Το πρόβλημα του Ολυμπιακού, δεν είναι η πρώτη ήττα μετά από 73 ημέρες

Ο Φουρνιέ των 66 κι ο Βεζένκοβ των 63 λεπτών. Ο Γουόκαπ των 2/16 σουτ και το περιορισμένο ροτέισον. Η απουσία του Ντόρσεϊ και το κορμί που δεν ακολουθεί το μυαλό. Γράφει ο Χάρης Σταύρου.
Το hangover του Ολυμπιακού από την κατάκτηση της EuroLeague, συνεχίζει να τον ταλαιπωρεί.
Το βράδυ της Παρασκευής (5/6) οι ερυθρόλευκοι ηττήθηκαν για πρώτη φορά μετά από 73 ημέρες, είδαν τον αιώνιο αντίπαλό τους να ισοφαρίζει στο 1-1 τη σειρά των τελικών της Stoiximan GBL, συνεχίζουν να έχουν το αβαντάζ έδρας, όχι όμως και το μομέντουμ.
Μετά από 80 λεπτά, ο Ολυμπιακός των 97.3 πόντων στην Α1 και των 90.5 πόντων στη EuroLeague, ο Ολυμπιακός των 27 ασίστ στην Α1 και των 21.4 ασίστ στη EuroLeague, έχει 70 πόντους ανά αγώνα και 16.5 ασίστ για 15 λάθη σε αυτούς τους δύο αγώνες.
Κουρασμένος; Σίγουρα. Και με μικρότερο ροτέισον. Χωρίς τον Τάιλερ Ντόρσεϊ και τους Σακίλ ΜακΚίσικ, Ντόντα Χολ (στο πρώτο ματς), Ταϊρίκ Τζόουνς (στο δεύτερο ματς), Τάισον Γουορντ (στο δεύτερο ματς), ο Γιώργος Μπαρτζώκας έχει λιγότερες επιλογές.
Το ακόμα χειρότερο είναι ότι ο Έλληνας προπονητής πρέπει να υπερφορτώσει συγκεκριμένους παίκτες μέχρι να έρθει, αν έρθει, η στιγμή που η ομάδα του θα παίξει ξανά μπάσκετ υψηλού επιπέδου, απέναντι σε έναν αντίπαλο που παλεύει για να σώσει τη σεζόν του.
Ο Φουρνιέ έπαιξε 66 λεπτά σε τρία βράδια.
Ο Βεζένκοβ έπαιξε 63 λεπτά και είχε απέναντί του τον Νάιτζελ Χέιζ-Ντέιβις, τον παίκτη που τον δυσκολεύει όσο κανείς.
Ο Γουόκαπ έχει 2/14 σουτ σε 48 λεπτά.
Ο Τζόσεφ κι ο Πίτερς δεν έχουν βοηθήσει, ειδικά ο πρώτος δείχνει λες και στον τελικό της EuroLeague τελείωσε τη σεζόν του.
Το πρόβλημα του Ολυμπιακού δεν είναι μόνο σωματικό, είναι και πνευματικό.
Δεν υπάρχει περίπτωση να έχει υποτιμηθεί ο αντίπαλος, δεν γίνεται να υποτιμηθεί ο Παναθηναϊκός.
Απλώς τα σήματα από τον εγκέφαλο δεν φτάνουν πλέον στα πόδια. Και οι Πειραιώτες πρέπει να βρουν κουράγιο για να επιβιώσουν σε αυτό το υπερσυμπυκνωμένο πρόγραμμα με τους αγώνες κάθε δεύτερο βράδυ.
Λείπει ο Σακίλ ΜακΚίσικ, ένα παιδί που ξέρει πόσο σημαντικό είναι να κλείνεις νικητής κάθε σεζόν, σε αντίθεση με τον Τζόσεφ και τον Νιλικίνα. Έλειψαν η αθλητικότητα και η ορμή του Αμερικανού και στους δύο αγώνες.
Λείπουν κι άλλα πράγματα από τον Ολυμπιακό. Λείπει η ψυχραιμία, σε πάγκο κι αγωνιστικό χώρο, λείπει η επικοινωνία, η ροή που βοήθησε τους Πειραιώτες φτάσουν στο Final Four της EuroLeague ως πρώτοι της κανονικής περιόδου και με σκούπα στα playoffs.
Με δεδομένο ότι η σεζόν ξεκίνησε στα τέλη του περσινού Ιουλίου, εξαιτίας των υποχρεώσεών των διεθνών στο EuroBasket 2025, με δεδομένο ότι αυτοί οι παίκτες έκλεισαν 10 μήνες συνεχούς δράσης, η εικόνα του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, το αποκαρδιωτικό μπάσκετ που έχουν παίξει σε αυτούς τους δύο αγώνες, εξηγούνται.
Οδεύουμε προς τα μέσα Ιουνίου, η καταπόνηση είναι τεράστια, τα κορμιά δεν ακολουθούν, τα συναισθήματα από αγώνα σε αγώνα, το εξωαγωνιστικό δράμα, οι συζητήσεις για τη διαιτησία, όλα μαζί δημιουργούν, ως συνήθως, ένα εκρηκτικό κοκτέιλ.
Το σίγουρο είναι ότι μετά από 80 λεπτά δράσης, περισσότερο έχουμε ασχοληθεί με όσα έχουν γίνει εκτός γραμμών και λιγότερο με αυτά που έγιναν σε ΣΕΦ και ΟΑΚΑ.
Αν το ακριβότερο ντέρμπι του κόσμου (εκτός NBA), αν αυτά τα δύο ρόστερ αξίζουν τέτοια τοξικότητα, ας το κρίνει ο καθένας.
Εμείς ελπίζουμε ότι το βράδυ της Δευτέρας (7/6) θα επικρατήσει η λογική (ποια λογική;) και ο κόσμος θα απολαύσει τον Φουρνιέ και τον Βεζένκοβ, τον Ναν και τον Χέιζ-Ντέιβις. Ιδανικά και τον Ντόρσεϊ και τον Σλούκα, τον Μιλουτίνοβ και τον Λεσόρ. Και όλους τους παίκτες των δύο ομάδων που ξέρουν το διακύβευμα, αλλά πρέπει να φορούν μονίμως ωτοασπίδες για να επιβιώσουν.
Δυστυχώς, αυτές οι 10-12 ημέρες κάθε χρονιάς, είναι οι χειρότερες ενώ θα έπρεπε να είναι το ιδανικό φινάλε της σεζόν.
Δυστυχώς, αυτή η κατάσταση δεν θα αλλάξει, όσο κι αν ελπίζουμε, όσο κι αν προσπαθούμε να κοροϊδέψουμε τους εαυτούς μας, αν αυτοί που αποφασίζουν, συνεχίσουν να αρνούνται την πραγματικότητα.
Στο τέλος της ημέρας, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, αναρωτιόμαστε για πολλά.
Για το αν αξίζει τον κόπο να ασχολούμαστε με μία κατάσταση που δεν αλλάζει, για το αν μπορούμε να βοηθήσουμε τον κόσμο να αγαπήσει περισσότερο το άθλημα, για το αν τα δηλητηριασμένα μυαλά μπορούν με κάποιον μαγικό τρόπο να καθαρίσουν, για το τι θα φέρει η επόμενη ημέρα.
Περισσότερο ρητορικά είναι τα ερωτήματα. Τις ξέρουμε τις απαντήσεις. Τις ζούμε καθημερινά.
Κι όμως για κάποιον ηλίθιο λόγο συνεχίζουμε να ελπίζουμε και στο τέλος να απογοητευόμαστε, κάθε φορά και περισσότερο.