Ο Απόστολος Βέλλιος κυνηγάει τα όνειρά του

Από τα 4,5 του, ήξερε τι θέλει να γίνει. Ήξερε και πώς θα γίνει αυτό που θέλει: με σκληρή δουλειά. Δεν έζησε ποτέ όπως οι συνομήλικοι του. Δεν το μετανιώνει. Τουναντίον. Και το βέβαιο είναι πως ο Απόστολος Βέλλιος δεν πρόκειται να σταματήσει να διεκδικεί τα όνειρα του, μέχρι τα να ζήσει.
Σήμερα (8/1) “κλείνει” το 24ο έτος της ηλικίας του. Αν τον ρωτήσετε πού βρίσκεται, σε ό,τι αφορά τους στόχους ζωής που έχει από παιδί, σίγουρα δεν θα αισθάνεται ολοκλήρωση, αλλά δεν θα τον ακούσετε και να παραπονιέται για κάτι. Εφόσον είναι καλά οι δικοί του άνθρωποι και ο ίδιος, από τη στιγμή που παίζει “στην ομάδα της καρδιάς μου”, τον Ηρακλή, και μπορεί να μάχεται για τα “θέλω” του, είναι μια χαρά.
Για τον Απόστολο Βέλλιο, ανέκαθεν όλα ήταν στο μυαλό. Και το ποδόσφαιρο που “παίζετε με το μυαλό, όχι με τα πόδια” όπως μας είπε και ο πατέρας του, Κώστας, από τον οποίον ζητήσαμε να μας… συνοδεύσει στο ταξίδι που κάναμε στη ζωή του πρωτότοκου γιου του.
Οι πληροφορίες του Sport24.gr ανέφεραν ότι τον θέλει από τώρα μια από τις μεγάλες ελληνικές ομάδες . Ωστόσο εκείνος έχει πολύ συγκεκριμένες επιθυμίες. Παρεμπιπτόντως, έχει συμβόλαιο με τον Ηρακλή έως το καλοκαίρι του 2017. Αλλά και αυτό να μην ήταν στη μέση, ο διεθνής (με όλες τις Εθνικές, πλην της ανδρών) επιθετικός θέλει να επιστρέψει στην Αγγλία και αυτός είναι ο πρώτιστος στόχος του, τον οποίον θα διεκδικήσει μέχρι τέλους. Μετά, θα δει.
Η θέση στην οποία αγωνίζεται (μαζί με εκείνη του τερματοφύλακα) είναι από τις πιο ιδιαίτερες. Οι απαιτήσεις είναι συγκεκριμένες και υπάρχει ένα κατ’ εξοχήν τεκμήριο που αποδεικνύει το επιτυχές -ή όχι: το γκολ. Από την αρχή της τρέχουσας σεζόν, έχει σκοράρει εννέα φορές και όλες με τρόπο που αποδεικνύει πως αν μη τι άλλο, ξέρει τη δουλειά του.
Ότι έχει ταλέντο, όπως ότι έχει δουλέψει πολύ, ώστε να το εκμεταλλευτεί κατά τον ιδανικότερο τρόπο. Η “έκρηξή” του είναι τέτοια, που -όπως βλέπετε και στο video από… πάνω- δεν τον προλαβαίνουν οι αντίπαλοι στόπερ. Αυτήν την εξέλιξη -όπως και την αλλαγή στη σωματοδομή του- την οφείλει στα όσα έζησε στην Αγγλία, για τέσσερα χρόνια. Η ιστορία βέβαια, ξεκινά πολύ πιο νωρίς.
Η καταγωγή του Κώστα Βέλλιου εντοπίζεται στο Παλαιοχώρι Χαλκιδικής. Εκεί όπου η οικογένεια περνούσε τις διακοπές του καλοκαιριού και όλα τα άλλα… κενά διαστήματα των σχολικών υποχρεώσεων. Ο πρωτότοκος του Κωνσταντίνου και της Άλκηστης, Απόστολος, εμφανίστηκε στην εικόνα στις 8 Ιανουαρίου του 1992. Έως ότου πήγε δημοτικό, θυμάται τον πατέρα του (” τον ήρωα μου“, όπως λέει) να παίζει με τη φανέλα του Ηρακλή. ” Ήταν κλασικό σέντερ φορ, γρήγορο, παλαιάς κοπής, αυτής της δεκαετίας του ’80 και του ’90“, έχει πει.
Αργότερα (1994) ήλθε η Χαρίκλεια, η οποία ασχολείται με το βόλεϊ. Από 10 χρόνων ήταν στον Ηρακλή -όπου διετέλεσε και αρχηγός- και τώρα στην Ηλιούπολη. Πολύ πιο μετά προστέθηκε στην οικογένεια, ο Αναστάσης, ο οποίος είναι σήμερα τεσσερισήμισι χρόνων -και είναι η μεγάλη αδυναμία του Απόστολου. Έχει φορέσει ήδη τη φανέλα του Ηρακλή. ” Τόσο ήταν και ο Απόστολος, όταν ξεκίνησε το ποδόσφαιρο“, μας ενημερώνει ο υπερήφανος πατέρας, ο οποίος ακολουθούσε και συνεχίζει να ακολουθεί την καριέρα όλων των παιδιών του.
Ήταν εκεί, όταν ο μεγάλος γιος κυνήγησε για πρώτη φορά μια ποδοσφαιρική μπάλα, σε γήπεδο. Ήταν ένα παιδάκι, μεταξύ πολλών άλλων που γεννήθηκαν με το όνειρο να γίνουν ποδοσφαιριστές. Εκείνος όμως, φαινόταν πως έχει χάρισμα. “Όσο και αν ακούγεται παράλογο, από πολύ νωρίς, από τα 6 του ήταν ξεκάθαρο πως έχει… κάτι”, λέει ο Κώστας Βέλλιος και είναι ξεκάθαρος πως δεν λέει ό,τι θα έλεγε κάθε πατέρας για το παιδί του. Λέει ό,τι έβλεπε ως άνθρωπος που ‘χε ασχοληθεί με το σπορ ενεργά και σε επαγγελματικό επίπεδο και άρα ξέρει τι χρειάζεται για να επιβιώσει, τι μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Όπως συμβαίνει με κάθε παιδί που… σέβεται τον εαυτό του, δοκίμασε και άλλα σπορ. Την κολύμβηση, το μπάσκετ, το βόλεϊ. Του άρεσαν όλα, αλλά όχι όσο το ποδόσφαιρο. Η καρδιά του ήταν σε αυτό το άθλημα. Άπαξ και το παιδί ενημέρωσε πως αυτό ήταν που ήθελε να κάνει στη ζωή του, η οικογένεια τον στήριξε με ό,τι μέσο διέθετε. Ενώ οι συνομήλικοι του περνούσαν ξέγνοιαστα καλοκαίρια, ο Απόστολος ακολουθούσε ειδικά προγράμματα για την εξέλιξη του.
Μόλις πήγε στην πρώτη Γυμνασίου και δεδομένου ότι ξεχώριζε -κατά αρκετά κεφάλια- από τα άλλα αγόρια (” ήταν ήδη πολύ ψηλός“), άρχισε να κάνει ειδικές προπονήσεις καθημερινώς και αδιαλείπτως. Δούλευε με τον Βασίλη Συρόπουλο (” προπονητή του Τρίτωνα“), για ενάμιση στο σπριντ, παράλληλα δούλευε τα τελειώματα του, γενικά δούλευε. Ένα από τα πρώτα πράγματα που του είχε πει ο πατέρας του ήταν να μη χάνει προπονήσεις. ” Ακόμα και όταν νιώθεις δεν νιώθεις καλά ή όταν βαριέσαι, πρέπει να είσαι εκεί“, του είχε εξηγήσει. Αυτή η φράση, έγινε το… Ευαγγέλιο του. Στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν απουσίασε ούτε μια φορά. ” Το πιο σημαντικό πράγμα, σε ό,τι και αν κάνεις στη ζωή σου, είναι να το αγαπάς και ο Απόστολος αγάπησε από πολύ νωρίς το ποδόσφαιρο“, διαβεβαιώνει ο πατέρας του.
Γι’ αυτό και δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα να μην ακολουθεί την παρέα, στις βραδινές εξόδους, να μην απέχει από την αποστολή του, για σειρά εβδομάδων τα καλοκαίρια. Όταν του έλεγαν “είσαι σίγουρος για τις θυσίες που κάνεις;” απαντούσε με χαμόγελο ” το γουστάρω“. Από πολύ μικρός έμαθε να ζει ως αθλητής: να κοιμάται συγκεκριμένες ώρες, να ακολουθεί συγκεκριμένη διατροφή και συγκεκριμένο πρόγραμμα. Όλο αυτό, έγινε η δεύτερη φύση του. Έγινε η ζωή του, η μόνη ζωή που ήξερε. ” Του έλεγα ‘βγες με τους φίλους σου’, αλλά μου απαντούσε πως προτιμούσε να ξεκουραστεί. Θυμάμαι άλλους γονείς που… έψαχναν τους γιους τους. Ο Απόστολος, όμως, μου έλεγε πως το να βγει δεν είναι προτεραιότητα“.
Στον Ηρακλή πέρασε από όλα τα κλιμάκια, ώσπου έγινε 16 χρόνων και τον κάλεσαν να υπογράψει το πρώτο του συμβόλαιο (το 2008). Ως προς αυτήν την εξέλιξη, συνέβαλε ο Ángel Pedraza -ο οποίος έχει συγχωρεθεί- και ο Μπάμπης Ξανθόπουλος, τότε διοικητικός παράγοντας και πολύ πιο πριν ποδοσφαιριστής στην ομάδα. Εκείνοι πρότειναν στον σύλλογο να δώσουν συμβόλαιο στον “μικρό”. Έκανε την πρώτη εμφάνιση με την ανδρική ομάδα στις 26 Απριλίου του 2009, εναντίον της Ξάνθης.
Είχε αντικαταστήσει τον Δημήτρη Γιάντση. Η πρώτη φορά που σκόραρε ήταν ως μαθητής λυκείου (17 χρόνων), στο τέρμα του Ολυμπιακού στο “Καραϊσκάκη”, στις 7/11 του 2009. Διαμόρφωσε αποτέλεσμα (1-1) και αναδείχθηκε MVP της αγωνιστικής, με ποσοστό 93% προτιμήσεων. Ρεκόρ που δεν έχει καταρριφθεί. Έως το τέλος εκείνης της αγωνιστικής περιόδου είχε μετρήσει εννέα συμμετοχές, όλες ως αλλαγή, και είχε σκοράρει δυο φορές.
Παρεμπιπτόντως, στις 18/3 του 2010 είχε γίνει και πρωταθλητής της σχολικής λίγκας, με το Αριστοτέλειο Κολέγιο. Είχε σκοράρει πέντε φορές στον τελικό με το σχολείο του Ηρακλείου Κρήτης, που είχε για ηγέτη τον Νίκο Καρέλη. Το αποτέλεσμα του ματς που διεξήχθη στην Κομοτηνή ήταν 5-1. Ειρήσθω εν παρόδω, ήταν μαθητής του “19”, αλλά όταν υπογράφεις το πρώτο επαγγελματικό συμβόλαιο ως μαθητής στην πρώτη λυκείου (οπότε δώδεκα νέοι έγιναν επαγγελματίες), προφανώς και έχεις “κλείσει” με τον επαγγελματικό προσανατολισμό.
Τον Δεκέμβριο του 2011 και έπειτα από 22 συμμετοχές και 4 τέρματα, με τη φανέλα του Ηρακλή είχε έλθει η ώρα να αλλάξει παραστάσεις. Στις 23 Ιανουαρίου μετακόμισε στην Αγγλία και μια εβδομάδα μετά, υπέγραψε. Προηγήθηκαν προτάσεις από την Ελλάδα (από τους Ολυμπιακό και ΑΕΚ), από την Bologna (μάλιστα, η “Gazzetta dello Sport” είχε γράψει πως υπήρχε συμφωνία και το μόνο που έλειπε ήταν η υπογραφή στο συμβόλαιο), από τη Fulham, αλλά όλα… τελείωσαν (ως προς το τι θα επέλεγε) όταν εμφανίστηκε η Everton. Πώς, όμως, είχε μπει στο στόχαστρο ξένων ομάδων;
Από τις μικρές Εθνικές, στις οποίες ήταν σταθερά μέλος (από την U17, την U19 και την U21). Για την ιστορία, έως και τη σήμερον ημέρα, δεν έχει κληθεί στην ανδρών. Αλλά όπως του είχε πει ο πατέρας του απ’ όταν ήταν μικρό παιδί ” αυτός που δουλεύει, δεν χάνεται. Δεν θα είναι σήμερα, δεν θα είναι αύριο, αλλά κάποια στιγμή θα γίνει αυτό που ονειρεύεσαι“. Ναι, το να φορέσει τη φανέλα με το εθνόσημο στην Εθνική ανδρών είναι ένα όνειρο που ‘χει από παιδί. Αλλά ας επιστρέψουμε στο 2011.
Όπως ενημερώθηκε, η Everton τον παρακολουθούσε για δυο χρόνια στις Εθνικές, χωρίς να τον ενοχλήσει. Ώσπου πριν από τα δυο ματς με τη FYROM (11 και 13 Ιανουαρίου -έβαλε δυο γκολ σε κάθε ματς, όπου ήταν βασικός και αναντικατάστατος) του είχαν πει πως θα είναι στις εξέδρες άνθρωποι της ομάδας να τον τσεκάρουν. Και τους άρεσε αυτό που είδαν. Τόσο που του εξήγησαν ότι του έλειπε ένα 90λεπτο με την πρώτη ομάδα του Ηρακλή για να ‘χουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Αυτό το 90λεπτο ήταν στη Λάρισα (16 Ιανουαρίου του 2011, ανήμερα των γενεθλίων του πατέρα του, όταν πάλι σκόραρε) και με το τέλος του αγώνα, έγινε και το deal. Για αυτό και στις 23 του μήνα δεν αγωνίστηκε στο ματς με την Κέρκυρα, στο Καυτατζόγλειο -μολονότι ήταν στην αποστολή, υποχρεώθηκε να μείνει εκτός, κατόπιν σχετικής εντολής των Άγγλων.
Πώς όμως, διαχειρίστηκε το άγχος, γνωρίζοντας πως σε τρία ματς κρινόταν εν πολλοίς το μέλλον του; ” Από μικρός ήθελα να παίξω στο εξωτερικό. Κυρίως, μου άρεσε το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ανέκαθεν αγαπούσα την ομάδα μου, τον Ηρακλή, αλλά το να παίξεις εκτός συνόρων είναι όνειρο, για κάθε παιδί. Από τους προπαίδες, μου έλεγαν οι άνθρωποι που είχα δίπλα μου “δώσε τον καλύτερο εαυτό σου, γιατί υπάρχουν… μάτια στις εξέδρες”. Έμαθα κατά συνέπεια, να διαχειρίζομαι το άγχος. Θα έλεγα πως όταν ήλθε η ώρα της κρίσης, μου είχαν λυθεί τα χέρια”. Και προφανώς τα πόδια.
Ο Ηρακλής πήρε 400.000 ευρώ από την αγγλική ομάδα -εκείνος υπέγραψε για 250.000 λίρες και έως τον Ιούνιο του 2014- και στα 19 του έφτασε στο Liverpool, όπου έπρεπε να προσαρμοστεί σε ουκ ολίγα νέα δεδομένα. Από τη χώρα, την πόλη, έως τις απαιτήσεις του παιχνιδιού. Το μόνο που τον ενδιέφερε είναι να αποκτήσει όσες περισσότερες γνώσεις μπορούσε. Να γίνει όσο καλύτερος μπορούσε. Το κύριο μέλημα του δεν ήταν να παίξει, αλλά να γίνει η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του.
Ήξερε πως για αυτό θα χρειαστεί σκληρή δουλειά. ” Είχα πάει μαζί του“, ενημερώνει ο πατέρας του ” είχα δει εκατοντάδες προπονήσεις. Ήθελα να είμαι κοντά του, να τον βοηθήσω όσο μπορούσα, με την προσαρμογή. Μας είχαν προσφέρει τα πάντα. Σπίτια, εισιτήρια, τα πάντα. Πολλές φορές μάλιστα, έπαιζα και εγώ στο προπονητικό διπλό. Μιλάμε για έναν άλλον πλανήτη, έναν άλλον κόσμο, από τις εγκαταστάσεις, από τις παροχές έως τον τρόπο που ασχολούνται με τα παιδιά. Υπάρχουν 22 παίκτες και 22 προπονητές, ένας για κάθε ποδοσφαιριστή. Σε κάθε προπόνηση, φορούν pads για να καταγράφουν ηλεκτρονικά, τις επιδόσεις τους και να συγκρίνουν.
Παρέχουν τα πάντα, ώστε να μπορεί ο κάθε παίκτης να ασχολείται μόνο με τη δουλειά του. Στις 9 το πρωί ήταν στο γήπεδο και έφευγε στις 4 το μεσημέρι. Ζούσε σαν μοναχός. Δεν προλάβαιναν να τελειώσουν τα παιχνίδια και είχε το DVD για να μελετήσει όσα είχε κάνει και όσα δεν είχε κάνει, πριν από την επόμενη προπόνηση“.
Και όμως, ομολογεί ο Κώστας Βέλλιος, αν ήταν στη θέση του γιου του σε εκείνη την ηλικία ” ειλικρινά δεν ξέρω αν θα μπορούσα να είμαι πειθαρχημένος και τόσο προσηλωμένος, γιατί ο Θεός μας ‘φτιάχνει’ για να κάνουμε τρέλες, όταν είμαστε μικροί. Εκείνος διοχέτευε όλη αυτήν τη νεανική τρέλα, στην προπόνηση. Μου έλεγε ‘άνθρωπος είμαι και εγώ, αλλά τρέλες μπορώ να κάνω και πιο μετά. Μετά από το ποδόσφαιρο. Θα κάνω ό,τι θέλω να κάνω, με το σωστό τρόπο, τη σωστή στιγμή. Δεν με νοιάζει να ξενυχτάω. Προτιμώ να κοιμάμαι σωστά, να τρώω σωστά’“.
Πώς ήταν η ζωή στο βροχερό Liverpool, κατά τον Απόστολο; ” Μου άρεσε! Άλλωστε, πήγα για το ποδόσφαιρο. Όλη μου η ζωή ήταν γύρω από το ποδόσφαιρο. Έτσι ήμουν και στην Ελλάδα, πλην του ότι εκεί πήγαινα και σχολείο. Δεν πρόλαβα τη διασκέδαση της χώρας μου, αλλά η οικογένεια μου, μου είχε μάθει από νωρίς το ‘παν μέτρον άριστον’ και αυτό με βοήθησε πολύ και στο εξωτερικό“. Κάτι άλλο που επίσης τον βοήθησε πολύ στο εξωτερικό ήταν η παρουσία του Σωτήρη Κυργιάκου. ” Χρειάστηκα κάποιους μήνες για να αισθανθώ καλά. Ευτυχώς, έμενα στην ίδια πολυκατοικία με τον Σωτήρη, ο οποίος είχε διαμορφώσει μια παρέα από 10 Έλληνες φοιτητές και ήμασταν όλοι μαζί“.
Στους δρόμους της ποδοσφαιρικής πόλης σαφέστατα και όλοι ήξεραν ποιος είναι. Όπως και είχε δεχθεί από νωρίς μεγάλη αγάπη από τον κόσμο. Δεν έχασε. όμως, την επαφή με την πραγματικότητα, με το στόχο του ” γιατί η οικογένεια είναι το άλφα και το ωμέγα σε αυτές τις περιπτώσεις. Όταν στα 19 σου σκοράρεις στην Chelsea και είσαι διεθνής, είναι πολύ εύκολο να αποσυντονιστείς. Ειδικά αν δεν έχεις μάθει ήδη πως σημασία έχει ο στόχος και ότι είναι χρήσιμο να μην αφήνεις τίποτα να μπαίνει στη μέση της διαδρομής σου προς τα εκεί, όπου έχεις ονειρευτεί τον εαυτό σου“, λέει ο πατήρ Βέλλιος. Αλλά δεν σας δείξαμε το γκολ στην -πρωταθλήτρια Ευρώπης- Chelsea, όταν σκόραρε στην πρώτη επαφή με την μπάλα -ήταν στο γήπεδο μόλις 18 δευτερόλεπτα’.
Πράγματα που θα έπρεπε να πληρώνει για να μάθει (όπως του έλεγε ο πατέρας του, εντυπωσιασμένος από τις παροχές), εκείνος είχε την ευλογία να τα αποκτήσει με τις προπονήσεις που έκανε δίπλα σε εξαιρετικούς -φτασμένους- παίκτες. Πριν από το γκολ στο “Stamford Bridge” είχε σκοράρει το μοναδικό τέρμα της δεύτερης ομάδας εναντίον της αντίστοιχης της Blackburn, στο ντεμπούτο του με τη φανέλα των Toffees (συνολικά, έδωσε πέντε ματς με τη δεύτερη ομάδα), ενώ είχε κάνει την “παρθενική” εμφάνιση στην πρώτη ομάδα εναντίον της Aston Villa, στις 2/4 του 2011 -ως αλλαγή του Jermaine Beckford στο 80ο λεπτό. Πιο πριν, είχε βρει και τον δρόμο προς τα δίχτυα, στο 3-1 επί της Wigan, στις 17/9, όταν σκόραρε με κεφαλιά. Ακολούθησε το γκολ στο 2-0 επί της Bolton.
Πώς μπορεί να νιώθει ένας 20χρονος πριν από την πρώτη φορά του στην Premier League; Εξαρτάται για τι περίπτωση 20χρονου μιλάμε. Διότι ο συγκεκριμένος μάλλον ανήκει στις εξαιρέσεις. ” Είχε τρομερή αυτοπεποίθηση. Είχε κάνει πολύ καλές προπονήσεις, πίστευε στον εαυτό του και ένιωθε έτοιμος. Του είχα πει ‘γίνεται να μπορείς να ανταπεξέρχεσαι, παίζοντας με παίκτες που μέχρι χθες έβλεπες στην τηλεόραση ή στα… χαρτάκια των άλμπουμ;’ και γελούσε. Τον τσιμπούσα και με τσιμπούσε“, θυμάται ο Κώστας Βέλλιος.
Πέραν όλων των άλλων που έπρεπε να διαχειριστεί, ως καθημερινότητα πια, ήταν και το να δουλεύει για τον David Moyes, ο οποίος καθόταν στον πάγκο της Everton από το 2002 έως το 2013 -πριν πάει στη Manchester United για μια σεζόν και μετά στη Real Sociedad. ” Από την πρώτη στιγμή, την πρώτη ημέρα που είχα πάει στην πόλη και στο γήπεδο, με πήρε από το χέρι, με πήγε στο γυμναστήριο όπου ήταν μαζεμένη ομάδα και με γνώρισε στους παίκτες. Έναν προς έναν. Μετά μου ζήτησε να κάνω μια προπόνηση για να με δει. Αφότου μπήκα στην πρώτη ομάδα, με αντιμετώπιζε όπως αντιμετώπιζε όλους τους άλλους παίκτες. Πρόλαβα να τον ζήσω ενάμιση χρόνο. Είναι αυστηρός. Θέλει από εσένα να δίνεις το 100% και στο μυαλό του δεν υπάρχουν δικαιολογίες“.
Αυτό το ‘χαν κοινό με τον Απόστολο που ήξερε ότι ” στην Αγγλία δεν μπορείς να παίξεις, αν δεν δώσεις το 100%. Όλα βέβαια, δουλεύουν βάσει ενός συγκεκριμένου προγράμματος“. Πράγμα που σημαίνει πως όταν έχεις μπροστά σου, παίκτες όπως ο Nikica Jelavic ή ο Romelu Lukaku, προφανώς και θα παίζει εκείνος. ” Την πρώτη χρονιά, οπότε μετείχα σε τρία ματς και μου είχαν πει πως ήμουν καλός, ο προπονητής μου με έπιασε και μου είπε ‘ωραία, πήρες τις εμπειρίες σου. Τώρα θα ξαναπαίξεις την ερχόμενη σεζόν’. Η πραγματικότητα είναι πως αν είσαι σωστός στην προπόνηση και στον τρόπο που ζεις (σ.σ. διότι προφανώς και ξέρουν πώς ζεις) , θα παίξεις“.
Στη δεύτερη ομάδα, μετείχε σε 14 ματς και σκόραρε 9 φορές, για να φτάσει η ομάδα για πρώτη φορά στην ιστορία της, στον τελικό της διαδικασίας, με την Tottenham. Eκεί δεν εμφανίστηκε -κατόπιν σχετικής οδηγίας των διοικούντων.
Πέραν αυτού του κομματιού, δούλευε εξτρά και μόνο επί του τρόπου που τελείωνε τις φάσεις, ενώ έκανε και βάρη -και όλα αυτά συνέβαιναν κάθε μέρα. Πολύ σύντομα είχε δει το σώμα του να αλλάζει. Για την ακρίβεια, απέκτησε 10 κιλά μυϊκή μάζα. Η συνέπεια όλης αυτής της διαδικασίας ήταν… να βάζει διαφορετικό γκολ σε κάθε επαφή. ” Δεν ήταν πια θέμα ενστίκτου, αλλά αυτοματισμού. Και ο μόνος τρόπος για να φτάσεις εκεί, είναι να δουλέψεις πολύ“, διαβεβαιώνει ο πατέρας του.
Μετά από τις εμπειρίες, όπως του είπε ο Moyes και παρ’ ότι η στατιστική του τον ήθελε να σκοράρει ένα γκολ για κάθε 86 λεπτά που ήταν στον αγωνιστικό χώρο, επέστρεψε στη δεύτερη ομάδα, πριν χρησιμοποιηθεί εκ νέου στην Premier League, στη σεζόν 2012-13 ως αναπληρωματικός, στο 2-1 επί της Sunderland με γκολ των Fellaini και Jelavic. Στις 10/5 του 2014 , λίγους μήνες πριν από τη λήξη του συμβολαίου του, ανακοίνωσε -ο ίδιος, μέσω Twitter- πως στο εξής θα παίζει στην Blackpool, ως δανεικός.
Για την ακρίβεια, είχε γράψει “ε υχαριστώ για όλα, Mr. David Moyes. Θέλω να ευχαριστήσω την Everton, για αυτά τα 3 1/2 χρόνια της ζωής μου, αλλά κυρίως θέλω να ευχαριστήσω τους φιλάθλους. Θα είστε για πάντα στην καρδιά μου“. Αυτοί -οι φίλαθλοι- τον είχαν αναδείξει “κορυφαίο νεαρό, κάτω των 23 χρόνων, ποδοσφαιριστή” τη σεζόν 2011-12, όταν ήταν υποψήφιοι και οι Ross Barkley, Jack Rodwell, Seamus Coleman -μεταξύ άλλων- και η φανέλα του είχε πουλήσει περισσότερο από κάθε άλλη. Τη δεύτερη χρονιά, βγήκε δεύτερος στις προτιμήσεις.
αλλά επειδή ξέρω τον εαυτό μου, έχω να υποσχεθώ πως έχω να δώσω περισσότερα. Τίποτα δεν συγκρίνεται με το συναίσθημα του να παίζεις. Ανυπομονώ, για τη συνέχεια“.
Μετά, στάθηκε στην ελληνική σημαία που είχε αναρτηθεί σε ένα σημείο του γηπέδου και ευχαρίστησε εκείνους που την έβαλαν στο οπτικό πεδίο του “γιατί με βοήθησαν να νιώσω καλά”. Λίγο αργότερα, θα ενημέρωνε ότι ” από τη στιγμή που έφυγα για το εξωτερικό, έγινα πιο Έλληνας μέσα μου. Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλληνας“. Μια άλλη λεπτομέρεια που μάθαμε, ενόσω ήταν στο εξωτερικό, ήταν το φιλί στο δεξί περικάρπιο, έπειτα από τα γκολ. Κάτω από αυτό, υπάρχει ένα κομποσκοίνι.
Στις 28 Απριλίου του 2014, η επίσημη ιστοσελίδα της Blackpool ενημέρωσε πως ο Βέλλιος επρόκειτο να επιστρέψει στην Everton που είχε ανακαλέσει το δανεισμό, μολονότι αρχικά είχε συμφωνηθεί να μείνει εκεί έως το τέλος της σεζόν. Στις 15/5, ημέρα που ολοκληρώθηκε το συμβόλαιο του με τους “Τoffees”, ολοκληρώθηκε και αυτή η σχέση. Κάπως έτσι, εμφανίστηκε στην αγορά, ως ελεύθερος. Και πάλι τον ήθελαν ελληνικές ομάδες (οι πληροφορίες ανέφεραν τους Παναθηναϊκό και ΑΕΚ), μα εκείνος είχε άλλα στο μυαλό του.
Ήθελε να μείνει στο εξωτερικό και να πάει κάπου, όπου θα αποκτούσε όσα χρειαζόταν για να επιστρέψει στην Premier League. ” Χρειαζόταν ένα πρωτάθλημα, στο οποίο να “βγει” η δουλειά που είχε κάνει έως τότε, ώστε να του δοθεί νέα ευκαιρία για την Αγγλία“, λέει ο Κώστας Βέλλιος, ο οποίος εξήγησε γιατί επέλεξε το Βέλγιο και τη Lierse. Όχι, δεν ήταν γιατί δεν τον ήθελε κανένας άλλος -όπως προέτρεξαν να σχολιάσουν οι “προπονητές του καναπέ”. Όλα έγιναν βάσει πλάνου. ” Μας είχαν πει από την Αγγλία, ότι θα έπρεπε να δουλέψει σε άλλη λίγκα, διότι εκεί προτιμούνταν οι έμπειροι ή οι Άγγλοι (είχε δοθεί προτεραιότητα για να λυθεί το πρόβλημα με την Εθνική) και δη στη θέση που παίζει ο Απόστολος“.
Μια συζήτηση με τον Kevin Mirallas -φίλο που απέκτησε στην Εverton- τον έπεισε πως το καλύτερο που είχε να κάνει, ήταν να παίξει στη Δανία ή το Βέλγιο, πρωταθλήματα που παρακολουθούν οι Άγγλοι. Του είπε και ότι “είσαι παιχταράς, μην σταματήσεις να πιστεύεις στον εαυτό σου”, αλλά… δεν ετίθετο τέτοιο θέμα. Πολλώ δε από τη στιγμή που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ ο πιο αυστηρός κριτής του: ο πατέρας του. Από την αρχή έως και τώρα συζητούν έπειτα από κάθε αγώνα, με τον Κώστα Βέλλιο να επιμένει να στέκεται σε αυτά που δεν έκανε το παιδί του.
Στη Lierse υπέγραψε για δυο χρόνια, αλλά η σχέση τερματίστηκε στο εξάμηνο (με 13 αγώνες -οι δυο αλλαγές έγιναν στο 89′- και 1 γκολ, στο πρωτάθλημα). Και πάλι δεν το πέτυχαν οι γνωστοί επικριτές. Δεν έφυγε γιατί δεν μπορούσε, αλλά επειδή οι Άραβες που είχαν υπό την ιδιοκτησία τους τον σύλλογο, ήθελαν να αποχωρήσουν και δεν είχαν τη διάθεση να καλύψουν μεγάλα συμβόλαια. Προς τιμήν τους, είχαν ενημερώσει τους κατόχους αυτών των συμβολαίων -από τον Νοέμβριο- ότι δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν και τους κάλεσαν να βρουν την ομάδα που θα κάλυπτε το ποσό τους -ενώ χρησιμοποιούσαν έως το τέλος του 2014 τους νεαρούς παίκτες.
Μια από τις προοπτικές που απέκτησε ο Βέλλιος, ήταν αυτή της FC Vestsjælland, όπου υπέγραψε -ως δανεικός- στις 26/1 του 2015. Έγινε ο πρώτος Έλληνας που έπαιξε ποτέ στη Superliga της Δανίας. Έδωσε 16 ματς και σκόραρε τρεις φορές στο πρωτάθλημα, ενώ πρόσθεσε άλλα τρία τέρματα σε τέσσερα παιχνίδια του Κυπέλλου. Το ένα στον τελικό με την Copenhagen -που κρίθηκε στην παράταση.
“Σιγά το πρωτάθλημα” είπαν, πριν προσθέσουν “άλλωστε υποβιβάστηκε η ομάδα του”. Τι απαντούσε εκείνος; Τίποτα. Γιατί δεν ένιωθε αυτήν την ανάγκη. Είπαμε. Δεν επέτρεπε σε τίποτα να μπει μεταξύ εκείνου και του στόχου του. Ήξερε πως όλα θα γίνουν, πράγμα που έλεγε στους οικείους του. Σε κάθε ένα από τα 16 ματς της Superliga που αγωνίστηκε, αναδείχθηκε MVP και αυτό προφανώς και είχε κάποια σημασία. Όχι, όμως, για όλους. Γιατί τότε επέστρεψε στον Ηρακλή, αφού ήταν τόσο καλός; Μια στιγμή. Μη βιάζεστε.
Το καλοκαίρι του 2015 δέχθηκε το ενδιαφέρον ομάδων από την Ελλάδα (ναι, οι γνωστοί, όπως για παράδειγμα η ΑΕΚ, με ποσά τριπλάσια από αυτά που πήρε εν τέλει στον Ηρακλή), τη Championship (β’ Αγγλίας), τη Γερμανία και τη Σκωτία. Αλλά τον ενημέρωναν πως το πιθανότερο ήταν να ‘χει μπροστά του έναν μεγαλύτερο -ή πιο ακριβό- παίκτη και άρα δεν θα τον εμπιστεύονταν όσο θα έπρεπε. Μέσα σε ένα μήνα “έκλεισε” και ακύρωσε ουκ ολίγες πτήσεις, γιατί κάθε μέρα άλλαζαν τα δεδομένα. Κάποια στιγμή, ο πατέρας του τού ζήτησε να μιλήσουν. Του είπε πως έλειπε αρκετά από την Ελλάδα, ότι είχε επιστρέψει στην Super League o Hρακλής και ήταν μοναδική ευκαιρία να επαναπατριστεί και να δει λίγο τους φίλους και την οικογένεια του.
Για την ιστορία, ο Ηρακλής είχε ήδη “κλείσει” τον Εmanuel Perrone, τον Γιάννη Λουκίνα και τον Kerem Bulut . Θα λέγατε πως δεν είχε χώρο για εκείνον. Σίγουρα, δεν τον είχε στο πρόγραμμα. Είχε βέβαια, πει πως ” όταν γυρίσω στην Ελλάδα, θα το κάνω μόνο για μια ομάδα, τον Ηρακλή“. Η αλήθεια είναι ότι όταν το είχε πει αυτό, φανταζόταν πως θα συμβεί όταν πια θα βρισκόταν στα τελευταία χρόνια της καριέρας του.
Το δεδομένο, ωστόσο, ήταν πως είχε δεσμευτεί να αγωνιστεί στον Ηρακλή (” την ομάδα της καρδιάς μου, είμαι οπαδός του Ηρακλή και δεν το έχω κρύψει ποτέ. Είμαι ευτυχισμένος και δεν υπάρχει, αυτή τη στιγμή, κάτι άλλο που να θέλω” για να προσθέσει ” ήλθα για να με δουν και να παίξω και στην Εθνική“), άπαξ και γυρίσει στη χώρα του και με αυτό στο μυαλό, προτάθηκε στους “κυανόλευκους”. Λίγα λεπτά αργότερα, υπήρχε -διετής- συμφωνία.
Στα πρώτα ματς δεν έπαιξε, γιατί το πλάνο είχε σχεδιαστεί πάνω σε άλλους παίκτες. Μετά από τις ήττες από τον Πανιώνιο και τη Λιβαδειά εμφανίστηκε στο ρόστερ στο ματς με την Ξάνθη. Και σκόραρε. Από τότε, δεν σταμάτησε. Να παίζει (και όταν λέμε “παίζει”, δεν εννοούμε μένει σε ένα σημείο και περιμένει) και να σκοράρει.
” Αυτό που έχω να πω είναι πως στην περίπτωση του όλα είναι θέμα δουλειάς. Όχι, εγώ δεν είχα δουλέψει τόσο. Δεν είχα ίσως τα κατάλληλα ερεθίσματα. Δεν υπήρχαν ακαδημίες, διατροφολόγοι, γυμναστές. Είχα μόνο ταλέντο. Εκείνος, πέραν του ταλέντου, έχει δουλέψει και πολύ. Συνεχίζει και δουλεύει πάρα πολύ. Είναι αποφασισμένος να τα καταφέρει. Να μη σκύβει το κεφάλι, να μη σταματά να προσπαθεί“, μας διαβεβαιώνει ο πατέρας του. Ξεκάθαρο είναι και ότι δεν τον ενδιαφέρει όσα γράφονται ή λέγονται για εκείνον.
Αυτό που θέλει για τη συνέχεια είναι να επιστρέψει στην Αγγλία. Ιδανικά, στην Everton. Εφόσον εξαντλήσει τα περιθώρια και δεν βρει κάτι, τότε θα δει τι άλλο θα έχει στα χέρια του. Πέραν των αγωνιστικών διαφορών που έχει σε σχέση με το παιδί που έπαιζε πριν από πέντε χρόνια στον Ηρακλή, έχει αλλάξει και στην προσωπική ζωή του, με τον ίδιο να δημοσιοποιεί τη σχέση του πριν από λίγους μήνες. Σε γενικές γραμμές, παραμένει το ίδιο ταπεινός, το ίδιο εργατικός και αξιολογεί με τον ίδιο τρόπο τις προτεραιότητες, όπως τότε, που ήταν έφηβος.
Εφόσον η οικογένεια του είναι καλά, εφόσον έχει τους φίλους του και μπορεί να δουλεύει σκληρά, δεν του λείπει κάτι και ανυπομονεί για τη συνέχεια. Που κατά πάσα πιθανότητα θα αφορά την Εθνική (είπε προ ημερών ” μου αρέσουν όσα γράφονται, μου δίνουν όρεξη για δουλειά “) και “ό,τι άλλο κερδίσω με τα πόδια μου”. Δηλαδή, με το μυαλό του.