ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ

Γκολ, νίκη, τίποτα δεν βρίσκει αυτός ο Παναθηναϊκός, τον Σίσυφο όμως τον νικάει

KLODIAN LATO / EUROKINISSI

Το επαναλαμβανόμενο, διαχρονικά αλλά και σταθερά στα φετινά playoffs της Stoiximan Super League, “μαρτύριο” που υποβάλλει και υποβάλλεται ο Παναθηναϊκός συνεχίστηκε στο χτεσινοβραδινό ντέρμπι με τον Ολυμπιακό.

Πρώτη φορά; Όχι, δεν είναι. Πιάνοντας μόνο τούτη τη δεκαετία και όχι από τότε που διοικητικά άλλαξε χέρια ο Παναθηναϊκός. Τη σεζόν 2020-21, στα playoffs της Stoiximan Super League, οι “πράσινοι” μπήκαν με τον Λάζλο Μπόλονι στον πάγκο. Σε δέκα (τότε) αγωνιστικές έκαναν μόνο μία νίκη, ολοκληρώνοντας τότε τη σεζόν με τον (υπηρεσιακό) Σωτήρη Συλαϊδόπουλο στα ηνία.

Ακολούθησε η διετία του Ιβάν Γιοβάνοβιτς, διακόπηκε μεσούσης της σεζόν 2023-24. Ο Φατίχ Τερίμ μπήκε στα playoffs εκείνης της χρονιάς, ξεκίνησε πολύ φουριόζικα την έξτρα διαδικασία (διπλό επί του Ολυμπιακού και τέσσερις νίκες στο πρώτο μισό, στις πέντε πρώτες αγωνιστικές), ένα σερί όμως τριών ηττών, με αποκορύφωμα μια “τεσσάρα” στην Τούμπα, κόστισε τη θέση του, με τον Χρήστο Κόντη να ολοκληρώνει τη σεζόν, παίρνοντας – ως υπηρεσιακός – το Κύπελλο κόντρα στον Άρη.

Πέρυσι ήταν ο Ρουί Βιτόρια, ο οποίος σε play offs μόνο με ντέρμπι, με συμμετέχουσες ομάδες μόνο μεταξύ 1-4 στην κατάταξη, έφτασε να παίζει την παραμονή του στην τεχνική διεύθυνση παρότι οδήγησε τους «πράσινους» στη δεύτερη θέση (με τρεις νίκες σε έξι αγωνιστικές), εξασφαλίζοντας την, κατά πολλούς απρόσμενα (και ενδεχομένως ακόμη και κόντρα σε διάφορες εισηγήσεις και φωνές του διοικητικού κύκλου επιρροής) στο… και πέντε.

Καλώς ή κακώς συνεπώς, απομονώνοντας το… πόρισμα, τα playoffs συνιστούν εφαλτήριο (και πολλές φορές όχι μόνο) κρίσης. Ανεξαρτήτως τι έχει προηγηθεί, ακόμη ακόμη και ανεξαρτήτως τι αναμένεται να ακολουθήσει ή τι εξασφαλίζεται/κερδίζεται από δαύτα για την (όποια) επόμενη σεζόν. Δεν είναι καινοφανές, πόσο μάλλον για τον έτσι κι αλλιώς ανερμάτιστο ως προς τις επιλογές (και τα κριτήρια αυτών) οργανωτικά και λειτουργικά Παναθηναϊκό.

Με οποιοδήποτε συνεπώς κριτήριο, η φετινή παρουσία των “πράσινων” σε αυτή την έξτρα διαδικασία δεν είναι απλά απολύτως αποτυχημένη, είναι οικτρή. Σε οποιαδήποτε σύγκριση, με άλλους ή με αλλήλους, φέτος ή αλλοτινά, με οποιοδήποτε μέτρο και χάρακα, ανεξαρτήτως του διακυβεύματος, του (όποιου) στόχου, συλλογικού και μεμονωμένου, ανεξαρτήτως τι προσδοκίες υπήρχαν (και όχι προφανώς φιλοδοξίες) από τη συμμετοχή σε αυτή την επιπλέον αγωνιστική βάσανο.

Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια; Δεν είναι και τόσο ακριβές. Ναι, πάντα, αυτά τα τελευταία (πολλά) χρόνια, με – δυστυχώς για την ιστορική ταυτότητα και το dna του συλλόγου – ακριβώς το ότι ευκαιριακό επιτυγχάνονταν ή ακόμη και το ότι δεν επιτυγχάνονταν στο όποιο φινάλε της όποιας σεζόν, χρησιμοποιούνταν, θαρρείς σε μανιέρα, ως συνταγή διαμόρφωσης κλίματος για την επόμενη. Έγινε, επαναλαμβανόμενα. Έφτανε για να αγοράσει χρόνο και ανοχή. Λίγο ακόμη, λίγη ακόμη. Και ας έχουν, προ πολλού, αμφότερα εξαντληθεί.

Το φετινό είναι, αγωνιστικά τουλάχιστον, ανεπανάληπτο. Πιθανώς και χωρίς ανταγωνισμό. Χωρίς όμως το χειρότερο να είναι μόνο η εικόνα των «πράσινων» σε αυτά τα play offs. Αυταπόδεικτη βάσει των επιδόσεών τους, αυταπόδεικτη βάσει των όσων εμφανίζουν και προφανέστερα δεν εμφανίζουν, δεν (κατευθύνονται για να) κάνουν, δεν ξέρουν, δεν μπορούν, στο γήπεδο.

Δεν ήταν το χτεσινοβραδινό παιχνίδι στο Φάληρο κόντρα στον Ολυμπιακό, δεν θα είναι ούτε και το επερχόμενο τελευταίο της Κυριακής. Δεν θα αλλάξει τίποτα στον οικτρό φετινό λογαριασμό. Δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, ξεκάθαρο από το πρόσφατο παρελθόν (και του βραχύβιου ενδεικτικού τούτου του σημειώματος αλλά κυρίως του Παναθηναϊκού) πως δεν έχει και καμία απολύτως σημασία.

Δεν είναι καν χειρότερο πως και φέτος, για ακόμη μια σεζόν, η “αξιοποίηση” των όσων προσφέρονται στο πιάτο θα «περάσει» και θα λειτουργήσει από Δευτέρα, με – δικαιολογημένη αδιαμφισβήτητα – αλλαγή προσώπων και ρόλων. Προς εμπέδωση: δεν περνάει καιρό τώρα. Προτιμότερο μπροστά σε πληγές που χάσκουν, να μην στήνονται πανηγυρτζίδικα μνημόσυνα ούτε και κρεμάλες δικαίωσης. Δεν ενδιαφέρουν, δεν απασχολούν, δεν είναι αυτό το μαράζι και ο καημός όσων δεν συμμετέχουν σε αυτό το αέναο ποδοσφαιρικό Survivor, χωρίς στο φινάλε κανείς να επιβιώνει.

Το χειρότερο είναι πως αυτή ακριβώς η παρουσία, όλη αυτή η ελλειμματική για το – επαναλαμβάνεται – ιστορικό και γονιδιακό στάτους του συλλόγου αγωνιστική εικόνα, χρησιμοποιείται ως πεδίο βολής αντιμαχόμενων, προφανώς εσωτερικά, στρατοπέδων. Άλλος τονίζει τις αποστάσεις του, άλλος δικαιολογεί τις αποφάσεις του, άλλος προλειαίνει τις επόμενες, άλλος υπερασπίζεται την πολιτική του, άλλος προσπαθεί να επιβάλλει σιωπητήριο και pampering.

Και όλοι, συνεχίζουν να προκαλούν ζημιά, επαναλαμβανόμενη και μεγάλη, στο κουφάρι της ομάδας, που υφίσταται – έτσι, για να μην ξεχνάει… – σεζόν τη σεζόν, διάφορα σισύφεια μαρτύρια. Ξανά και ξανά. Χωρίς όμως, κάθε χρονιά, κάθε φορά, να υπάρχει έστω η ψευδαίσθηση της πορείας της πέτρας, πως δηλαδή, με κάποιον τρόπο, αυτή θα φτάσει να ακουμπήσει την κορυφή.

Μοιάζει συνέχεια να ξεμακραίνει. Μέχρι και σε δαύτο έχει μπει “κόφτης”. Βολικός. Δεν φτάνει που δεν φτάνει ως εκεί, για ποιον λόγο να γίνει τόσος δρόμος μόνο και μόνο για να φύγει και να κυλήσει ξανά ως τη βάση του βουνού;

Ακόμη και ο Σίσυφος ξεπεράστηκε. Αυτό ναι, είναι, μπορεί να θεωρηθεί κατόρθωμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ