ΣΤΗΛΕΣ

Στο Μαρακανά…

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος έφτασε στο Ρίο για τον τελικό του Μουντιάλ κι αντί να πάει στη Κοπακαμπάνα, επισκέφθηκε το Μαρακανά. Αθεράπευτα ποδοσφαιρικός κάθισε και έγραψε, μάλιστα, ολόκληρο κομμάτι

Χθες το απόγευμα είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου το Μαρακανά, πηγαίνοντας στο κέντρο τύπου για να πάρω τις διαπιστεύσεις του τελικού: για κάθε άνθρωπο που αγαπάει το ποδόσφαιρο, η θέα και μόνο του ιστορικού αυτού γηπέδου είναι ανατριχιαστική.

Το Μαρακανά ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1948, όταν και στη Βραζιλία ανατέθηκε η διοργάνωση του παγκόσμιου κυπέλλου του 1950. Το 1946 η Βραζιλία αποκτούσε και πάλι δημοκρατικό πολίτευμα μετά από δεκαπέντε χρόνια δικτατορίας. Η απόφαση των Βραζιλιάνων να κατασκευάσουν το μεγαλύτερο γήπεδο στον κόσμο δείχνει την τότε αισιοδοξία τους, τον ενθουσιασμό τους, αλλά και την αγάπη τους για την υπερβολή που χαρακτηρίζει όσο τίποτα την πόλη του Ρίο Ντε Τζανέιρο.

Το Μαρακανά, με τη μεγαλοπρέπεια του, είναι ένα τεχνητό μνημείο που βρήκε θέση ανάμεσα στις απίστευτες φυσικές ομορφιές της πόλης του Ρίο . Η πόλη δικαίως καυχιέται για το φυσικό της τοπίο, που περιλαμβάνει ένα εντυπωσιακό μονοκόματο βράχο – το επονομαζόμενο «Ζαχαρόψωμο» – τις τρεις γιγάντιες παραλίες των κλειστών κόλπων της και το λόφο Κορκοβάντο, με το γνωστό σε όλους άγαλμα του Χριστού: το κοινό όλων αυτών είναι ο γιγαντισμός κι έτσι και το Μαρακανά, στο κέντρο της πόλης, έπρεπε να είναι γιγάντιο.

Η περίεργη δοκιμή των στατικών

Το νέο γήπεδο – ένα απέραντο οβάλ «ταψί» από τσιμέντο – θα χωρούσε 180 χιλιάδες θεατές, τους περισσότερους από οποιοδήποτε άλλο γήπεδο στον κόσμο: για την ακρίβεια 43 χιλιάδες περισσότερους από το τότε μεγαλύτερο, δηλαδή το Χάμπτον Παρκ της Γκλασκόβης. Ο θρύλος λέει ότι το γήπεδο υπήρξε τόσο μεγάλο που ποτέ δεν γέμισε! Τα 174 χιλιάδες 823 εισιτήρια που κόπηκαν στο τελικό του 1950 είναι ακόμα και σήμερα το παγκόσμιο ρεκόρ παρουσίας θεατών σε ένα ματς, αλλά τυπικά το γήπεδο δεν γέμισε ούτε τότε!

Το Ρίο, η έδρα του τελικού του εφετινού Μουντιάλ, αποκτώντας το μεγαλύτερο γήπεδο του κόσμου, υπήρξε η πιο σημαντική πόλη για την πρόοδο του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Το Μαρακανά δημιούργησε μια από τις πιο μεγάλες βραζιλιάνικες ψυχώσεις, δηλαδή την ανάγκη σε κάθε διοργάνωση να υπάρχει ένας τελικός και να γίνεται εκεί! Οι Βραζιλιάνοι μέχρι το 1971 δεν είχαν ένα πρωτάθλημα εθνικό, όπως τα ευρωπαϊκά.

Υπήρχαν (και υπάρχουν ακόμα) μια σειρά από τοπικά πρωταθλήματα οι νικητές των οποίων στη συνέχεια έδιναν νοκ αουτ ματς με σκοπό να φτάσουν στο Μαρακανά. Το πρώτο εθνικό τους πρωτάθλημα με τη σημερινή του μορφή διοργανώθηκε το 1971, αλλά και πάλι αυτό περιείχε ομίλους κι ένα τελικό. Γενικά, τίποτα δεν μπορούσε να θεωρηθεί σημαντικό, αν δεν κατέληγε στι Μαρακανά

Τάιμ-άουτ, δεύτερος διαιτητής και … μπλέ κάρτα

Το πρωτάθλημα που έχουν σήμερα, ένα κανονικό πρωτάθλημα 18 ομάδων όπως τα ευρωπαϊκά, δεν το αγαπάνε γιατί δεν έχει τελικό.Η χαλαρότητα του Ρίο, που είναι γνωστό για το καρναβάλι του, σημάδεψε το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο και ως προς το εξής: εδώ υπάρχει ελάχιστη σοβαροφάνεια και ελάχιστος σεβασμός ως προς το κύρος των θεσμών – φόρμουλες πρωταθλημάτων, κανονισμοί κτλ υπάρχουν για να αλλάζουν και καλός παράγοντας θεωρείται όποιος μπορεί στο ποδόσφαιρο να προσθέσει κάτι καινούργιο!

Ένας τέτοιος παράγοντας είναι ο εμπνευστής της «χρήσης του σπρέι», ο Εντουάρντο Ζοζέ Φάρα, που δήλωνε σε κάθε ευκαιρία ότι το ποδόσφαιρο πρέπει να ξεφύγει από τις αγκυλώσεις του και να αλλάξει σε πολλά για να γίνει πιο ενδιαφέρον και ότι η θεαματική φύση του αθλήματος επιβάλει αλλαγές στις φόρμουλες και τους κανονισμούς. Το σπρέι δεν είναι η μόνη καινοτομία του. Στις αρχές του 1990 ζήτησε από τις ομάδες να χρησιμοποιούν ο ι ομάδες μαζορέτες, όπως στο μπάσκετ.

τρίλεπτο τάιμ άουτ λόγω ζέστης, το 1996 καθιέρωσε το
δεύτερο διαιτητή και ισχυρίζεται ότι με αυτό τον τρόπο μειώθηκαν τα φάουλ, αλλά η Fifa δεν στήριξε την πρότασή του. Για τρία χρόνια στα πρωταθλήματα που οργάνωσε χρησιμοποιήθηκε η
μπλέ κάρτα: η τελευταία προειδοποίηση πριν την αποβολή.

Για να μειωθούν ακόμα περισσότερο τα σκληρά μαρκαρίσματα δημιούργησε ένα κανονισμό που έλεγε ότι όταν μια ομάδα συμπληρώνει 15 φάουλ, ο αντίπαλος μπορεί να εκτελεί ένα έμμεσο χτύπημα φάουλ εντός της περιοχής! Το 2001 ο Φάρα κατήργησε την ισοπαλία! Στη λευκή ισοπαλία καμία ομάδα δεν έπαιρνε βαθμό και στις ισοπαλίες με γκολ, μετά το τέλος του ματς, οι ισόπαλοι χτυπούσαν πέναλτι για να κερδίσει ο ένας από τους δυο ένα βαθμό.

Χρειάστηκε να ξεκινήσει αγώνα εναντίον του μέτρου ο Τοστάο, επιθετικός της Σελεσαό το 1970 και σήμερα αρθρογράφος, για να επανέρθει η ισοπαλία! «Στο ποδόσφαιρο και στη ζωή» έγραψε ο Τοστάο « δεν υπάρχουν μόνο νικητές και ηττημένοι». Ο Φάνα διαφωνεί, αλλά έκανε πίσω. Ο αυριανός τελικός του Ρίο είναι άλλωστε ένα είδος δικαίωσης για τον ίδιο: θα υπάρξουν μόνο νικητές και ηττημένοι κι απομένει να δούμε ποιοι θα ναι αυτοί…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ