ΠΑΟΚ: Προσκύνημα στη χάρη του Κούρτιτς

Το ποιητικό γκολ του Γιασμίν Κούρτιτς στα χασομέρια του προημιτελικού με την ΑΕΚ, πέραν της πρόκρισης που ουσιαστικά χάρισε στον ΠΑΟΚ, παγιώνει αμετάκλητα τον Σλοβένο στη συνείδηση όχι μόνο των ασπρόμαυρων, αλλά και όλων των υπολοίπων, ως τον αδιαμφισβήτητο οδηγό τους.
Υπάρχει ένα φωτογραφικό καρέ από το χθεσινοβραδινό (9/2) παιχνίδι του Ολυμπιακού Σταδίου που αποτυπώνει τα πάντα. Είναι πριν το γκολ της ισοφάρισης, πρακτικά της πρόκρισης, του ΠΑΟΚ από τον Γιασμίν Κούρτις. Ο φακός εστιάζει δημιουργώντας ένα στιγμιότυπο με τον Σλοβένο και τον Νταμιέν λε Ταλέκ, ο οποίος τον επιτηρεί. Οι δυο τους, καλοκαιρινά μεταγραφικά αποκτήματα των δύο «δικέφαλων», προαλειφόμενοι ως εκατέρωθεν στηρίγματά τους στο κέντρο, πυλώνες του παιχνιδιού τους.
Σε δεύτερο πλάνο στο καρέ, αχνοφαίνονται κι άλλοι, μα απλώς συμπληρώνουν, τονίζοντας απλώς την επιβλητικά ξεχωριστή πρώτη όψη. Δεν διακρίνεται χώρος, χρόνος, τίποτα. Η εικόνα όμως, το συγκεκριμένο στιγμιότυπο, είναι καθηλωτικά παραστατικό. Ο Λε Ταλέκ, που φέτος, στην καλύτερη, τον πηγαίνει μία (πάγκο) – μία (γήπεδο), που έχει δεν έχει συμπληρώσει ένα πεντάλεπτο στο παιχνίδι, έχει δεν έχει τρέξει μισό χιλιόμετρο, δίνει οπτικά την αίσθηση, ήδη, της ταλαιπωρίας. Σκυφτός, με τους ώμους ριγμένους μπροστά, καμπουριασμένος, τα χέρια του μαζεμένα, τα πόδια θαρρείς έτοιμα το ένα να κλωτσήσει το άλλο. Στάση αμυντική, στάση παθητική, στάση ήττας.
Δίπλα του, ο Κούρτιτς. Ο πλέον επιβαρυμένος σε χρόνο συμμετοχής του φετινού ΠΑΟΚ. Με 95 λεπτά στα δικά του πόδια στο χτεσινό παιχνίδι, όπου – και πάλι – απάτητο δεν άφησε τίποτα στο χορτάρι. Μα η στάση του, ζωγραφιά. Απόλυτα συμμετρική. Το αριστερό χέρι υψωμένο πάνω από τον ώμο, χορευτικά απλωμένο, να δίνει ισορροπία στο κορμί που έχει γείρει ελαφρώς μπροστά.
Το ζερβό πόδι, πατημένο, γερά, βαθιά στο χορτάρι στήριγμα ιδανικό του κορμού. Το δεξί χέρι, παράλληλα του, ευθυτενές, να βοηθάει στο κεντράρισμα της μπάλας που ήδη έχει σημαδέψει το δεξί πόδι, μαζεμένο και έτοιμο να λυθεί, κεντραρισμένο πάνω της για να την στείλει εκεί που συστημένα ο νους έχει προδιαγράψει.
Ο Σλοβένος δεν κοιτά την εστία του Τσιντώτα. Την έχει δει από πριν. Το είπε άλλωστε στις δηλώσεις του μετά το τέλος του παιχνιδιού. Στο μυαλό του, το έργο είχε παιχτεί πριν το μοιραστεί με τους υπόλοιπους. Δεν χρειαζόταν, λοιπόν, να κοιτάξει δεύτερη φορά τέρμα. Τα μάτια του, το κεφάλι του, το καρέ αποτυπώνει ακριβώς εκεί που έπρεπε να είναι, καρφωμένα στην μπάλα.
Πόζα χορευτική. Το όλον, ιδανικό, τέλειο. Απόλυτη αρμονία. Ποίηση εν στάσει. Μα και συνδυαστικά, κρυστάλλινη αντίθεση. Και παράλληλα, επιφοίτηση διαύγειας. Καρέ που βλέποντας το, χωρίς να ξέρεις το πριν, χωρίς να ξέρει το τότε, μπορείς άνετα να φανταστείς το μετά. Ανετα, με ασφάλεια, να διακρίνεις, να ξεχωρίσεις τον νικητή από τον χαμένο. Της επόμενης στιγμής, του επόμενου καρέ. Μα και των εντυπώσεων, της επιλογής, του παιχνιδιού και της σεζόν ολάκερης.
Οι συγκολλήσεις και τα τρεμάμενα χέρια
Η ιστορία του, οι καταβολές του, δεν έχουν τίποτα το καλλιτεχνικό. Μετανάστες από τη Βοσνία οι γονείς του, παππούς και πατέρας ανθρακωρύχοι, με τον ίδιο να μοιράζει την εφηβεία του με κακουχίες, ελπίδα και ρεαλισμό. Παντού, στο κάθε τι οι πρώτες, το ποδόσφαιρο προσέφερε την δεύτερη, οι συνθήκες της ζωής και της καθημερινότητας του, τον τελευταίο.
Σε τεχνική σχολή φοίτησε (για μηχανικός πήγαινε) και πριν καν ενηλικιωθεί, από τα 17,5 του άρχισε να κάνει πρακτική σε μια εταιρεία στον τόπο που μεγάλωσε, στην Κανιζάριτσα. Δουλειά ασήκωτη, όχι αστεία. Συγκολλήσεις στο έδαφος. Από τις 6 το χάραμα ως τις 2 το μεσημέρι. Τα χέρια του, μετά, δεν μπορούσε να τα ελέγξει. Ετρεμαν από μόνα τους. Πολλές φορές δυσκολεύονταν ακόμη και σε μια χειραψία ή στο να κρατήσουν ένα ποτήρι νερό.
Ούτε σκέψη όμως ν’ αφήσει το μεροκάματο. Ούτε σκέψη να παρατήσει και το αποκούμπι του, το ποδόσφαιρο. Εκεί, καθημερινά, μετά τη δουλειά, προπόνηση. Και τα Σάββατα, παιχνίδια. Για 3,5 χρόνια, ως τα 21 του, για όσο δηλαδή έπαιξε στην τοπική Μπέλα Κράγινα, τα συνδύαζε. Συγκολλήσεις τη μισή μέρα, μπάλα την άλλη μισή. Δος ημίν σήμερον και προσδοκώ ανάσταση, μαζί, στην ίδια προσευχή.
Εισακούστηκε. Επέμεινε, υπέμεινε, άντεξε και εισακούστηκε. Ο πρώτος του προπονητής, ο Τόμας Κάβτσιτς, παλιός διεθνής, φεύγοντας από την Μπέλα Κράγινα, ανέλαβε εκλέκτορας των ελπίδων της Σλοβενίας. Δεν τον ξέχασε και καλώντας τον, τον έβαλε στην μαρκίζα. Είχε παράλληλα και εξαιρετική πρόσβαση στην Γκόριτσα. Την έκανε τη σύσταση και μόνο τότε, μετακομίζοντας εκεί, ο 21χρονος Κούρτιτς σταμάτησε το μεροκάματο. Το χιλιάρικο του μισθού ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής τα κάλυπτε όλα.
Ετσι κι αλλιώς, για πολύ δεν ήταν. Μισή σεζόν όλη κι όλη τον χάρηκαν μόνο στην Γκόριτσα. Ο αείμνηστος – και τουλάχιστον εκκεντρικός, ευγενικά θέτοντας το από σεβασμό στην μνήμη του – ιδιοκτήτης της Παλέρμο, Μαουρίτσιο Τζαμπαρίνι είχε ανακαλύψει, ποδοσφαιρικά, την Σλοβενία και την έντυνε στα «ροζανέρι». Μπατσίνοβιτς, Αντζέλκοβιτς και ο κορυφαίος σύγχρονος Σλοβένος, ο Γιόζιπ Ιλιτσιτς (συνοδοιπόρος για χρόνια του Κούρτιτς, ξεχωριστός του φίλος) οι τρεις πρώτοι που πάτησαν σιτσιλιάνικη γη, με τον Κούρτιτς να συμπληρώνει το καρέ στην αυγή του 2011.
Η Ιταλία και η ανάμνηση της Τούμπας
Δέκα – και μισό – χρόνια. Μια ζωή. Ποδοσφαιρικά μπορεί και παραπάνω. Τόσα πέρασε στην Ιταλία. Τα είδε όλα. Πρεστιζάτη serieA και μια σεζόν στην κακοτράχαλη serieb, ομάδες με παρελθόν και πρωταγωνιστικές και διεθνείς φιλοδοξίες, αλλά και ομάδες που πάλευαν για παραμονή και επιβίωση. Οκτώ άλλαξε. Παλέρμο, Βαρέζε, Σασσουόλο, Τορίνο, Φιορεντίνα, Αταλάντα, ΣΠΑΛ και τελευταία η Πάρμα.
Εννιά σεζόν στο καμπιονάτο, περισσεύουν για το ποδοσφαιρικό του επίπεδο. ISO μόνο και μόνο η αναφορά, εγγύηση τα νούμερα. Στο καμπιονάτο έγινε αυτό που οι γείτονες ονομάζουν joker. Μπαλαντέρ στο κέντρο. Παντού, από το «6» αν και όποτε χρειάζονταν, ως «10» και δεύτερος, ελεύθερος επιθετικός.
Αλλαξε. Από εκεί που περνούσε ώρες όταν μεγάλωνε, βλέποντας και προσπαθώντας να ξεπατικώσει κινήσεις και ενέργειες του Ζινεντίν Ζιντάν, άρχισε να εκτιμάει, να υιοθετεί, να ξεπερνάει του «Ζιζού» και να δέχεται ως πιο ταιριαστό στο δικό του αγωνιστικό προφίλ, αυτό του Στίβεν Τζέραρντ.
Στην Ιταλία παντρεύτηκε την Αμέλα, στην Ιταλία έγινε πατέρας του Ματέο. Στην Ιταλία έβγαλε πλέον τόσα ώστε να μπορεί να χτίζει σπίτι στους γονείς του. Να αγοράζει δικό του και να κάνει το γούστο του οδηγώντας ό,τι αυτοκίνητο του γυάλιζε. Να γεμίζει το κορμί του τατουάζ, να προσθέσει στην επικοινωνία του, πέραν των αγγλικών και τα ιταλικά.
Και να μην ξεχνάει τις δικές του δυσκολίες, στέλνοντας στη γενέτειρά του και την εκεί ομάδα, λογιών λογιών ποδοσφαιρικό υλικό, από φανέλες και παπούτσια, μέχρι χρήματα για να συντηρηθούν, επισκευαστούν, διατηρηθούν εγκαταστάσεις και να δημιουργηθούν, όπου και όποτε χρειάζονταν, καινούργιες.
Ο υποβιβασμός των «παρμέντσι», το περασμένο καλοκαίρι, σημείο καμπής. Το συμβόλαιο του, θεόρατο για μια ομάδα που θα έμπαινε σε διαδικασία restart, σε τελείως διαφορετικές συνθήκες, περιβάλλον, ηλικιακή και οικονομική στόχευση. Κάπου εκεί, εμφανίστηκε ο ΠΑΟΚ, ο οποίος – για να μην το ζαλίζουμε – αναζητούσε αυτό ακριβώς που όλους αυτούς τους μήνες απολαμβάνει.
ΠΑΟΚ, ΠΑΟΚ, ΠΑΟΚ… Κάτι του έλεγε, μα όχι πολλά. Την Τούμπα θυμόταν. Την γεμάτη, που ακόμη, δεν έχει γευτεί από πρώτο χέρι. Και τη θυμόταν καλά από μια επίσκεψη του, με τη φανέλα της Φιορεντίνα, το φθινόπωρο του ’14 στο πλαίσιο των ομίλων του Europa League. Μέτρησε στην απόφασή του. Απόφαση, δύσκολη. Απόφαση ζωής. Δεν είναι εύκολη μια τόσο δομική αλλαγή πόσο μάλλον όταν συνοδεύεται και από μια οικογένεια.
Ζήτησε χρόνο για να σταθμίσει πράγματα και καταστάσεις. Προτάσεις άλλες για να μείνει στην Ιταλία, είχε. Καμία όμως με πακέτο τόσο επαγγελματικά συμφέρον όσο του «δικέφαλου». Και κυρίως, καμία με τη ζέση, την επιθυμία και τη λαχτάρα της προσέγγισης των Κυπελλούχων Ελλάδας. Πρόκληση. Ετσι το κατηγοριοποίησε στην σκέψη του, έτσι το τοποθέτησε στην οπτική του, έτσι το δέχτηκε. Και έτσι, το έκανε.
Οι πρωτιές στον ΠΑΟΚ
Το ξεκίνημα στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν εύκολο. Μπορεί η άνεση και το καλωσόρισμα της ομάδας και του Λουτσέσκου (στα ιταλικά η συνεννόησή τους) να ξεχείλιζαν, όμως κάτι η αδυναμία του να βρει σπίτι, κάτι η παραμονή του στο ξενοδοχείο, μακριά από την οικογένειά και τον γιο του, κάτι τα προβλεπόμενα και φυσιολογικά μεν ζόρια μιας τέτοιας αλλαγής – καλά καλά ακόμη και στο να πάει για φαγητό δυσκολεύονταν – αλλά για τον μαθημένο σε τελείως διαφορετικές συνθήκες Κούρτιτς μόνο προβλεπόμενα δεν έμοιαζαν, όλα επιβάρυναν, όλα υπήρχαν στιγμές που τον έπνιγαν.
Σιγά σιγά, όλα μπήκαν σε μια σειρά. Πρώτα το σπίτι, μετά η άφιξη της οικογένειας, οι μικρές, νέες συνήθειες που διαμόρφωσαν μια νέα καθημερινότητα. Και φυσικά, το γήπεδο. Πέναλτι δεν εκτελεί. Σε ένα φιλικό με την εθνική του στα Σκόπια, τον Νοέμβριο του 2012, είχε πάρει την ευθύνη – παρότι δεν συμφωνούσαν όλοι οι συμπαίκτες του – και είχε αστοχήσει. Από τότε, έμενε μακριά από την βούλα.
Δεν την ήθελε ούτε στη φιλοξενία της ΑΕΚ στην Τούμπα, στο ξεκίνημα του πρωταθλήματος. Δεν υπήρχε όμως άλλος από τους ορισμένους εκτελεστές, οπότε πήρε αυτός την μπάλα, την έστησε, την έστειλε, «έγραψε» το 2-0 και από τότε, ξεκαθαρίστηκε πως τα πέναλτι στον ΠΑΟΚ, δικά του (θα) είναι.
Μια εβδομάδα αργότερα έγιναν και τα φαούλ. Στο ξεκίνημα του δευτέρου ημιχρόνου του παιχνιδιού με τον ΟΦΗ στο Γεντί Κουλέ, ζήτησε ένα από τον Βιεϊρίνια. Με το σκορ στο 1-0 για τους «ασπρόμαυρους», ο κάπτεν αστειεύτηκε και του το έδωσε προειδοποιώντας: «Το τελευταίο σου θα είναι». Τα πιο σοβαρά, στην πλάκα κρύβονται. Δεν λάθεψε. Δεν ήταν και η πρώτη φορά που «γράφει» με φάουλ, μα με τον «δικέφαλο» ήταν το παρθενικό. Και αποδείχτηκε πως δεν ήταν το τελευταίο του. Ούτε που πήρε, ούτε που «έγραψε».
Τότε ήταν, στα πανηγύρια εκείνου του γκολ, που κατοχύρωσε και κάτι άλλο. Πρωτοδκίμασε, αφού δεν το είχε κάνει ποτέ ξανά. Να κλείσει τ’ αυτιά του. Δεν καταλάβαινε γρι ελληνικά (πλέον, έχει βελτιωθεί σημαντικά. Στα βασικά πάντα..), όμως εννοείται πως αντιλαμβάνονταν, πως μπορούσε να διακρίνει εκφράσεις. Και καταλάβαινε από εκείνες που έβλεπε στο Ηράκλειο πως όσα του απευθύνονταν δεν ήταν γλυκόλογα. Και έτσι, μετά το γκολ, αυθόρμητα, αφού δεν μπορούσε ν’ απαντήσει διαφορετικά, έδειξε αυτό που ήθελε να πει, αυτό που έτσι κι αλλιώς ένιωθε: «Δεν σας ακούω».
Από τότε, ανεξαρτήτως γηπέδου και αντιπάλου, έχει κλείσει τ’ αυτιά του άλλες 14 φορές. Ακόμη και ενισχυμένες ωτασπίδες όμως να είχε χτες το βράδυ, ακουστικά που αποκλείουν κάθε ήχο, δεν υπάρχει περίπτωση να μην άκουγε, να μην άκουσε, τι προκάλεσε στο παρά ένα της εκπνοής των καθυστερήσεων.
Τον προπονητή του, γονατισμένο να τον παρακολουθεί με το στόμα ανοιχτό, περιμένοντας έκθαμβος το επιφώνημα, το ξέσπασμα, την αποθέωση. Τους πάντες στον πάγκο, να τρέχουν ξέφρενοι να πανηγυρίσουν μαζί του κι ένας, χαρακτηριστικά, να μένει στα μισά του δρόμου, ξέπνοος ήδη και αποκαμωμένος, περισσότερο συνειδητοποιώντας τι ακριβώς είχε δει, πέφτοντας και αυτός στα γόνατα και κάνοντας τον σταυρό του.
Στη χάρη του Γιασμίν Κούρτιτς…