Πέθανε σε ηλικία 80 ετών ο Άλαν Τζόουνς, παγκόσμιος πρωταθλητής της Formula 1 του 1980

Ο Αυστραλός Άλαν Τζόουνς έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 80 ετών, έπειτα από σύντομη ασθένεια, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία αγωνιστική παρακαταθήκη – με αποκορύφωμα τον παγκόσμιο τίτλο της F1 με τη Williams το 1980 και 12 νίκες σε Grand Prix.
Η γνωστοποίηση του θανάτου του Τζόουνς έγινε σε ανακοίνωση που εκδόθηκε εκ μέρους της οικογένειάς του. Η σύζυγός του, Αμάντα Μπάτλερ-Ντέιβις, ανέφερε ότι ο θάνατός του επήλθε την Πέμπτη (11/5), έπειτα από σύντομη ασθένεια.
Συγκεκριμένα ανέφερε: “Με βαθιά θλίψη ανακοινώνουμε τον θάνατο του αγαπημένου μας Άλαν, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 5 Νοεμβρίου, έπειτα από σύντομη ασθένεια. Θα μας λείψει πολύ και θα τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη όσοι βρίσκονταν κοντά του, καθώς και οι πολυάριθμοι φίλαθλοι, για την υποστήριξη των οποίων ήταν πάντοτε ευγνώμων.
Ο Άλαν αφιέρωσε τη ζωή του στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, δημιουργώντας μια παρακαταθήκη που θα συνεχίσει να ζει μέσα από τους αμέτρητους ανθρώπους που άγγιξε στη διαδρομή του. Με τα επιτεύγματά του, το πάθος του και τον ξεχωριστό χαρακτήρα του, τόσο εντός όσο και εκτός πίστας, ο Άλαν άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στο άθλημα, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ως οικογένεια, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους όσοι αποτέλεσαν μέρος της διαδρομής του Άλαν, για τα πολλά χρόνια φιλίας, αγάπης και υποστήριξης. Ήταν πραγματικά πολύ τυχερός που είχε γύρω του τόσους υπέροχους ανθρώπους”.
Το 1980 ο Τζόουνς τιμήθηκε με το παράσημο MBE για την προσφορά του στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, ενώ το 1985 εντάχθηκε στο Sport Australia Hall of Fame. Αφήνει πίσω του τη σύζυγό του και τα έξι παιδιά του: Κρίστιαν, Άμπερ, Ζάρα, Τζακ, Καμίλα και Έμμα.
Ο Τζόουνς γεννήθηκε στη Μελβούρνη το 1946. Ήταν γιος του επιχειρηματία και οδηγού αγώνων Σταν Τζόουνς και έκανε τις πρώτες του προσπάθειες στους αγώνες στη Βρετανία τη δεκαετία του 1960, προτού επιστρέψει στην Αυστραλία.
Το 1970 εντέλει μετακόμισε οριστικά στο Λονδίνο. Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να καθιερωθεί, καθώς το 1973 πέτυχε την πρώτη του νίκη στη Formula 3, στο Σίλβερστοουν, την ίδια χρονιά που κατέκτησε τη δεύτερη θέση στο Βρετανικό Πρωτάθλημα F3 με μονοθέσιο της GRD.
Το 1975 έκανε το ντεμπούτο του στη Formula 1 στο Ισπανικό GP, οδηγώντας για τη Hesketh. Όταν η ομάδα έκλεισε στο τέλος της χρονιάς, μετακινήθηκε στην ομάδα του Γκρέιαμ Χιλ και στη συνέχεια στη Surtees.
Όταν έκλεισε και η Surtees, η καριέρα του Τζόουνς έμοιαζε να έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Τότε, όμως, ήρθε η πρόταση από τη Shadow, η οποία είχε χάσει τον βασικό οδηγό της, Τομ Πράις, σε δυστύχημα στη Νότια Αφρική.
Ο Τζόουνς αξιοποίησε την ευκαιρία κερδίζοντα στην Αυστρία, έπειτα από μια εκπληκτική εμφάνιση σε βρεγμένη πίστα, προσπερνώντας στην πορεία τον τοπικό ήρωα Νίκι Λάουντα. Ήταν η πρώτη νίκη Αυστραλού οδηγού μετά την αποχώρηση του Σερ Τζακ Μπράμπαμ από την ενεργό δράση.
Η Ferrari διερεύνησε το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον Τζόουνς για το 1978 και ο ίδιος πίστεψε ότι είχε εξασφαλίσει τη συμφωνία. Ωστόσο, ο Έντσο Φεράρι υπαναχώρησε και υπέγραψε τελικά τον Ζιλ Βιλνέβ. Έτσι, στον Τζόουνς απέμεινε η πρόταση της Williams, μιας ομάδας που τότε βρισκόταν χαμηλά στην κατάταξη, αλλά οι ιδιοκτήτες της, Φρανκ Ουίλιαμς και Πάτρικ Χεντ, είχαν μεγάλα σχέδια.
Ο Τζόουνς έφτασε πολύ κοντά στη νίκη με τη Williams FW06 στο Λονγκ Μπιτς των ΗΠΑ και έπειτα στο Μπραντς Χατς της Βρετανίας, όπως του τη στέρησαν μια σπασμένη πτέρυγα και ένα πρόβλημα στο κιβώτιο ταχυτήτων.
Όμως, μόλις ο Αυστραλός και ο νέος teammate του, Κλέι Ρεγκατσόνι, πήραν στα χέρια τους τη νέα Williams FW07, έδειξαν σχεδόν αμέσως ότι μπορούσαν να διεκδικήσουν νίκες στο πρωτάθλημα του 1979.
Ο Τζόουνς προηγούνταν με μεγάλη διαφορά στο Σίλβερστοουν , μέχρι που χάλασε η αντλία νερού, δίνοντας στον Ελβετό teammate του την ευκαιρία να χαρίσει στην ομάδα την πρώτη της νίκη. Στη συνέχεια, όμως, ο Τζόουνς ανέλαβε δράση, κερδίζοντας τέσσερα από τα έξι GP που απέμεναν και κατακτώντας την τρίτη θέση στο πρωτάθλημα, πίσω από τους Τζόντι Σέκτερ και Ζιλ Βιλνέβ.
Το 1980 ο Τζόουνς κέρδισε πέντε Grand Prix -στην Αργεντινή, τη Γαλλία, τη Βρετανία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ- και κατέκτησε τον παγκόσμιο τίτλο. Ολοκλήρωσε τη χρονιά με ακόμη μία νίκη, στο μη βαθμολογούμενο Grand Prix του Κάλντερ Παρκ στην Αυστραλία.
Το 1981 διατήρησε την εξαιρετική του φόρμα, οδηγώντας τη Williams στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος Κατασκευαστών και ασκώντας έντονη πίεση στον Νέλσον Πικέ στη μάχη για τον τίτλο των οδηγών.
Ο Τζόουνς κέρδισε μόνο δύο αγώνες, στο Λονγκ Μπιτς και στο Λας Βέγκας, ενώ μια σειρά εγκαταλείψεων και η καταπόνηση από τα συνεχή ταξίδια τον οδήγησαν στην ανακοίνωση της αποχώρησής του από την ενεργό δράση στο τέλος της σεζόν.
Συνέχισε να αγωνίζεται στην πατρίδα του, με αυτοκίνητα GT και μονοθέσια, όμως η επιθυμία του να επιστρέψει στη Formula 1 αποδείχθηκε πολύ ισχυρή. Οδήγησε μια Arrows στο Λονγκ Μπιτς το 1983, έμεινε εκτός αγώνων την επόμενη χρονιά και επέστρεψε το 1985 με την ομάδα Beatrice-Haas, αρχικά για τρία GP και στη συνέχεια για ολόκληρη τη σεζόν του 1986. Δεν πρόσθεσε άλλες νίκες στο ενεργητικό του και αποσύρθηκε οριστικά στο τέλος εκείνης της χρονιάς.
Επιστρέφοντας στην Αυστραλία, αγωνίστηκε σε πρωταθλήματα που αργότερα εξελίχθηκαν στα V8 Supercars, με καλύτερο αποτέλεσμα τη δεύτερη θέση το 1995. Έλαβε επίσης μέρος σε αγώνες σπορ αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων και στις 24 Ώρες του ΛεΜάν, με τις Porsche και Toyota, καθώς και στο CART με την ομάδα Newman-Haas. Η τελευταία του συμμετοχή σε επαγγελματικό αγώνα αυτοκινήτου ήταν το 2002, όταν αγωνίστηκε ως συνοδηγός του Ντικ Τζόνσον στα 1000 km του Μπάθερστ, με την ομάδα Dick Johnson Racing.
Παράλληλα με τη συνεχή παρουσία του στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, ο Τζόουνς ακολούθησε και μια επιτυχημένη καριέρα στα μέσα ενημέρωσης, ως σχολιαστής στις τηλεοπτικές μεταδόσεις της Formula 1 στην Αυστραλία. Όπως και όταν βρισκόταν στο κόκπιτ, δεν δίσταζε να εκφράζει τη γνώμη του και να λέει τα πράγματα όπως τα έβλεπε.