THE SPORTS ECONOMIST

Φαν Βερτ: Στη μέση της μαρκίζας

Ο Φαν Βερτ στον αγώνα του Βόλου με τον Παναθηναϊκό όπου σημείωσε δύο γκολ Eurokinissi Sports

Όχι μόνο γέμισε τα παπούτσια του Τάσου Δουβίκα, αλλά πλέον, έχοντας περάσει στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ της Super League Interwetten μετά τα δυο του γκολ κόντρα στον Παναθηναϊκό, o Τομ Φαν Βερτ μοιάζει ικανός να αλλάξει και την εσωτερική ιεράρχηση στον Βόλο.

Τυχαίο ή όχι, βγήκε. Μέρος πλάνου, σχεδίου επενδυτικού ή όχι, λειτούργησε. Παρά κάτι δύο εκατομμύρια ευρώ απέφερε στον Βόλο η επιλογή να εμπιστευτεί στην περυσινή σεζόν, τους πρωτόλειους ουσιαστικά σε ρόλο βασικού, Τάσο Δουβίκα και Σίμο Μήτογλου.

Γυάλισε. Έδειξε τον δρόμο. Όχι κατ’ ανάγκη της επιτυχίας, αλλά του χρήματος. Η βελτιωμένη – όπως ήλπιζαν οι Θεσσαλοί -, φετινή version της ομάδας θα γέμιζε από στοιχεία και χαρακτηριστικά που θα γυάλιζαν και σε άλλους. Και έτσι, θα έφερνε ακόμη περισσότερα χρήματα.

Η λογική, η φιλοσοφία, η επιδίωξη ήταν ακριβώς η κατάθεση και η επίδειξη ποιότητας και τεχνικών δεξιοτήτων, κάτι που φαίνεται και υπογραμμίζεται με φουλ – και μόνο – επιθετικό παιχνίδι. Ένα γκολ περισσότερο απ’ όσα επιτρέψει η άμυνα. Μοτό που δεν διακηρύχτηκε, αλλά αποδείχτηκε τόσο στην διαμόρφωση του ρόστερ όσο και στο γήπεδο.

Στην πρώτη γραμμή της πασαρέλας, οι ακραίοι μπακ, ο νιόφερτος Πουρίτα και ο γνωστός, «σεσημασμένος», Φεράρι. Οι… τσιμπητοί μέσοι και μεσοεπιθετικοί, Ορός, Φερνάντες, Μπαρτόλο, Ροσέρο, Σοάρες. Το κομμάτι από το παζλ που έλειπε ήταν η κατάληξη όλων αυτών. Τα (11) γκολ του Δουβίκα που χρειάζονταν, αγωνιστικά, βαθμολογικά, ουσιαστικά, αλλά και επικουρικά του promotion των υπολοίπων, να καλυφθούν.

Η επιλογή ενός 31χρονου φουνταριστού προφανώς δεν γίνονταν να προσμετρήσει στην λογική της (μιας ακόμη) επικερδούς πώλησης. Έλα όμως που ο Τομ Φαν Βερτ κάνει ό,τι μπορεί για να την διαψεύσει.

Με τα δύο κυριακάτικα του γκολ – σεντερφορίσια 100%, δείγματα αν όχι κλάσης, τουλάχιστον χαρακτηριστικής επάρκειας θέσης, ρόλου, οξυδέρκειας και αντίληψης – στην επικράτηση κόντρα στον Παναθηναϊκό πέρασε στην κορυφή των σκόρερ της Super League Interwetten και στο μέσο περίπου της σεζόν απέχει μόνο ένα από το να ισοφαρίσει τον περυσινό λογαριασμό του Δουβίκα.

Στην μαρκίζα λοιπόν, είναι ξεκάθαρο πως το όνομα του Ολλανδού όχι μόνο προστέθηκε για τα καλά, αλλά πλέον ίσως, χωρίς κανείς να το απαιτεί και ελάχιστοι να το περιμένουν, έχει φτάσει στο κέντρο της και με γράμματα μεγαλύτερα από κάθε άλλου.

Η σιωπή του “Ντε Κάιπ”

Δέκα χρονών εντάχθηκε στις ακαδημίες της ομάδας της γενέτειράς του (για την ακρίβεια 10 χιλιόμετρα μακριά από το Σιντ Μιχιελσγκέστελ), την Ντεν Μπος. Έκανε όλο τον δρόμο, παραμένοντας στις τάξεις της 14 χρόνια. Λίγο μετά την ενηλικίωση ντεμπουτάρισε σε παιχνίδι της EersteDivisie (Δεκέμβριος του 2008), ξοδεύοντας την επόμενη τριετία μόνιμα σε ρόλο ρεζέρβας (και αν…).

Το ξεπέταγμα έγινε με δύο διαδοχικές σεζόν με διψήφιο αριθμό τερμάτων (15 το 2011-12, 17 την επόμενη), επίδοση όμως που δεν συνοδεύτηκε και με αλλαγή στάτους της ομάδας του. Ήταν πλέον το ψάρι που ξεχώριζε στη λίμνη. Το timing όμως για να διεκδικήσει… κολύμπι σε μεγαλύτερη φάνηκε πως χάθηκε όταν υπέστη ρήξη χιαστών (Απρίλιος ’13).

Έχασε όλη τη σεζόν 2013-14, η Εξέλσιορ όμως τον περίμενε και του πρόσφερε, επιτέλους, την ευκαιρία. Πατημένα 24 λοιπόν, παρα-γινωμένος για τα δεδομένα του ολλανδικού ποδοσφαίρου, πρωτοέπαιξε στα σαλόνια, στην Eredivisie. Και έδειξε έτοιμος.

Συνέχισε το σερί του, πετυχαίνοντας διψήφιο αριθμό τερμάτων και στις επόμενες δύο χρονιές, αποτελώντας τον πρώτο σκόρερ της ομάδας του σε αμφότερες και έτσι συμβάλλοντας καταλυτικά στην παραμονή της στα σαλόνια.

Με τη φανέλα της έζησε αυτή που μέχρι και σήμερα και σήμερα θεωρεί ως κορυφαία στιγμή της καριέρας του. Όχι τα δύο δηλαδή γκολ που σημείωσε στο πρώτο ημίχρονο του τοπικού ντέρμπι με τη Φέγενορντ στο “Ντε Κάιπ” (22/2/2015), αλλά κυρίως την… βουβαμάρα που προκάλεσαν στο φασαριόζικο κοινό των “ροτερντάμερς”.

Στην ανάπαυλα – παραδέχτηκε πως – μελέτησε όλα όσα μπορούσαν να πάνε στραβά για την ομάδα του: αποβολή, πέναλτι, ανατροπή. Εγιναν όλα στο δεύτερο σαρανταπεντάλεπτο, η Φέγενορντ γύρισε το παιχνίδι και έτσι αρκέστηκε μόνο στο… μισό της σιωπηρής ανάμνησης.

Σε κάθε περίπτωση τα πεπραγμένα του στην Εξέλσιορ αποτέλεσαν το θεωρημένο του πασαπόρτι για ν’ ανέβει ακόμη ένα σκαλοπάτι. Η Γκρόνινγκεν λοιπόν του έδωσε τριετές συμβόλαιο, ουσιαστικά όμως, το ένα φεγγάρι μόνο αξιοποίησε.

Ανταγωνισμός και τραυματισμοί «έκαψαν» τον πρώτο χρόνο, ο δεύτερος ξεκίνησε στον πάγκο, στάτους που άλλαξε στην πορεία του, με το φινάλε να τον βρίσκει μεν – πάλι – με διψήφιο αριθμό τερμάτων (12), αλλά με βαρίδια ανυπέρβλητα για την παραμονή του.

Πρώτο, η ηλικία του. Περπατούσε στα 28. Κοινώς, πάντα για μέτρα και σταθμά ολλανδικής ομάδας, βετεράνος ως και – αναλόγως της πολιτικής του κάθε club – περιττός. Δεύτερο, ακριβώς η συγκεκριμένη πολιτική της Γκρόνινγκεν. Απαρέγκλιτη για κάθε ποδοσφαιριστή ο οποίος έμπαινε στον τελευταίο χρόνο συμβολαίου: είτε πώληση, αποδέσμευση, οτιδήποτε τέλος πάντων που θα αλάφρυνε ή τόνωνε τα ταμεία ή ανανέωση.

Και ήταν ξεκάθαρο πως το δεύτερο, δεν προσφέρονταν ως επιλογή.

Από Λισαβώνα, Ααλμποργκ από εκεί Βόλος

Πατριωτάκι ο Μπας Ντοστ. Φουνταριστός επίσης. Λατρεμένος εκείνη την στιγμή (καλοκαίρι ’18) στην Σπόρτινγκ. Τόσο που ό,τι έλεγε, ό,τι ζητούσε, γίνονταν.

Τα “λιοντάρια” λοιπόν αναζητούσαν τότε ρεζέρβα του. Και αυτός σύστησε τον Φαν Βερτ. Άγνωστο πως, άγνωστο γιατί. Το πληροφορήθηκε, αλλά αδυνατούσε να το πιστέψει. Καλά καλά δεν το πίστευε ούτε όταν έβγαζε εισιτήρια για να ταξιδέψει στη Λισαβόνα για τα διαδικαστικά.

Δεν έμελλε. Η συμφωνία του συνέπεσε με τα πρωτόγνωρα επεισόδια στο προπονητικό κέντρο της Σπόρτινγκ, την έφοδο των οπαδών και τον ξυλοδαρμό παικτών της ομάδας. Στο χάος που ακολούθησε στο πορτογαλικό club, απολύτως λογικά δεν υπήρχε πουθενά.

Ο πρόεδρος που είχε κάνει το deal, o Μπρούνο ντε Καρβάλιο παραιτήθηκε, η μαζική έξοδος παικτών και προπονητών από το “Αλβαλάδε” άλλαξε προτεραιότητες και η ευκαιρία καριέρας για τον Φαν Βερτ – αλλά και για την Γκρόνινγκεν – χάθηκε.

Και μαζί έμοιαζε να χάνεται και το timing της λύσης. Είπαμε, στην Γκρόνινγκεν δεν μένει ποδοσφαιριστής, ενεργός τουλάχιστον, στον τελευταίο χρόνο συμβολαίου.

Κυριολεκτικά στο παρά ένα της εκπνοής της καλοκαιρινής μεταγραφικής περιόδου, εμφανίστηκε η Ααλμποργκ. Ούτε παραγγελιά. Η σύντροφός του είναι από τη Δανία, οπότε μπορεί να μην ήταν Σπόρτινγκ και Λισαβόνα, αλλά ήταν κάτι.

Εντυπωσίασε τους πάντες στη χώρα με την αμεσότητά της προσαρμογής του, στο εξάμηνο πάνω μάλιστα έφτασε να δίνει και συνεντεύξεις στα δανέζικα, παραμένοντας πάντα συνεπής αγωνιστικά. Παραδόξως για Κεντροευρωπαίο, δεν συνήθισε με τίποτα την βαρυχειμωνιά του εξαμήνου Οκτωβρίου – Μαρτίου, λάτρεψε όμως την καθημερινότητα της πόλης που τον φιλοξένησε, παρότι το στιλ ποδόσφαιρου της SuperLigaen δεν ήταν ακριβώς του γούστου του.

Καθιέρωσε στα αποδυτήρια (και όχι μόνο) το αγαπημένο του πρωινό – τρούφα σοκολάτα με βούτυρο στο ψωμί… -, αναμενόμενα δεν άλλαξε ιεράρχηση των πιο δύσκολων στόπερ που έχει αντιμετωπίσει στην καριέρα του, με τους Καρίμ Ρέκικ, Ντάβιντσον Σάντσες και Ματίς ντε Λιχτ (κατά σειρά) ν’ αποτελούν τους πλέον απαιτητικούς, κλείνοντας την τριετία του στην Δανία με ένα γκολ ανά τρία παιχνίδια πρωταθλήματος κατά μέσο όρο.

“Ασφαλής περιπέτεια”, χαρακτηρίζει την εκεί θητεία του αποχαιρετώντας τους οπαδούς το Ααλμποργκ, δηλώνοντας πως θα ήθελε να ζήσει μια… νέτα-σκέτα περιπέτεια. Συνειδητοποιημένος πως το όνειρο του, να παίξει στην Ισπανία δηλαδή, δεν θα πραγματοποιηθεί, δεν απέκλειε τίποτα. Ούτε Αυστραλία, ούτε ΗΠΑ, ούτε καν Νότια Αφρική, αν και πρώτη πρώτη στη λίστα του – καταγεγραμμένα – ήταν η επιδίωξη της συνέχεια της καριέρας του σε μια μεσογειακή χώρα.

(Του) Ήρθε λοιπόν και (του) έδεσε στα τέλη του περασμένου Ιουνίου. Ταίριαξε και με το παραπάνω. Αν τώρα ο Βόλος και το ελληνικό πρωτάθλημα είναι η περιπέτεια που αναζητούσε, αυτός το ξέρει. Αυτό που πάντως μοιάζει σίγουρο είναι πως αν γούσταρε το lifestyle του Ααλμποργκ, εν μέσω μάλιστα πανδημίας, για τον Βόλο δεν πρέπει να τίθεται ερώτημα.

Φαίνεται άλλωστε και στο γήπεδο…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ