ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ

Oλυμπιακός: Στόχος τα έργα στο “Γ. Καραϊσκάκης” να ξεκινήσουν τον Μάιο του 2027 και η ομάδα να μπει στο καινούργιο γήπεδο το 2029

Όλα παίρνουν τον δρόμο τους για την τρίτη φάση των αλλαγών του Καραϊσκάκης. Από τη δημιουργία πριν από 130 χρόνια και όλες οι αλλαγές που συντελέστηκαν κυρίως τα τελευταία 75 έτη.

Οι τεχνικοί σύμβουλοι του Ολυμπιακού και οι αρχιτέκτονες – συνεργάτες του συλλόγου με επικεφαλής τον Πέτρο Συναδινό παρουσίασαν πριν από λίγες ημέρες τα σχέδια του νέου “Γ. Καραϊσκάκης” στο Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά και προέκυψαν ορισμένες λεπτομέρειες για το έργο. Πιο αναλυτικά θα ειπωθούν από τον πρόεδρο της ΠΑΕ Ολυμπιακός, Βαγγέλη Μαρινάκη στη συνέντευξη Τύπου που θα δώσει τις επόμενες ημέρες.

Με βάση τα έως σήμερα δεδομένα και εφόσον τακτοποιηθεί το ζήτημα της αύξησης του ύψους του γηπέδου στα 52 μέτρα (δεν υπάρχει αλλαγή στο πλάτος ή οτιδήποτε άλλο), κάτι το οποίο χρειάζεται να περάσει νομοθετικά με τη σύμφωνη γνώμη της Πολιτείας, τότε τα έργα στο Καραϊσκάκης θα ξεκινήσουν τον Μάιο του 2027 και ο Ολυμπιακός θα μετακομίσει για δύο σεζόν στο ΟΑΚΑ. Και θα επιστρέψει στη φυσική του έδρα και στο καινούργιο του γήπεδο την περίοδο 2029 – 2030.

Οι δύο πρώτες φάσεις στην ιστορία του γηπέδου είναι συνδεδεμένες με τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, τόσο το 1896 (η πρώτη) όσο και το 2004 (η δεύτερη). Πλέον, το “Γ. Καραϊσκάκης” θα μπει στην τρίτη φάση της ανακατασκευής του και εξίσου σημαντική καθώς θα δημιουργηθεί ένα υπερσύγχρονο γήπεδο, με ιδιωτικά κεφάλαια που θα καλύψει εξ΄ ολοκλήρου ο πρόεδρος της ΠΑΕ, Βαγγέλης Μαρινάκης (συνολικού ύψους 250 εκατ. ευρώ) και θα οδηγήσει τον Ολυμπιακό στη νέα εποχή. Ταυτόχρονα, θα αλλάξει όλη την περιοχή, θα συμβάλει στην ανάπτυξη της και θα διαφοροποιήσει συνολικά της ανάπλαση του παραλιακού μετώπου και του φαληρικού όρμου.

Το γήπεδο κατασκευάστηκε το 1895 ως ποδηλατοδρόμιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας που διεξήχθηκαν το 1896. Αρχικά, ονομαζόταν Ποδηλατοδρόμιον ή Γήπεδον Νέου Φαλήρου και αγοράστηκε από την Εταιρεία Σιδηροδρόμων, η οποία αργότερα το παραχώρησε ως δωρεά στην Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (ΕΟΕ). Μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για αγώνες ποδοσφαίρου και αποτέλεσε τη φυσική έδρα του Ολυμπιακού και του Εθνικού.

Την επωνυμία –αρχικά γήπεδο– “Γ. Καραϊσκάκης” την πήρε τον Ιούνιο του 1938 και τα πρώτα έργα ανακατασκευής του ξεκίνησαν στις αρχές του 1953 και διήρκεσαν περισσότερο από μία τριετία. Το γήπεδο στη νέα του μορφή περιλάμβανε αγωνιστικό χώρο κανονικών πλέον διαστάσεων, αυξήθηκε η χωρητικότητα του (22.000 καθήμενων και ορθίων) και χρησιμοποιήθηκε από την έναρξη της περιόδου 1956 –1957.

Το 1964 ανακατασκευάστηκε για να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο Στάδιο για την εποχή και τα επόμενα χρόνια φιλοξένησε τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης 1970-1971 ανάμεσα στην Τσέλσι και τη Ρεάλ Μαδρίτης, που ήταν και ο πρώτος ευρωπαϊκός τελικός που διεξήχθη στην Ελλάδα.

Το 1997 η διοίκηση του Ολυμπιακού, υπό τον Σωκράτη Κόκκαλη παρουσίασε πρόταση στην Κυβέρνηση για την ανακατασκευή του Σταδίου Καραϊσκάκη και την αποκλειστική εκμετάλλευσή του για 30 χρόνια, που δεν προχώρησε. Όμως, τον Νοέμβριο του 2002, η ΕΟΕ και η Κυβέρνηση συμφώνησαν με τη νέα πρόταση του Κόκκαλη για κατεδάφιση, ολική ανακατασκευή και ένα νέο ποδοσφαιρικό γήπεδο, χωρίς τον στίβο. Έτσι, το παλιό στάδιο Καραϊσκάκη γκρεμίστηκε στις 31 Μαϊου 2003 και το νέο ποδοσφαιρικό γήπεδο άρχισε να κατασκευάζεται τον Ιούνιο του 2003 και παραδόθηκε στις 30 Ιουνίου 2004, σε διάστημα ρεκόρ 14 μηνών, χρησιμοποιήθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του ίδιου έτους και ο Ολυμπιακός απέκτησε τη χρήση του για 49 χρόνια.

Έχει χωρητικότητα 33.505 θέσεων, καθώς και 43 σουίτες και 40 ειδικά διαμορφωμένες θέσεις για χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων και τους συνοδούς τους. Το καλοκαίρι του 2016, ο Ολυμπιακός ξεκίνησε ένα μεγάλο έργο για την πλήρη αντικατάσταση του χλοοτάπητα και την εγκατάσταση ενός νέου υβριδικού τάπητα (stiched). Επιπλέον, το νέο Μουσείο του Ολυμπιακού άνοιξε τις πόρτες του για το κοινό στις 4 Αυγούστου του 2025 και βρίσκεται στον περιβάλλοντα χώρο του “Γ. Καραϊσκάκης”, σε μία έκταση 1.200 m², που περιλαμβάνει πάνω από 20 αναλογικές, διαδραστικές και οπτικοακουστικές εγκαταστάσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ