος. Τιμωρία για τις ανομίες. Με τη σύμφωνη γνώμη Άνθιμου, Παπαθεμελή και Ψωμιάδη αποφάσισαν να σεβαστούν την θέλησή Του και να κηρύξουν την καταστροφή διατηρητέα. Να μην ξαναχτιστεί ποτέ και τίποτε στη Μύκονο και να παραμείνει στο Αιγαίο, σαν ένας ξερός βράχος. Απαγορεύτηκε, ακόμα και στα κότερα, να πλησιάζουν γιατί όλοι αυτοί αρέσκονται να κάνουν τις βουτιές τους σε έρημες παραλίες. Έτσι έμεινα κι εγώ, Γιαβάς, μόνος κι έρημος σαν την καλαμιά στον πάγκο.

Ο Γιαβάς κατάλαβε ότι το ταξίδι του στον χρόνο δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Όπως το είχε σκεφτεί και σχεδιάσει δηλαδή, να πήγαινε κάποιες χιλιάδες χρόνια μπροστά, και εκατομμύρια να ήταν δεν θα τον πείραζε, για να έβλεπε την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και του πολιτισμού.

Έφαγε, λοιπόν, τη σαλάτα που το έκοψε από το μποστάνι ο Ροβινσώνας με μπόλικο λάδι για να στανιάρει κι άρχισε να σκέφτεται την επιστροφή. Να πατήσει το κουμπί δηλαδή στο ρολόι του χρόνου που είχε στο αριστερό του χέρι και τσιφ να βρεθεί πάλι στην ταράτσα. Το πολύ-πολύ να έκανε κάνα ωραίο μπάνιο στα πεντακάθαρα νερά. Τότε, ήταν που θυμήθηκε την παραγγελία του Θανάση για το περιοδικό ή την εφημερίδα.

- Ρε Ροβινσώνα, άμα ψάξω λες να βρω τίποτα;

- Δεξιά κάτω εκεί που σου δείχνω είναι το σπίτι που περνούσε τα καλοκαίρια του ένας περίεργος αθλητικός δημοσιογράφος. Κάτι μπορεί να βρεις. Άντε και καλό δρόμο και σε ευχαριστώ για την επίσκεψη. Χρόνια είχα να μιλήσω σε άνθρωπο.

Πράγματι ο Γιαβάς, άρχισε να ψάχνει στα χαλάσματα και μετά κόπων και βασάνων, βρήκε ένα κομμάτι χαρτί, σαν κουρελόχαρτο. Τίποτε άλλο. Το έβαλε στην τσέπη του κι αφού έριξε μια βουτιά, στέγνωσε, φόρεσε τα ρούχα του, πάτησε το κουμπί και τσιφ βρέθηκε στην ταράτσα.

"Αγόρι μου Γιαβάς να σε φιλήσω", ήταν η πρώτη κουβέντα που του είπε ο Θανάσης. "Πήγες κι ήρθες κιόλας; Για πες μου τα νέα σου", δείχνοντας τα σεβασμό στον επιστήμονα, δεν ήθελε να τον ρωτήσει αμέσως αν έφερε εφημερίδα, ή περιοδικό. Ο Γιαβάς, απογοητευμένος του είπε τα καθέκαστα, χωρίς όμως να το βάζει κάτω. "Θα λαδώσω τη Μηχανή, Θανάση, θα την περάσω ένα σέρβις και σε δέκα-δεκαπέντε μέρες, ξαναφεύγω. Α... δεν σε ξέχασα. Αυτό βρήκα μόνο, πάρτο να δεις αν σου κάνει".

 

Τρέμοντας από αγωνία ο Θανάσης πήρε το κομμάτι την σχισμένη εφημερίδα, ευτυχώς μεγάλου σχήματος και προσπάθησε να διαβάσει τα μισοσβησμένα γράμματα. Ω του θαύματος, κάτι βρήκε. Υπήρχε δηλαδή μια σειρά με τα παιχνίδια του Ολυμπιακού. Ο Ολυμπιακός είχε πάρει μια ακόμα φορά το πρωτάθλημα και υπήρχανε όλα τα παιχνίδια με τα αποτελέσματα στη σειρά. Κάθε μια ομάδα δηλαδή και με τα εκτός έδρας σημειωμένα με αστερίσκο. Καθώς, όμως, η εφημερίδα ήταν σχισμένη, φαινόντουσαν μόνο οι ομάδες και κάποιες μάλιστα μισές, όπως Ολυμπιακός-Λεβ...., ή Ολυμπιακός-Αστέρας Τρ..., χωρίς να υπάρχει το σκορ. Ιδού και το θαύμα, όμως. Προς το τέλος υπήρχε μια αράδα και πεντακάθαρη και ολοκληρωμένη: Ολυμπιακός-Καλαμαριά, με την ένδειξη του αστερίσκου, ότι είναι εκτός έδρας, 3-0. Απ΄το ολότελα καλή και η παναγιώταινα, ανέκραξε ο Θανάσης και έτρεξε στα Γραφεία της πλησιέστερης αθλητικής εφημερίδας. Ψάχνει στο σώμα για να βρει τις χρονιές που παίξανε Καλαμαριά-Ολυμπιακός. Πουθενά αποτέλεσμα 0-3. Άρα το ματς δεν είχε γίνει ακόμα. Πότε θα γίνει όμως; Αν γίνει σε δέκα χρόνια, τζίφος. Είχε ξεχάσει το σημαντικότερο. Αυτή τη σεζόν, που το πρωτάθλημα παιζότανε. Βλέπει τη σειρά των αγώνων του Ολυμπιακού, κι είναι ακριβώς ίδια όπως στο χαρτί που του έφερε ο Γιαβάς. Πρώτα με το Λεβαδειακό, στη συνέχεια με τον Αστέρα Τρίπολης και μετά στη Καλαμαριά: "Αυτό είναι. Σωθήκαμε". Αφού, κάθισε πέντε λεπτά να συνέλθει γυρίζει αμέσως στη ταράτσα.

"Αγόρι μου, Γιαβάς, σωθήκαμε. Έστω κι ένα παιχνίδι, είναι αρκετό. Θα πουλήσω το σπίτι μου, που μου άφησε η καψερή η μάνα μου θα θα τα σπρώξω όλα. Όχι μόνο στο διπλό. Στο ακριβές σκορ, στο 3-0 να τους ξετινάξω. Βάλε κι εσύ ό,τι έχεις και δεν έχεις να κάνεις σιρμαγιά".

Ο Γιαβάς, είχε πέσει με τα μούτρα στο ρεκτιφιέ της Μηχανής και ούτε που τον άκουγε: "Κάνε ό,τι θέλεις Θανάση. Εγώ δεν ασχολούμαι με τέτοια πράγματα".

Το Καλαμαριά-Ολυμπιακός ήτανε σε δυο μήνες. Ο Θανάσης, έβαλε αγγελία, πούλησε το σπίτι της μάνας του και περίμενε. Μέχρι που σταμάτησε να παίζει στο καφενείο και όλοι τον κοιτάζανε περίεργα: "Τί έγινε ρε Θανάση, ρέστος έμεινες, ή άρχιζες να βάζεις όλα τα λεφτά σου στην Τράπεζα; Ο Θανάσης, ούτε που έδινε σημασία. Μέτραγε τις μέρες να έρθει το παιχνίδι. Τα σπρώχνει όλα στο διπλό του Ολυμπιακού. Δεν άφησε μπουκ που να μη του δώσει παιχνίδι. Κι όσο μπόρεσε, κέρασε και στο Ίντερνετ. Στον ΟΠΑΠ το έφραξε μόνος του από νωρίς. Σφυράει ο διαιτητής τη σέντρα κι ο Θανάσης ψύχραιμος, περιμένει να αρχίσουν να μπαίνουμε τα γκολ για να πληρωθεί. Το ημιχρόνιο τελειώνει μηδέν-μηδέν. Καμιά ανησυχία, ο Θανάσης. Σίγουρος ότι θα πληρωθεί. Φτάνει το ματς στο ογδονταφεύγα και πάλι στο μηδέν-μηδέν. Εξακολουθεί σίγουρος ο Θανάσης. Υπάρχει χρόνος για να μπούνε τα τρία γκολ. Στην επόμενη φάση 1-0 η Καλαμαριά, ανάσκελα ο  Θανάσης.

 

Πάρα λίγο να πάθει συμφόρηση. Την άλλη μέρα το πρωί, ντουγρού για το καφενείο. Ανοίγει την εφημερίδα και διαβάζει. Ο Ολυμπιακός, επειδή η Καλαμαριά έβαλε μέσα να παίξει έναν Βάλνερ, κερδίζει στα χαρτιά 3-0. Άρα σωστά το έγραψε το χαρτί που του είχε φέρει ο Γιαβάς. Στο Στοίχημα, δηλαδή, το ματς ήταν άσος, αλλά σαν παιχνίδι ο Ολυμπιακός το κερδίζει στα χαρτιά με 3-0. Άρα σωστά το έγραψε ο Γιαβάς. Δεν ήταν λάθος. Έχασε το σπίτι του, επειδή έπεσε στην κέντα την ένστασης.

Ο Γιαβάς, πίσω από τον πάγκο σκούπιζε τα ποτήρια. Ο Θανάσης τον βλέπει και σκάει ένα χαμόγελο δυο πιθαμές.

- 'Ελα εδώ αγόρι μου, να τα πούμε. Πότε βάζεις μπρος για να ξαναφύγεις;

- Δεν γίνεται ρε Θανάση. Θέλω τουλάχιστον πέντε χρόνια για να ξαναφτιάξω το σύστημα. Άστο δεν ήτανε γραφτό. Άστο.

Ο Θανάσης όμως να επιμένει:

- Μη τον βάζεις κάτω ρε Γιαβάς. Δεν ήθελε να γίνει με την πρώτη φορά, θα γίνει με τη δεύτερη. Οφείλεις να ξαναπροσπαθήσεις. Μη τα παρατάς. Κι όταν είσαι έτοιμος να ξαναφύγεις, εμένα θα φωνάξεις να σου πατήσω το κουμπί. Και να μου φέρεις καμιά εφημερίδα, ή κανένα περιοδικό, όπως την άλλη φορά. Κι αν είναι πολλά τα έξοδα για τα υλικά, εγώ είμαι εδώ να τσοντάρω. Τί φίλοι είμαστε;

Έτσι είναι. Ο ερωτευμένος ξεθυμαίνει. Ο καλλιτέχνης κάποια στιγμή βαριέται. Ο επιστήμονας-ερευνητής, κουράζεται. Ο επαναστάτης χάνει το ηθικό του. Ο τζογαδόρος όμως δεν τα παρατάει ποτέ. Όσα κι αν έχει χάσει, όσες φορές κι αν έχει χάσει, κάθε επόμενη φορά που θα παίξει είναι βέβαιος ότι θα κερδίσει.

 
SHARE

24MEDIA NETWORK

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

HIGHLIGHTS