OPINIONS

Η βία της υποκρισίας

INTIME SPORTS

O Αντώνης Καρπετόπουλος γράφει για το κοινό που του αρέσει ή ανέχεται απαθές τα επεισόδια και εκείνο, που εν τέλει, θα δώσει τη λύση στο πρόβλημα. Αφού δεν το εξαφάνισαν, μπορεί κανείς να ελπίζει

Ας πούμε μια αλήθεια: η βία στα γήπεδα και η βία γενικά έχει κι οπαδούς, πολλούς οπαδούς. Ανθρώπους που δεν είναι φανατικοί, αλλά αρέσκονται στο να παρακολουθούν φανατικά το ξύλο όπου κι αν πέφτει, που δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τα επεισόδια και σχεδόν τα χαίρονται ακόμα κι αν ηθικολογικά τα καταδικάζουν.

Είναι άνθρωποι που παρακολουθούν με ενδιαφέρον την εξέδρα πιο πολύ από το γήπεδο, που χαίρονται ν ακούν ιστορίες για εκδρομές στις οποίες έγιναν φασαρίες, που βρίσκουν διασκεδαστική την ακατάπαυστη βωμολοχία, που θεωρούν ότι οι αναμμένοι πυρσοί είναι καταπληκτικό θέαμα, που έχουν μεγαλώσει με τη βεβαιότητα ότι τα γήπεδα είναι για εκτόνωση και που ειρωνικά τονίζουν ότι «το γήπεδο δεν είναι θέατρο και δεν μπορεί να γίνει τέτοιο». Δεν είναι ένα μικρό κοινό, είναι ένα τεράστιο κοινό, που έχει μάθει κυρίως να ανέχεται. Δε μου ‘κανε καμία εντύπωση ότι την επόμενη του ματς του Παναθηναϊκού με τον ΠΑΟΚ γέμισε το διαδίκτυο από βίντεο που τράβηξαν με θέμα τα επεισόδια διάφοροι άλλοι οπαδοί.

Μια σημαντική μερίδα του κοινού δεν αντιμετωπίζει τα βίαια επεισόδια με αποστροφή, αλλά τα χαίρεται τόσο ώστε τα καταγράφει για να μοιραστεί τις εικόνες με φίλους και γνωστούς. ΣτηNova, που έχει αποφασίσει να μην δείχνει επεισόδια που γίνονται εντός των γηπέδων, κάθε φορά που ο τηλεσκηνοθέτης αρνείται να προβάλει πλάνα βίας, που είναι και αποκλειστικά, σπάνε τα τηλέφωνα από κόσμο που θέλει να δει, όχι γιατί θέλει να ενημερωθεί αλλά γιατί γουστάρει. Θυμάμαι ένα περιστατικό αρκετά ενδεικτικό για την αντίληψη και τη συμπεριφορά του μεγάλου κοινού.

Διπλάσιοι από τον αγώνα

Το 2007, αν δε με γελάει η μνήμη μου, δούλευα στονAlpha. Μια Κυριακή το κανάλι μετέδιδε ένα ματς της ΑΕΚ από τη Λιβαδειά.

Έγιναν τρομερά επεισόδια και είχε καεί μάλιστα ένα βαν – είχαν κινδυνέψει και οι τεχνικοί που το στελέχωναν. Το ματς ξεκίνησε με μια ώρα περίπου καθυστέρηση και για όλη αυτή την ώρα μεταδίδονταν εικόνες ανερμάτιστες, περιστατικά που ήταν αδύνατον να τα περιγράψεις: συμπλοκές οπαδών με την αστυνομία στον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου, φωτιές κτλ.

Την επόμενη είχα πάρει την μέτρηση τηςAGBγια να δω πόσοι είδαν το ματς και πόσοι τα επεισόδια: οι δεύτεροι ήταν σχεδόν διπλάσιοι! Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα του κόσμου, οι ηδονοβλεψίες του καναπέ, που σχεδόν τη βρίσκει παρακολουθώντας καταστροφές και για να μουρμουράει για την έλλειψη της Πολιτείας, τους τρόπους της αστυνομίας κτλ. Και υπάρχει κι ένα κοινό που πάει στα γήπεδα έχοντας συμβιβαστεί με την ιδέα ότι μπορεί να γίνει ο κακός χαμός και σχεδόν τον περιμένει: μπορεί να μην συμμετέχει, αλλά δεν τραβάει και κανένα ζόρι. Κατανοεί και συχνά δικαιολογεί το οτιδήποτε.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που δεν επιτρέπουν να λυθεί το πρόβλημα της βίας: ένας από τους σημαντικότερους είναι η υποκρισία. Η κοινωνία μας (κι όχι μόνο η αθλητική) δεν θέλει να λυθεί το πρόβλημα, δεν το απαιτεί, δεν πιέζει: ίσα ίσα που το υποθάλπει. Λένε πολλοί κι έχουν εν μέρει δίκιο ότι η Πολιτεία θέλει στα γήπεδα να γίνεται κάθε τόσο χάος για να εκτονώνεται μια κάποια νεολαιίστικη παραβατικότητα για να μην τη βλέπουμε στους δρόμους.

Η συνεπαγωγή, όμως, λειτουργεί κι ανάποδα: το γήπεδο συντηρεί την κουλτούρα της μολότοφ, ώστε η μολότοφ να πέφτει εξίσου εύκολα και απενοχοποιημένα και σε άλλες περιπτώσεις. Στο γήπεδο συντηρείται η ανομία, αλλά η χώρα συνολικά δεν λατρεύει την εφαρμογή του νόμου – ίσα ίσα.

Κατηχητικό τα όσα έκαναν οι Άγγλοι

Λένε πολλοί ότι οι Αγγλοι π.χ έλυσαν το πρόβλημα δραστικά με τον αυτοαποκλεισμό τους από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, την αυστηροποίηση των νόμων κτλ. Η αλήθεια είναι ότι οι νομοθετικές προβλέψεις της έκθεσης Τέιλορ, που αντιμετώπισε στην Αγγλία το πρόβλημα της βίας, είναι διδάγματα του κατηχητικού, σε σύγκριση με την υπάρχουσα ελληνική νομοθεσία (ή και προηγούμενες που ήταν σαφώς πιο σκληρές): σιγά μην ήταν πρόβλημα για τον έλληνα χουλιγκάνο ότι θα του κόψουν το γήπεδο για κάποιους μήνες ή ότι θα πρέπει αυτό το διάστημα να εμφανίζεται στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς του. Δεν ήταν ούτε οι κάμερες, ούτε το ονομαστικό εισιτήριο αυτά που έλυσαν το πρόβλημα στην Αγγλία: οι ίδιες πρακτικές εφαρμόστηκαν στην Ιταλία και είχαν ως αποτέλεσμα την τρομακτική μείωση των εισιτηρίων ακριβώς γιατί οι Ιταλοί κουβαλάνε περίπου τα ίδια μυαλά με εμάς.

Στην Αγγλία το πρόβλημα λύθηκε με την συνολική αναβάθμιση του πρωταθλήματος, τον πλούτο της Πρέμιερ λιγκ, τα καινούργια γήπεδα και τα πολύ ακριβά εισιτήρια που είχαν ως αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η πρόσβαση στο γήπεδο στον καθένα. Αλλά όλα αυτά συνέβησαν γιατί υπήρχε ένα κοινό που για ποδόσφαιρο διψούσε, τη βία την απεχθάνονταν και η απαίτησή του ήταν να βλέπει καλές ομάδες.

Εδώ υπάρχει ένα κοινό χολερικό, που ψάχνει αφορμή για να κάνει φασαρίες, που φαντασιώνεται αντιπαλότητες, που διαβάζει δημοσιογράφους που το ποτίζουν φανατίλα γιατί με αυτούς χαίρεται, που δεν καταλαβαίνει ότι τα σπορ είναι παιγνίδια στα οποία χωράνε κυρίως καλά συναισθήματα, γιατί υπάρχουν για να μας διασκεδάζουν και να μας συγκινούν κι όχι να μας πωρώνουν.

Πότε θα λυθεί το πρόβλημα; Όταν προκύψει ένα άλλο κοινό. Που πάει στο γήπεδο για να δει ποδόσφαιρο (ή μπάσκετ ή βόλεϊ ή οποιοδήποτε άλλο σπορ…), που σιχαίνεται τα βεγγαλικά και τις κροτίδες, που θεωρεί εμετικά τα πιο πολλά πανό, που απαιτεί από τις ομάδες να καθαρίσουν τα πέταλα και να μην δίνουν εισιτήρια σε συνδέσμους. Σήμερα αυτό το κοινό είναι μικρό, αλλά υπάρχει. Δεν ηθικολογεί, δεν εκφράζεται με πομπώδεις τρόπους, δεν ψάχνει αφορμές για να τα βλέπει όλα μαύρα, έχει μάθει τα σπορ και τους κανόνες τους, ξέρει να τα χαίρεται αδιαφορώντας για την εξέδρα και τα τερτίπια της.

Οτι αυτό το κοινό δεν έχει εντελώς εξαφανιστεί, μετά από όλα όσα έχει περάσει, είναι κάτι αξιοθαύμαστο. Και είναι και η μόνη μικρή ελπίδα…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ