Αθλητισμός, το μοναδικό αυθεντικό reality

Τα talent show και τα reality αντιγράφουν τον αθλητισμό, αλλά δεν θα μπορέσουν ποτέ να συγκριθουν μαζί του. Ο Θέμης Καίσαρης γράφει για τους αθλητές που νιώθουμε ως δικούς μας ανθρώπους και τις στιγμές που αξίζουν. Εκείνες τις στιγμές που μοιραστήκαμε με τους φίλους και τους αγαπημένους μας.

Όταν κάνουμε ζάπινγκ από talent show σε talent show, όταν τσακωνόμαστε για τα reality “επιβίωσης” (lol), όταν βλέπουμε κριτές να αποθεώνουν ή να ξεσκίζουν συνοφρυωμένοι, καλό είναι να το θυμόμαστε. Ο αθλητισμός είναι το καλύτερο και το μοναδικό αυθεντικό reality του πλανήτη.

Ναι, δεν έχει κάμερες που να ακολουθούν τους αθλητές σε κάθε τους βήμα. Επίσης δεν έχει και σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ, γι’αυτό και είναι αυθεντικό. Ο,τι ακολούθησε, ό,τι παίζει στις τηλεοράσεις του πλανήτη είναι απλά μια αντιγραφή του αθλητισμού. Αντιγραφή γιατί ο ανταγωνισμός είναι φτιαχτός, γιατί όλα κρίνονται από κριτές και όχι επιδόσεις, γιατί μετράει η άποψη του κόσμου. Όλο το εγχείρημα βασίζεται στο “πως θα φτιάξουμε κάτι που να μοιάζει με αθλητισμό, γι’αυτούς που δεν τους αρέσει ο αθλητισμός ή γι’αυτούς που τους αρέσει, αλλά πλέον μπορούν να τον βρουν μόνο επί πληρωμή στα συνδρομητικά κανάλια”.

Στην τηλεόραση είναι και ο αθλητισμός, αλλά δεν είναι τηλεοπτικό πρόγραμμα. Δεν φτιάχτηκε για τις κάμερες, υπήρχε πριν απ’αυτές, εκείνες ήρθαν σ’αυτόν. Και μέσα απ’αυτές έγινε το Νο1 θέαμα στον κόσμο. Όχι πια γι’αυτούς που πηγαίνουν στο γήπεδο, αλλά για όλους. Για εμάς και τους δικούς μας ανθρώπους. Εκείνους τους οποίους επιλέγουμε να έχουμε δίπλα μας σε εκείνες τις στιγμές που μένουν χαραγμένες στο μυαλό μας για πάντα.

Είναι λίγο σαν τη διαφήμιση του Nescafé Gold με τον τύπο στο θέατρο να καταλήγει με ερωτήσεις σε εκείνους τους λίγους ανθρώπους που θέλει στη ζωή του, σε εκείνους που θέλει να περάσει ακόμα λίγες στιγμές μαζί τους, σε εκείνους που δημιουργούν τις στιγμές που αξίζουν. Δες το βίντεο και θα καταλάβεις τι εννοώ.

 

Αν κάνουμε λοιπόν αυτή την αναλογία για τον αθλητισμό και όσες στιγμές έχουμε ζήσει σαν φίλαθλοι, σαν θεατές, πόσες θα κρατούσαμε; Πόσες μας έκαναν να κλάψουμε; Πόσες μας έκαναν να βγούμε στο δρόμο; Και το σημαντικότερο, ποιες από αυτές τις ζήσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ ή την εξέδρα, με τους δικούς μας ανθρώπους. Πόσες από αυτές τις στιγμές είναι κοινές για εμάς και εκείνους; Στιγμές που βρεθήκαμε μαζί μπροστά σε μια οθόνη.

Και μέσα από αυτή την οθόνη ήρθαμε δεκαετία με τη δεκαετία σ’αυτό που ζούμε σήμερα: να απολαμβάνουμε τον αθλητισμό ως ένα διαρκές, ασταμάτητο, συναρπαστικό reality. Είτε είναι το ποδόσφαιρο, είτε είναι το μπάσκετ, είτε οτιδήποτε άλλο, η επαφή μας είναι πιο στενή από ποτέ. Έτσι, οι αληθινοί ήρωες, αυτοί με το πραγματικά ξεχωριστό και μοναδικό ταλέντο, είναι εκεί, πάντα μπροστά μας, με το πάτημα ενός κουμπιού. Κι αν το σκεφτείτε, μπορούμε πλέον να τους παρακολουθούμε να ζουν, να μεγαλώνουν.

Ξεκινούν ως ταλέντα, γίνονται βασικοί, μετά σταρ ή σούπερ-σταρ, αργότερα βετεράνοι, παλαίμαχοι και τέλος σχολιαστές, προπονητές, παράγοντες. Δεν είναι πια οι ήρωες που οι πατεράδες μας έβλεπαν για πρώτη φορά στα Μουντιάλ, σε ελάχιστα ματς και μετά περίμεναν άλλο τόσο για να τους ξαναδούν.

Κυριολεκτικά τους βλέπουμε να μεγαλώνουν εβδομάδα με την εβδομάδα. Όχι μόνο αθλητικά, αλλά και σε ανθρώπινο επίπεδο. Τα πρόσωπα σκληραίνουν, τα κουρέματα αλλάζουν, τα σώματα το ίδιο.

Η στενή επαφή σίγουρα αφαίρεσε την αστρόσκονη του παρελθόντος: τότε, όταν η γνώση για έναν παίκτη βασιζόταν σε ελάχιστα ματς, η εντύπωση ήταν ισχυρότατη. Αν ήταν καλός σε αυτά ήταν καλός για πάντα, γιατί κανείς δεν είχε την ευκαιρία να τον δει και ντεφορμέ, πεσμένο, άκεφο, βαρύ. Όμως, το δέσιμο είναι μεγαλύτερο από ποτέ. Οι ήρωές μας είναι τόσο συχνά μπροστά μας, που τους μαθαίνουμε καλύτερα από ποτέ. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, δενόμαστε με τις εκφράσεις, τις αντιδράσεις, τις συνήθειες. Τα βλέμματά τους μας είναι οικεία, μπορούμε πλέον με ασφάλεια να προβλέψουμε πως θα αντιδράσουν σε μια εξέλιξη και να εκπλαγούμε όταν δεν το κάνουν, να το σημειώσουμε ως κάτι που μπορεί να σημαίνει κάτι.

Είναι άνθρωποί μας, ακόμα κι αν δεν πρόκειται να τους συναντήσουμε ποτέ, ακόμα κι αν οι φορές που έστω θα τους δούμε να παίζουν από κοντά είναι ελάχιστες σε σχέση με αυτές που θα τους δούμε στην τηλεόραση. Και όχι, δεν είναι η ίδια οικειότητα που όλοι αναπτύσσουν με τα τηλεοπτικά πρόσωπα, τους παρουσιαστές και τους ηθοποιούς. Εδώ κρύβεται και η αυθεντικότητα: οι ηθοποιοί υποδύονται ρόλους και οι παρουσιαστές “παίζουν” μόνο όταν ανάβει το κόκκινο φωτάκι πάνω από τις κάμερες.

Οι αθλητές προφανώς και ξέρουν ότι τους τραβάνε οι κάμερες, αλλά δεν παίζουν γι’αυτές. Δρουν και αντιδρούν, μάχονται για κάτι πολύ πιο άμεσο και σίγουρα πιο σημαντικό από το τηλεοπτικό πλάνο. Και σίγουρα δεν νοιάζονται αν τους βλέπουμε όταν νικούν ή όταν χάνουν, όταν θριαμβεύουν ή όταν απογοητεύουν.

Είναι άγνωστοι, αλλά τόσο οικείοι. Τους νιώθουμε δικούς μας, ακόμα κι αυτούς που δεν παίζουν στη δική μας ομάδα. Κάπως έτσι ένα αντίο σαν του Τότι πχ μας καθηλώνει όλους μπροστά στην τηλεόραση, υγραίνει τα μάτια μας χωρίς να είμαστε οπαδοί της Ρόμα; Γιατί; Γιατί τον ζήσαμε 20 χρόνια. Γιατί στο αντίο του δεν αποχαιρετάμε μόνο τον ποδοσφαιριστή, αλλά στην ουσία τον ίδιο μας τον εαυτό. Τα νιάτα μας, τις αναμνήσεις. Δεν είναι μόνο οι ποδοσφαιρικές αναμνήσεις, είναι κυρίως η ανάμνηση του δικού μας εαυτού.

Του ποιοι ήμασταν τότε, τι ζωή κάναμε, ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές στη δική μας ζωή. Γιατί τελικά ο αθλητισμός δεν μας δίνει μόνο το δικαίωμα να είμαστε μάρτυρες μεγάλων στιγμών, αλλά να τοποθετούμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτές. Και μαζί τοποθετούμε και τους ανθρώπους με τους οποίους ζήσαμε αυτές τις στιγμές. Τους κολλητούς μας, το κορίτσι μας, τα παιδιά μας.

Αν θέλουμε να περιγράψουμε μια φάση, δεν ξεκινάμε απ'τους πρωταγωνιστές. Συνήθως ξεκινάμε λέγοντας τι κάναμε εμείς, που βρισκόμασταν, με ποια παρέα. Και μετά την περιγραφή του γκολ, κλείνουμε πάντα με το πως αντιδράσαμε εμείς, πως νιώσαμε, τι κάναμε. Οι μεγάλοι πρωταγωνιστές δεν θα είχαν λόγο να παίζουν αν δεν ήμασταν εμείς να τους παρακολουθούμε. Με τον ίδιο τρόπο, αυτές οι μεγάλες στιγμές θα είναι πάντα μισές, αν δεν τις ζούμε παρέα με τους δικούς μας ανθρώπους.

Δικούς μας μοναδικούς, αυτούς που μάλλον παραμελούμε όταν το βλέμμα στρέφεται διαρκώς σ'εκείνους στο χορτάρι ή στο παρκέ.

Αυτούς για τους οποίους αξίζει να πατάμε μια παύση στη δουλειά, ένα off στην οθόνη για να απολαύσουμε μαζί με έναν Nescafé Gold.

 
SHARE

24MEDIA NETWORK

Γιατί γράφουμε στο Facebook αυτών που έχουν πεθάνει

Μία ανάλυση για το φαινόμενο του διαδικτυακού πένθους.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ