ΤΕΝΙΣ

Όταν το τένις μιλούσε (λίγα) ελληνικά

Σαν σήμερα ο 21χρονος Πιτ Σάμπρας έγινε για πρώτη φορά Νο1 στον κόσμο στο επαγγελματικό τένις. Η σχέση του με την Ελλάδα και οι σημαντικότεροι αγώνες του όπως τους επέλεξε ο ίδιος (videos)

Ακριβώς πριν από είκοσι χρόνια ο “Pistol Pete” σημάδεψε και πέτυχε την κορυφή! Με δανεικό… παρατσούκλι (από τον NBAer Πιτ Μάραβιτς) ο Πιτ Σάμπρας αναρριχήθηκε για πρώτη φορά στο Νο1 του κόσμου.

Την 12η Απριλίου του 1993 ο γιος Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική έγινε και επίσημα ο καλύτερος τενίστας στον κόσμο, αντικαθιστώντας τον καλύτερο φίλο του, Τζιμ Κούριερ.

Μόλις 19 εβδομάδες άντεξε ο 21χρονος στην πρώτη θέση. Επρόκειτο να τη… χορτάσει καλά, αφού μέχρι το τέλος της καριέρας του πέρασε 286 εβδομάδες στο Νο1.

Στην πορεία κατέκτησε 14 Grand Slams και επτά τίτλους στο Γουίμπλεντον. Θεωρήθηκε ως ο κορυφαίος τενίστας όλων των εποχών, πρωταγωνιστής επί 14 χρόνια στην ATP, αν και η αχίλλειος πτέρνα του ήταν το χώμα (σ.σ. ένας μόλις ημιτελικός στο Ρολάν Γκαρός), επιφάνεια στην οποία δεν… επέμεινε και τόσο πολύ από ένα σημείο και μετά.

Τα ρεκόρ του επρόκειτο να σπάσει αργότερα ο Ρότζερ Φέντερερ, από τον οποίο ο Σάμπρας με σοβαρά προβλήματα στη μέση πλέον, γνώρισε την ήττα στο Γουίμπλεντον στο τέλος της καριέρας του. Μολονότι ο Ελβετός ανέβηκε άλλο ένα επίπεδο, αρκετοί αμφισβητούν το αν θα μπορούσε να νικήσει τον Σάμπρας στο χορτάρι.

Ο Σάμπρας έπαιζε σερβίς-βολέ, το σερβίς του ήταν αψεγάδιαστο και άκρως αποτελεσματικό και στην κίνηση θυμίζει εκείνο της Μαρία Σαραπόβα (σ.σ. πριν από την επέμβαση στον ώμο). Άλλωστε ο προπονητής είναι ο ίδιος (Ρόμπερτ Λάντσντροπ). Ένας άλλος προπονητής, ο Πιτ Φίσερ (συνελήφθη αργότερα για παιδεραστία) ανάγκασε τον Σάμπρας σε μικρή ηλικία να παίζει το μπάκχαντ με το ένα χέρι.

Η σχέση του με την Ελλάδα

Θα με ενδιέφεραν οι Ολυμπιακοί Αγώνες αν ήμουν Έλληνας“, είχε δηλώσει πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ, δικαιολογώντας την απόφαση του να μη λάβει μέρος. Το χρυσό μετάλλιο στη Βαρκελώνη το είχε κυνηγήσει με λύσσα, γιατί ” θα κάνει περήφανους τους Έλληνες γονείς μου“, όμως το τουρνουά διεξήχθη σε χωμάτινη επιφάνεια και δεν είχε μεγάλη τύχη.

Έντεκα χρόνια μετά την αποχώρηση του από την ενεργό δράση παραμένει ο σπουδαιότερος ξένος αθλητής με ελληνικό αίμα. Ωστόσο δεν… διατυμπάνισε ποτέ την ελληνική καταγωγή του, αφού θεωρεί τον εαυτό του, Αμερικανό. Πριν από επτά και πλέον χρόνια είχε αγωνιστεί για πρώτη και τελευταία φορά στην Ελλάδα, όμως το τουρνουά των βετεράνων είχε διεξαχθεί υπό άσχημες καιρικές συνθήκες και δεν είχε αρκετό κόσμο.

Στη συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα τον μονοπώλησαν με ερωτήσεις για την ελληνική καταγωγή του, όμως οι δημοσιογράφοι δεν πήραν τις απαντήσεις που ήθελαν. Και όλα τα χρόνια που πρωταγωνιστούσε είχε μιλήσει ελάχιστα για την Ελλάδα, είχε πει πως τον εντυπωσίαζε η δύναμη της μητέρας του που έφυγε σε ηλικία γάμου από την Ελλάδα και το πατρικό της στη Σπάρτη, όπου κοιμόταν στο τσιμέντο, ενώ εξέφραζε την αδυναμία του στη σπανακόπιτα.

Δεν μίλησε ποτέ ελληνικά δημόσια ούτε με τον Ελληνοαυστραλό Μαρκ Φιλιππούση. Ο τελευταίος έκανε τατουάζ με τον Μ.Αλέξανδρο και βλαστημούσε στη μητρική γλώσσα του πατέρα του όποτε έπαιζε μαζί του.

Σε παλαιότερη συνέντευξη του στο βιογράφο του, τον δημοσιογράφο Πίτερ Μπόντο επέλεξε τα πέντε παιχνίδια που σημάδεψαν την καριέρα του.

Σε ένα τουρνουά τζούνιορ στο Σαν Ντιέγκο στα 80ς:

Ο πατέρας μου με πήγε με το αυτοκίνητο στο τουρνουά. Έχασα με 6-0, 6-0 και έκλαιγα σε ολόκληρη τη διαδρομή μέχρι το Πάλος Βέρντες

Ο τελικός του US Open το 1992 με αντίπαλο τον Στέφαν Έντμπεργκ:

Το παιχνίδι που άλλαξε την καριέρα μου” (σ.σ. ο Σάμπρας ηττήθηκε από το μεγάλο Σουηδό και κατάλαβε ότι μπορεί να αλλάξει πολλά για να γίνει Νο1).

Ο τελικός του US Open το 1995 με αντίπαλο τον Άντρε Άγκασι:

“Π ήρε ο καθένας το δρόμο του μετά από εκείνον τον τελικό” (σ.σ. ο Σάμπρας προς τα ρεκόρ και ο Άγκασι προς το ψυγείο).

Ο τελικός του Γουίμπλεντον το 2000 με αντίπαλο τον Πατ Ράφτερ:

Σίγουρα το ρεκόρ (σ.σ. 13 Grand Slams, περισσότερα από κάθε άλλον εκείνη την εποχή), αλλά ήταν η πρώτη φορά που με έβλεπαν οι γονείς μου στο Γουίμπλεντον (σ.σ. οι γονείς του ήταν απόντες από την καριέρα του γιατί δεν άντεχαν τη συγκίνηση). Η παρουσία τους σήμαινε πολλά για μένα“.

Ο τελικός του US Open το 2002 με αντίπαλο τον Άντρε Άγκασι:

“Η πιο ευτυχισμένη στιγμή στην καριέρα μου“.

* η φωτογραφία είναι από αγώνα βετεράνων το καλοκαίρι του 2012

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ