OPINIONS

Η τύχη του Ρεχάγκελ

Ρεχάγκελ INTIME SPORTS

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος γράφει για την κακή παράδοση της Εθνικής Ελλάδας στην Φινλανδία τα τελευταία χρόνια και το παράδειγμα του Ρεχάγκελ που πρέπει να ακολουθήσει ο Ρανιέρι.

Γιατί η εθνική μας ομάδα μοιάζει να υποφέρει πολύ στα εκτός έδρας παιγνίδια της στη Φινλανδία; Ενας λόγος είναι ότι τα ματς με τους Φινλανδούς είναι σπάνια: ένα μικρό δείγμα παιγνιδιών (στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι όλα κι όλα πέντε) μπορεί να λειτουργήσει ως παραμορφωτικός καθρέφτης. Ενας άλλος λόγος είναι ότι κάθε επίσκεψη στο Ελσίνκι, για χρόνια, γίνονταν μετά από ένα ταξίδι εξαιρετικά σκληρό. Το 1978 η Εθνική μας είχε πάει να παίξει εκεί για τα προκριματικά του Euro του 1980 – τότε το έλεγαν ακόμα Κύπελλο Εθνών Ευρώπης.

Είχαμε μια καλή ομάδα που τελικά προκρίθηκε, αλλά στην Φινλανδία η ομάδα είχε χάσει με κατεβασμένα χέρια 3-0! Με δεδομένη την ποιότητα εκείνης της ομάδας είχα ρωτήσει κάποτε το μακαρίτη τον Αλκέτα Παναγούλια πως είχε συμβεί αυτό – η διαφορά των δυο ομάδων ποιοτικά ήταν τόσο μεγάλη ώστε κατι μήνες αργότερα στη Λεωφόρο η Εθνική μας κέρδισε τους ερασιτέχνες Φινλανδούς με 8-1!

Ο σοφός Αλκέτας μου χε δώσει μια εξήγηση από τις δικές του: « οι μισοί παίκτες μου τότε φοβόντουσαν να μπουν στο αεροπλάνο και για να φτάσουμε εκεί αλλάξαμε δυο πτήσεις. Πήγαμε από την Αθήνα στο Λονδίνο, από την Αγγλία στη Στοκχόλμη κι από εκεί πετάξαμε για Ελσίνκι. Φτάσαμε κατάκοποι και μολονότι ήταν τέλη Μαϊου έκανε κρύο». Τον καιρό εκείνο αυτές οι λεπτομέρειες μπορούσαν να χτίσουν παραδόσεις.

Αλλιώς το 2001

Το 2001 όταν η Εθνική μας πήγε στο Ελσίνκι με τον Ρεχάγκελ για πρώτη φορά στο ρόλο του ομοσπονδιακού προπονητή δεν άλλαξε τρεις πτήσεις: οι καιροί είχαν αλλάξει. Αυτό που δεν άλλαξε ήταν το τελικό αποτέλεσμα: πάλι ήττα και πάλι διασυρμός. Το ματς είχε γίνει αρχές Σεπτέμβρη, δηλαδή στη χειρότερη για τον έλληνα ποδοσφαιριστή στιγμή. Οι Φινλανδοί είχαν στην Εθνική τους παίκτες που αγωνίζονταν στο εθνικό τους πρωτάθλημα και σε ομάδες της Δυτικής Ευρώπης – κυρίως στην Ολλανδία και στη Σκοτία: όλοι τους κουβαλούσαν πάνω από δέκα επίσημα ματς στα πόδια τους, ενώ οι δικοί μας έρχονταν από ένα πρωτάθλημα που δεν είχε αρχίσει – τότε στο εξωτερικό αγωνίζονταν ελάχιστοι παίκτες.

Ο Ρεχάγκελ είχε παρακολουθήσει ένα φιλικό της Εθνικής μας με τη Ρωσία στη Μόσχα – δεκαπενταύγουστο όλοι περπατούσαν και το τελικό 0-0 ήταν αποτέλεσμα αγγαρείας. Θεωρώντας την τότε άμυνα της Εθνικής μας ως την καλύτερη γραμμή της (είχε πει ότι ο Ελευθερόπουλος που έπαιξε τερματοφύλακας είναι καλύτερος από τον Ολιβερ Καν!) είχε στείλει την ομάδα στην επίθεση παρουσιάζοντας μια ακατανόητη ενδεκάδα στην οποία υπήρχαν πέντε αμυντικοί και τρεις κυνηγοί που δεν γύριζαν ποτέ, δηλαδή ο Χαριστέας, ο Βρύζας και ο Μαχλάς.

Οι Φινλανδοί έκαναν πάρτι στις αντεπιθέσεις και προηγήθηκαν 4-1 στο ημίχρονο: το τελικό 5-1 ήρθε γιατί σταμάτησαν κι όχι γιατί ο Οττο (σε μια βραδιά δαιμονισμένων εκπλήξεων) έπαιξε με το Γιώργο Γεωργιάδη αμυντικό χαφ πάνω στον Γιάρι Λίτμανεν! Κυρίως όμως το ματς πέρασε στην ιστορία για τον τρομερό καυγά του Γερμανού με το Γρηγόρη Γεωργάτο.

Ο πιο μεγάλος καυγάς

Για να μην αδικώ τον Ρεχάγκελ πρέπει να πω ότι ο Γεωργάτος είχε γενικά μια κακή σχέση με την Εθνική. Δεν του άρεσε το φοβισμένο ποδόσφαιρο που η ομάδα έπαιζε, είχε τσακωθεί με τον Ντέμη Νικολαϊδη για τη φανέλα με το 11 ήδη τον καιρό του Ιορντανέσκου, τα είχε βάλει και με το Βασίλη Δανιήλ όταν τον είχε χρησιμοποιήσει σαν στόπερ (!) σε ένα ματς κόντρα στη Γερμανία. Την προηγούμενη του ματς ο Ρεχάγκελ τον δοκίμασε στη γραμμή της επίθεσης (!) προορίζοντας για βασικό τον πιτσιρικά τότε Τάκη Φύσσα: ο Γεωργάτος στράβωσε. Όταν στο ημίχρονο του ματς ο Ρεχάγκελ του έκανε παρατηρήσεις δια μέσου του Κώστα Κωνσταντινίδη που εκτελούσε χρέη μεταφραστή ο Γεωργάτος τον έστειλε στο διάολο.

Στο τέλος του ματς ζήτησε από τον Κωνσταντινίδη να μεταφράσει κατά λέξη και όλες τις σεξουαλικές παραινέσεις που απεύθυνε στον Γερμανό και όταν γύρισε στην Ελλάδα είχε πει την ιστορική φράση «εγώ με τον Αλέφαντο της Γερμανίας τελείωσα», αδικώντας και τον ίδιο τον Αλέφαντο με την παρομοίωση. Δεν ξανακλήθηκε ποτέ. Την πλήρωσε μετά από εκείνο το ματς και ο Ελευθερόπουλος. Δεν είχε ανοίξει το στόμα του και δεν είχε πει κουβέντα, αλλά κατά τον Ρεχάγκελ «ο Καν δεν θα δέχονταν ποτέ πέντε γκολ»!

Οι μικροί εντυπωσιάστηκαν

Οι σκληρές αυτές αποφάσεις εντυπωσίασαν τους μικρούς της Εθνικής που ποτέ δεν περίμεναν ότι ο Γερμανός θα απέκλειε τους συγκεκριμένους παίκτες. Προστέθηκαν σε αυτές και η επιλογή του να προσλάβει μετά την «πεντάρα» ένα άγνωστο συνεργάτη, αλλά αποκλειστικά δικό του άνθρωπο, τον Γιάννη Τοπαλίδη, καθώς και η απόφασή του να συναντήσει τον Ντέμη Νικολαϊδη και να τον πείσει να επιστρέψει στην Εθνική, κόντρα μάλιστα στη θέληση των υπευθύνων της ΕΠΟ που αυτό δεν ήθελαν ούτε να το συζητήσουν!

Εκείνη η πεντάρα ήταν η τύχη του Ρεχάγκελ. Ηρθε πολύ νωρίς κι ενώ διεξάγονταν ακόμα τα ματς του ομίλου των προκριματικών με την Ελλάδα ήδη αποκλεισμένη, πριν αυτός αναλάβει: ο διασυρμός δεν συνοδεύτηκε από κριτική, αλλά από το σύνηθες μοιρολόι ότι «δεν έχουμε ποδόσφαιρο, δεν έχουμε πρωτάθλημα, δεν έχουμε παίκτες κτλ».

Τον οδήγησε σε σκληρές αποφάσεις που, όμως, τσιμέντωσαν το γκρουπ. Κυρίως του δημιούργησε μια άγια ανασφάλεια για το τι ομάδα είχε στα χέρια του: η Εθνική μας έδωσε εκείνο τον πρώτο χρόνο του Γερμανού οκτώ συνολικά φιλικά, πριν αρχίσει τις υποχρεώσεις της στα προκριματικά του Euro του 2004 – ποτέ δεν είχε παίξει τόσα. Σε αυτά ο Γερμανός είχε το χρόνο να πειραματιστεί, να αποκτήσει καλύτερη γνώση του υλικού, να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει. Στην Φινλανδία είχε πάει νομίζοντας ότι οι βασικοί ήταν αυτοί που είχαν παίξει στην αρχική ενδεκάδα κι άλλοι δεν υπήρχαν…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ