Μάθαμε τίποτα τους επτά μήνες του Πιτίνο;

Ρικ Πιτίνο, ο άνθρωπος που προσπάθησε να διδάξει τον λαό του "δε βαριέσαι" και του "έλα μωρέ τώρα", τον λαό που δεν έχει μάθει να ακούει. Γράφει ο Χάρης Σταύρου.

Όσο ζεις μαθαίνεις, λένε. Και για τους περισσότερους ανθρώπους αυτή η ατάκα είναι στάση ζωής, φιλοσοφία, είναι μέρος της κουλτούρας τους. Υπάρχουν κι εκείνοι που επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη, δεν μαθαίνουν από τις γκάφες τους, δεν τους ενδιαφέρει να προχωρήσουν προς τα εμπρός για να βελτιωθούν. Μεγάλο μέρος των Ελλήνων λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, με το "δε βαριέσαι", με το "έλα μωρέ τώρα", δεν μαθαίνει γιατί πολύ απλά δεν θέλει να μάθει και κυρίως δεν θέλει να ακούσει.

Ο Ρικ Πιτίνο δεν είναι τέτοιος. Ήρθε στα 66 του χρόνια στην Ελλάδα για να ζήσει μια νέα εμπειρία και ρούφηξε κάθε στιγμή της θητείας του στον Παναθηναϊκό μέχρι να ανακοινώσει το απόγευμα της Παρασκευής (21/6) την αποχώρησή του για να βρει ξανά δουλειά στο ΝΒΑ. Πιθανότατα δεν θα βρει τον σημαντικό ρόλο που έχει στο μυαλό του, σίγουρα πάντως όσο περνούν οι ώρες, τόσο πιο λογική μοιάζει η απόφασή του να γυρίσει την πλάτη στο ελληνικό μπάσκετ.

Πολλοί θεωρούν πως ο Παναθηναϊκός έκανε... χάρη στον Πιτίνο, όταν του πρόσφερε τη θέση που είχε μόλις αποχωριστεί ο Τσάβι Πασκουάλ, λίγο πριν βγει το 2018. Πολλοί πιστεύουν αυτή τη στιγμή ότι ο Αμερικανός ακούγεται ξανά στις Ηνωμένες Πολιτείες χάρη στους πράσινους. Το πρώτο δεν μπορεί να ισχύει. Το δεύτερο είναι δεδομένο.

Η πραγματικότητα είναι ότι ο 67χρονος πλέον Hall of Famer δεν είχε πολλά να κερδίσει στην Ελλάδα, ήρθε όμως για να ζήσει κάτι νέο, να δοκιμάσει τα όριά του και μια εμπειρία που ήταν "ξένη" για εκείνον, λειτούργησε σαν δάσκαλος και το έλεγε κιόλας πως δεν θέλει μόνο να κοουτσάρει, αλλά να βελτιώσει και όσους βρίσκονταν γύρω του. Χωρίς διάθεση να υποτιμήσει κανέναν, άλλωστε το ελληνικό μπάσκετ προϋπήρχε του Πιτίνο και έχει τη δική του ξεχωριστή πορεία, ο Αμερικανός εξηγούσε συνεχώς πράγματα αυτονόητα σε οποιαδήποτε χώρα του πολιτισμένου κόσμου εκτός της Ελλάδας.

Το κάπνισμα στα γήπεδα τον τρέλαινε. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει, έκανε μεγάλη προσπάθεια για να εξηγήσει ότι το τσιγάρο είναι δείγμα τριτοκοσμικής χώρας (ας μην εξηγήσουμε γιατί), αλλά έβρισκε σε τοίχο. Όσα που γίνονταν στο παρακήνιο τον θύμωναν. Δεν μιλούσε όμως δημόσια, τις περισσότερες φορές το απέφευγε λέγοντας "εγώ είμαι Αμερικανός και δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει". Τα έβαλε με τον Ολυμπιακό που αποχώρησε στο ημίχρονο του ματς για το κύπελλο Ελλάδας, ενοχλήθηκε για την απόφαση της δικής του ομάδας να μην παίξει στο ματς με την Κύμη, αλλά κατάπιε τα συναισθήματά του. Για εκείνον ήταν πολύ εύκολο να τα βάλει με τους πάντες το απόγευμα της 8ης Μαΐου. Δεν το έκανε. Προτίμησε να σωπάσει γιατί αυτή ήταν η καλύτερη επιλογή ώστε να μείνει όρθια η ομάδα του.

Στις συνεντεύξεις Τύπου απαντούσε σε κάθε ερώτηση. Ανέλυε τις σκέψεις του, τη στρατηγική του, θυμόταν ιστορίες από το παρελθόν όχι για να το παίξει καμπόσος, αλλά για να πείσει πως έχει ζήσει πολλά, ώστε να μπορεί να μετατρέπει τις εμπειρίες σε γνώση. Θα μπορούσε με την αμερικανική τεχνογνωσία του να βοηθήσει το μπάσκετ της Ελλάδας να κάνει σημαντικά βήματα προς τα εμπρός σε οργανωτικά και πειθαρχικά θέματα, μάλλον όμως δεν είχαν πολλοί τη διάθεση να τον ακούσουν.

Στις προπονήσεις πίεζε τους παίκτες του και τους συνεργάτες του στα όριά τους. Όλοι θα λένε πως δούλεψαν με τον Ρικ Πιτίνο, έστω και για έξι-επτά μήνες. Έστω και στην πιο "μαύρη" χρονιά του ελληνικού μπάσκετ. Σε αυτή τη χρονιά που ο Hall of Famer του αμερικανικού κολεγιακού μπάσκετ δεν αντιμετώπισε τον Ολυμπιακό για να ζήσει την πιθανότατα πιο "καυτή" αντιπαλότητα της Ευρώπης. Δεν έζησε αυτή τη σειρά αγώνων που κάθε χρόνο περιμένουμε με ανυπομονησία.

"Αν γράψω βιβλίο για την εμπειρία μου στην Ελλάδα, θα βάλω 100 θετικά πράγματα και ένα αρνητικό, το κάπνισμα" μας είπε στην αναχώρησή του από την Αθήνα. Ακόμη κι εκεί, έδειξε πόσο διαφορετικός είναι. Θα μπορούσε να πει "υπάρχουν 100 άσχημα και ένα καλό" και, μεταξύ μας, πιο ρεαλιστική θα ήταν μια τέτοια ατάκα. Δεν το έκανε όμως. Σεβάστηκε την χώρα στην οποία έζησε αυτούς τους λίγους μήνες, σεβάστηκε την ομάδα που τον βοήθησε να επαναφέρει το όνομά του στο προσκήνιο, σεβάστηκε τους πάντες. Εκείνον, πόσοι τον σεβάστηκαν; Πόσοι τον εκτίμησαν;

Όσο περνούν οι ώρες, τόσο πιο ανόητη μοιάζει η αισιοδοξία που είχαμε για παραμονή του στον Παναθηναϊκό. Κάποιοι ελεγαν πως η συνέντευξη Τύπου μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος Ελλάδας απέναντι στον Προμηθέα, ήταν ο αποχαιρετισμός του. Και όντως, αν διαβάσετε ξανά λέξη προς λέξη, θα δείτε πως είχε ήδη πάρει την απόφασή του, απλώς ήθελε να είναι σίγουρος ότι θα κάνει τη σωστή επιλογή, ήθελε να μην πληγώσει τον κόσμο του Παναθηναϊκού και κυρίως να μη λειτουργήσει εν βρασμώ. Δεν ήθελε να συμπεριφερθεί σαν "Έλληνας", με απλά λόγια. Ήθελε να πάρει τον χρόνο του για να ξεκαθαρίσει μέσα του πως ακόμα μία σεζόν στην Αθήνα δεν θα ήταν σοφή επιλογή.

Ο Πιτίνο θα βρει τρόπο να χωρέσει στο ΝΒΑ, σε κάποιον ρόλο που μπορεί ακόμη να είναι αποτελεσματικός, χρήσιμος και σημαντικός. Το θέλει πολύ και θα το καταφέρει, το αξίζει και μακάρι να προκύψει για εκείνον μια δουλειά στην πατρίδα του όπως ακριβώς την φαντάζεται. Ο Παναθηναϊκός; Ναι, έχει σίγουρα έτοιμο το Plan B γιατί δεν μιλάμε για ερασιτεχνικό σωματείο, ωστόσο πόσο εύκολη θα είναι η μετάβαση από τον "πολύ", από τον δάσκαλο Ρικ Πιτίνο στον οποιονδήποτε προπονητή;

Αυτοί οι έξι-επτά μήνες ήταν δώρο για όποιον αγαπά το μπάσκετ. Είδαμε ένα "φρέσκο" πρόσωπο να διαλύει προγνωστικά και πιθανότητες ξανά και ξανά, να βελτιώνει μια ομάδα που μέχρι τον Δεκέμβριο ήταν τραγική, να ζει με όλη του την ψυχή κάθε αγώνα και κάθε προπόνηση. Δεν ταίριαξε με όλους, ουδείς ταιριάζει με όλους, είχε κι αυτός τις "απώλειές" του, δεν ήταν όμως "ξύλινος", τσαλακώθηκε, τσαλάκωσε, ακόμη και τις στιγμές που αντέδρασε υπερβολικά, ήταν ο εαυτός του. Τι άφησε πίσω του; Μια κατάσταση ακόμη χειρότερη από αυτή που βρήκε τον περασμένο Δεκέμβριο. Και σίγουρα αυτός δεν έχει την παραμικρή ευθύνη για τη ραγδαία επιδείνωση του μπάσκετ...

 
SHARE

Ήταν επτά χρονών όταν ο πατέρας του τον πήρε για να παρακολουθήσουν μαζί το πρώτο τους μπασκετικό ντέρμπι ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Μεγαλωμένος στα κοσμοπολίτικα Πατήσια, αγάπησε τον Σπόρτιγκ, τον Μίτσελ Ουίγκινς και τον Αλφόνσο Φορντ, πριν λατρέψει τον Allen Iverson και αρχίσει να γράφει χιλιάδες ξενύχτια για χάρη του ΝΒΑ. Τον Μάρτιο του 2005 μπήκε στο "σχολείο" που ονομαζόταν "Φίλαθλος" και έμεινε εκεί μέχρι το 2011. Συνεργάστηκε επί σειρά ετών με τη "Real News" και από τον χειμώνα του 2011 είναι μέλος της 24MEDIA. Εκτός του μπάσκετ αγαπά τη Formula 1, το τένις και το άθλημα που ονομάζεται "Premier League". Αν δεν θέλετε προβλήματα και γκρίνια, μην τον τσιγκλίσετε για τη μεγάλη του αγάπη, τη Λίβερπουλ και τον μακράν του δεύτερου καλύτερο παίκτη του ΝΒΑ, τον Russell Westbrook.

24MEDIA NETWORK

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Ήταν επτά χρονών όταν ο πατέρας του τον πήρε για να παρακολουθήσουν μαζί το πρώτο τους μπασκετικό ντέρμπι ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Μεγαλωμένος στα κοσμοπολίτικα Πατήσια, αγάπησε τον Σπόρτιγκ, τον Μίτσελ Ουίγκινς και τον Αλφόνσο Φορντ, πριν λατρέψει τον Allen Iverson και αρχίσει να γράφει χιλιάδες ξενύχτια για χάρη του ΝΒΑ. Τον Μάρτιο του 2005 μπήκε στο "σχολείο" που ονομαζόταν "Φίλαθλος" και έμεινε εκεί μέχρι το 2011. Συνεργάστηκε επί σειρά ετών με τη "Real News" και από τον χειμώνα του 2011 είναι μέλος της 24MEDIA. Εκτός του μπάσκετ αγαπά τη Formula 1, το τένις και το άθλημα που ονομάζεται "Premier League". Αν δεν θέλετε προβλήματα και γκρίνια, μην τον τσιγκλίσετε για τη μεγάλη του αγάπη, τη Λίβερπουλ και τον μακράν του δεύτερου καλύτερο παίκτη του ΝΒΑ, τον Russell Westbrook.

HIGHLIGHTS