Αναζητείται ανταγωνισμός

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος βάζει την δική του... πινελιά πριν την έναρξη του πρωταθλήματος της Superleague και αναλύει τα υπέρ και τα κατά.
Η δυναμικότητα ενός πρωταθλήματος καταγράφεται συνήθως από τα νούμερα και τα νούμερα σπανίως λένε ψέματα. Η Σουπερλίγκα μας, που ξεκινάει σήμερα Σάββατο δεν είναι ένα πολύ κακό πρωτάθλημα: τα νούμερα δηλώνουν το αντίθετο.
Στη βαθμολογία της UEFA, αυτή που με βάση την οποία ορίζεται με πόσες ομάδες θα συμμετέχει η κάθε χώρα στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, η Ελλάδα δεν έπεσε, παρά μόνο περιστασιακά, κάτω από την 11η -12η θέση: με τα προηγούμενα κριτήρια αξιολόγησης θα είχε ακόμα δυο ομάδες στους ομίλους του Τσάμπιονς λιγκ – απλά ο πρωταθλητής θα έπαιρνε το εισιτήριο απευθείας και ο δευτεραθλητής θα πρεπε να περάσει ένα εύκολο (σχετικά) προκριματικό. Αν αναλογιστεί κανείς ότι τα πέντε τελευταία χρόνια η Ελλάδα περνά τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής ιστορίας της η θέση της Σουπερλίγκας δεν είναι κακή.
Τον καιρό της φούσκας, η Ελλάδα έφτασε και μέχρι την έκτη θέση – το 2008, ένα χρόνο πριν την κρίση, το ελληνικό ποδόσφαιρο εκπροσωπήθηκε με πέντε ομάδες στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, φέτος, κι ενώ τίποτα σχεδόν δεν έχει μείνει όρθιο, μπορεί να υπάρξουν τέσσερις εκπρόσωποι στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις: δεν το λες και λίγο.
Η παραγωγή των ποδοσφαιριστών επίσης δεν είναι κακή: το μαρτυρά όχι μόνο η μονιμότητα της Εθνικής Ελλάδος στις δώδεκα πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης από το 2004 κι έπειτα, αλλά και τα καλά αποτελέσματα της Εθνικής Νέων, που πέρσι αγωνίστηκε για πρώτη φορά στα τελικά του παγκοσμίου κυπέλλου. Ακόμα και οι χρεοκοπίες (ηθελημένες ή αναγκαίες) κάποιων αληθινά μεγάλων ελληνικών ομάδων (την ΑΕΚ τον Ηρακλή και τη Λάρισα ακολουθεί ο Αρης) μαρτυρούν ότι κάποιοι κανόνες επιχειρηματικότητας υπάρχουν και λειτουργούν – κυνικά ίσως, αποτελεσματικά όμως.
Παίξε στον Stoiximan ειδικά στοιχήματα στη Superleague
Παρά την κρίση εξαγγέλλονται ιδιωτικές επενδύσεις για γήπεδα (ΑΕΚ, Παναθηναϊκός), ή και προπονητικά κέντρα (ΠΑΟΚ), ενώ φέτος το καλοκαίρι το σύνολο των χρημάτων που οι ομάδες έβαλαν στο ταμείο τους πουλώντας παίκτες είναι σαφώς μεγαλύτερο από αυτό που ξόδεψαν για να ενισχυθούν κι αυτό είναι καλό σημάδι καθώς μαρτυρά μια γενικότερη προσπάθεια νοικοκυρέματος. Φυσικά υπάρχουν και πολλά και μεγάλα προβλήματα: τα εισιτήρια θα πέσουν κι άλλο φέτος, αφού θα λείψουν τα εισιτήρια της ΑΕΚ (πάλι) αλλά και αυτά του Αρη, τα συνολικά έσοδα από χορηγίες θα είναι μικρότερα, αφού ο ΟΠΑΠ δεν πληρώνει όσα τον καιρό που ήταν κρατικός, ενώ η κρίση έχει χτυπήσει κάθε προσπάθεια οργανωμένου merchandising.
H Σουπερλίγκα υπάρχει χάρη στα χρήματα της συνδρομητικής τηλεόρασης, τα ελάχιστα χορηγικά έσοδα, τους λίγους τρελούς έλληνες επιχειρηματίες που συντηρούν ομάδες κατά κανόνα ζημιογόνες – όμως αυτά ισχύουν για καμιά σαρανταπενταριά ευρωπαϊκά πρωταθλήματα ακόμα! Γενικά ό,τι πρόβλημα κατά καιρούς έχει το ελληνικό πρωτάθλημα το είχαν ή το έχουν και όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Η διαφορά είναι ότι οι ξένοι συνεργάζονται για να τα λύσουν τα προβλήματα, ενώ εδώ προσπαθούν να τα διαιωνίσουν καθώς πολλοί, χάρη σε αυτά, κερδίζουν ή έχουν μάθει να τα χρησιμοποιούν για να κρύβονται.
Στα επιπλέον προβλήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου, αυτά δηλαδή που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια και το χαρακτηρίζουν, θα έβαζα μόνο την απόλυτη έλλειψη ανταγωνισμού για την πρωτιά έτσι, όπως αυτή καταγράφεται τα τρία τουλάχιστον τελευταία χρόνια. Σε αυτά ο Ολυμπιακός είχε τεράστια διαφορά από διώκτες του, που διώκτες και διεκδικητές του τίτλου ήταν μόνο στα χαρτιά. Πριντρία χρόνια ο ΠΑΟ, μένοντας εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από τον Αύγουστο, προσπάθησε να κυνηγήσει τον Ολυμπιακό του Βαλβέρδε ενώ σεϊχηδες και πρίγκιπες καθησύχαζαν τους παίκτες του ότι θα ζήσουν σε παλάτια: όταν ο Λέτο τραυματίστηκε, το πρωτάθλημα τελείωσε τον Ιανουάριο.
Πρόπερσι δεύτερος πίσω από τον Ολυμπιακό, με μια τεράστια διαφορά βαθμών τερμάτισε ο ΠΑΟΚ, που έδιωξε τον καλό Γιώργο Δώνη μετά από γκρίνιες, εξεγέρσεις οπαδών εναντίον του προπονητή και αποδοκιμασίες βασικών όπως ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης. Πέρυσι ο ΠΑΟΚ υποτίθεται ότι έκανε πάλι πρωταθλητισμό, παρουσιάζοντας μια ακριβούτσικη ομάδα, που δεν μπορούσε όμως να κερδίσει κανένα σοβαρό ματς εκτός έδρας. Στο τέλος έχασε και το κύπελλο και τη δεύτερη θέση από τον χωρίς άγχος και πίεση Παναθηναϊκό που είναι φέτος η ελπίδα πολλών: η ομάδα του Αναστασίου μοιάζει αυτή τη στιγμή η μόνη ικανή να κυνηγήσει τον Ολυμπιακό με όπλο την περσινή της ομοιογένεια αφού η καλοκαιρινή της ενίσχυση υπήρξε για την ώρα ελάχιστη.
Αλλά, ας μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας: αν ο Ολυμπιακός δεν βγάλει τα μάτια του μπαίνοντας σε κάποιου αγωνιστική κρίση λόγω γκρίνιας και εσωστρέφειας, θα καθαρίσει το πρωτάθλημα πάλι νωρίς. Το υλικό του, του επιτρέπει να πιστεύει πως με τουλάχιστον δώδεκα από τις 18 ομάδες του πρωταθλήματος μπορεί να κάνει δυο νίκες, ενώ οι πέντε – έξι που μπορούν να τον κοντράρουν θα πρέπει, όπως πέρυσι και πρόπερσι, να κάνουν τα καλύτερά τους ματς μέσα στη σεζόν, αν δεν τον βρουν αδιάφορο.
Υπάρχει ένα μεγάλο φαβορί για την πρώτη θέση, αλλά ευτυχώς υπάρχουν και μυστήρια. Δεν είναι μόνο η αντοχή του ΠΑΟ το ερωτηματικό: υπάρχουν πολλά άλλα. Θα είναι ανταγωνιστικός ο ΠΑΟΚ ολοκληρώνοντας το παζλ των μεταγραφών του; Θα δώσει συνέχεια στις καλές του καλοκαιρινές εμφανίσεις ο Αστέρας; Θα έχει την περσινή του στιβαρότητα ο Ατρόμητος; Θα είναι βελτιωμένοι ο Παναιτωλικός, η Καλλονή και ο Πανθρακικός που ξεκινάνε με φιλοδοξίες; Έβαλε μυαλό η Ξάνθη μετά το περσινό πάθημα; Θα αντέξουν οι τρεις της Κρήτης; Θα βρει πάλι τρόπο να σωθεί ο στα χαρτιά αποδυναμωμένος Πανιώνιος; Θα ναι ανταγωνιστικές η Κέρκυρα και η Νίκη Βόλου που ήρθαν από τη δεύτερη κατηγορία; Πόσους προπονητές θα αλλάξει η Βέροια και τι πρωτάθλημα θα κάνουν ο Λεβαδειακός και ο ΠΑΣ; Σε όλα αυτά απαντήσεις καλοκαιριάτικα δεν υπάρχουν: μόνο εικασίες.
Η Σουπερλίγκα μας δεν είναι πάντα θεαματική, αλλά η φύση ως γνωστόν απεχθάνεται τα κενά. Για το θεαματικό του πράγματος το ελληνικό πρωτάθλημα γεννά του κόσμου τις θεωρίες συνωμοσίας: από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή η Σουπερλίγκα είναι θεαματικότατη αφού έχουμε τα πάντα. Σποτάκια εναντίον διαιτητών στα ραδιόφωνα, ανακοινώσεις επί παντός επιστητού, αποκλειστικότητες που θα ζήλευε και ο Τζούλιαν Πολ Ασάνζ, κατηγορίες υπόγειες ή και φανερές, τουιταρίσματα και απειλές διαιτητών, οπαδικές καφρίλες και πρωτοσέλιδα που δεν συναντάς πουθενά, συνθέτουν ένα μοναδικό σκηνικό στο οποίο πρωταγωνιστές σπανίως είναι οι ποδοσφαιριστές ή οι προπονητές: το παιγνίδι κάνουν οι παράγοντες, οι διευθυντές επικοινωνίας, τελευταία διάφοροι δικαστές, βουλευτές, διαιτητές και πάντα οι απαραίτητοι δημοσιογράφοι. Σε αυτό το κομμάτι του πολέμου των εντυπώσεων είμαστε οι καλύτεροι στην Ευρώπη – αν παίζονταν και λίγο καλύτερη μπάλα τα σαββατοκύριακα η έναρξη της Σουπερλίγκας θα ήταν το γεγονός της χρονιάς…