ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ

Γκατσίνοβιτς: "Καλασνίκοφ" στον Παναθηναϊκό

Ο Μιγιάτ Γκατσίνοβιτς με τη φανέλα του Παναθηναϊκού
Ο Μιγιάτ Γκατσίνοβιτς με τη φανέλα του Παναθηναϊκού INTIME

Η διαδρομή του Μιγιάτ Γκατσίνοβιτς από την ανάδειξη του σε Παγκόσμιο Πρωταθλητή Νέων με την εθνική Σερβίας και τις… βαλκανικές μέρες στην Φρανκφούρτη, με το φοβερό και τρομερό παρεάκι των "Γιούγκων" στην Αϊντραχτ και το πως από χτες είναι πλέον κάτοικος Αθηνών με τον δανεισμό του στον Παναθηναϊκό.

Σύμφωνοι, δεν είναι η πιο εύηχη ονομασία ούτε η πιο εύκολη στο να γίνει έστω μια αδόκιμη και αδέξια απόπειρα να το προφέρεις. Mensch ärgere Dich nicht. Ετσι λέγεται ένα υπεραιωνόβιο επιτραπέζιο, γερμανικής έμπνευσης, δημιουργίας και προέλευσης παιχνίδι. Η ελεύθερη απόδοσή του; "Φίλε, μην θυμώνεις".

Παίζεται από ένα ως τέσσερα άτομα (υπάρχουν και σχετικές εκδόσεις για παιχνίδι με έξι), ο στόχος, συνοπτικά, είναι να περιοριστούν τα πιόνια (τέσσερα συνολικά για κάθε παίκτη) των τριών και ο ένας να συγκεντρώσει τα δικά σε ένα συγκεκριμένο σημείο ώστε να κερδίσει.

Για δύο χρόνια, αυτό το επιτραπέζιο, ήταν το αγαπημένο παιχνίδι μιας παρέας πιτσιρικάδων Βαλκάνιων, όλοι τους πάνω κάτω συνομήλικοι, όλοι τους -ιτς, που συνέπεσαν στην πιο "πλάβι" ομάδα της Κεντρικής Ευρώπης, την Αϊντραχτ Φρανκφούρτης. Σκεφτείτε: ο Κροάτης Αντε Ρέμπιτς και οι Σέρβοι Φίλιπ Κόστιτς, Λούκα Γιόβιτς, με το καρέ να συμπληρώνεται από τον παλαιότερο όλων στο club, Μιγιάτ Γκατσίνοβιτς.

Φοβερό παρεάκι. Όχι μόνο για όποτε ξεχαρμάνιαζαν… θυμώνοντας ο ένας τον άλλον, αλλά κυρίως όσο συνταίριαξαν στους «αετούς», στην κορυφαία διετία της σύγχρονης ιστορίας τους, με την κατάκτηση του μοναδικού τίτλου εδώ και 33 χρόνια, το Κύπελλο το 2018 και τον αποκλεισμό στα πέναλτι από την Τσέλσι από τον τελικό του Europa League την επόμενη χρονιά.

Ο Γιόβιτς έφερε στην Φρανκφούρτη 63 εκατ. ευρώ, ο Ρέμπιτς συνολικά 12, ο Κόστιτς παραμένει το σημείο αναφοράς της, ψάχνοντας όμως εδώ και καιρό τρόπο… διαφυγής (αυτή του η προσπάθεια άλλωστε έφερε το περασμένο καλοκαίρι στην ΑΕΚ τον Στίβεν Τσούμπερ). Ο Γκατσίνοβιτς τον βρήκε μετακομίζοντας στη Χόφενχαϊμ (σε ανταλλαγή με τον…Τσούμπερ), δεν δούλεψε όμως και γι’ αυτό πλέον ψάχνει το restart με τον δανεισμό του για το υπόλοιπο της σεζόν στον Παναθηναϊκό.

Παγκόσμιος πρωταθλητής με το "10" στην πλάτη

Ποδοσφαιρικές έτσι κι αλλιώς οι καταβολές του. Ο πατέρας του, Βλάντιμιρ έκανε μια ελάχιστα αξιομνημόνευτη καριέρα, συνεχίζοντας με το που κρέμασε τα εξάταπα στους πάγκους. Κυρίως συνδέθηκε με φυτωριακά τμήματα διάφορων ομάδων και την Σπάρτακ Σουμπότιτσα, την οποία και υπηρετεί από διάφορα πόστα από το 2016 (με διάλειμμα τη σεζόν 2020-21, οπότε και ήταν στα ηνία της Ραντνίτσκι) ως και σήμερα, όντας ο προπονητής της Σπάρτακ Σουμπότιτσα.

Με τον κανακάρη του, μια χρονιά συνυπήρξαν, στα τσικό της Βοϊβόντινα, το 2010, στο ξεκίνημα ουσιαστικά του Μιγιάτ. Παραδοσιακή ομάδα που ζει και αναπνέει προωθώντας πιτσιρικάδες, αρχικά στην εγχώρια ποδοσφαιρική ελίτ και στη συνέχεια εκτός σερβικών συνόρων η Βοϊβοντίνα, δεν άργησε να τον ρίξει στα βαθιά και με την ενηλικίωσή του να τον κάνει και αρχηγό της.

Στην προκειμένη βέβαια περίπτωση, το προμοτάρισμα και η ανάδειξη του Γκατσίνοβιτς περισσότερο ώθησε η εθνική Σερβίας. Από τα λίγα, κοινά ακόμη αποδεκτά απανταχού της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας είναι οι περίφημοι "Χιλιάνοι", όπως αποκλήθηκαν οι Παγκόσμιοι Πρωταθλητές Νέων Γιουγκοσλάβοι του 1987 (επειδή η διοργάνωση έγινε στη Χιλή), με ξακουστά μέλη όπως Μπόμπαν, Προσινέτσκι, Μιγιάτοβιτς, Σούκερ, Στίματς, Γιάρνι.

Οι Σέρβοι αποκλειστικά, στη δική τους ιεραρχία, έχουν αντικαταστήσει τη συγκεκριμένη ομάδα, με τους «Νεοζηλανδούς», την ομάδα δηλαδή που στο Παγκόσμιο Κύπελλο u20 του 2015 αναδείχτηκε πρωταθλήτρια κόσμου (υπό την καθοδήγηση του Βέλικο Παούνοβιτς), συνέχεια της προ διετίας ανάδειξης της ίδιας ομάδας, αλλά σε επίπεδο u19, ως πρωταθλήτρια Ευρώπης στη Σουηδία.

Αναντικατάστατος και στις δύο διοργανώσεις, ο Γκατσίνοβιτς. Στην πρώτη μάλιστα, ήταν αυτός που στον ημιτελικό με την Πορτογαλία ισοφάρισε στο τέλος στέλνοντας την πρόκριση στον τελικό ("θύμα" των Βαλκάνιων εκεί η Γαλλία) στα πέναλτι. Στη δεύτερη, με συμπαίκτες τον δικό μας πλέον, Αντρίγια Ζίβκοβιτς, τον Νεμάνια Μακσίμοβιτς, τον Μάρκο Γκρούγιτς, τον Μίλινκοβιτς – Σάβιτς, είχε το "10" στην πλάτη. Ενδεικτικό…

Εδώ (και στην Φρανκφούρτη) είναι Βαλκάνια

Η Αϊντραχτ αποφάσισε άμεσα, μετά από εκείνο το τουρνουά, να επενδύσει, αγοράζοντας τον 21χρονο Γκατσίνοβιτς. Η διαδρομή της εν λόγω μετακίνησης, θολή, από εκείνες που η FIFA, χρόνια τώρα, παλεύει να εξαλείψει. Ευθύνη πάντως, εξ αρχής ξεκαθαρίζεται, ο ίδιος δεν έχει. Οι «καρχαρίες» μόνο.

Τον Μάιο εκείνης της χρονιάς η FIFA απαγόρεψε την πρακτική της "τρίτης ιδιοκτησίας", επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να μην επιτρέψει στους μεγαλοατζέντηδες την εξ ολόκληρού αγορά, ως φυσικά πρόσωπα, των δικαιωμάτων των ποδοσφαιριστών και έτσι την απ’ ευθείας συνδιαλλαγή τους, χωρίς τη μεσολάβηση των clubs.

Η απάντηση των ατζέντηδων; Η γέννηση των «ομάδων – γέφυρα». Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί από τα Football Leaks, μια έγινε εκείνη την εποχή ο Απόλλωνας Λεμεσού, με την κυπριακή ομάδα να εμφανίζεται να αγοράζει και να δανείζεται συνολικά 7 ποδοσφαιριστές από Σερβία και Ρουμανία, μεταξύ αυτών τον Γκατσίνοβιτς, αλλά και τον Ζίβκοβιτς και τον Γιόβιτς.

Οι περισσότεροι, ούτε που ξέρουν πως υπήρξαν έστω και στα χαρτιά εγγεγραμμένοι στα μητρώα του Απόλλωνα. Η σκοπιμότητα άλλωστε ήταν διαφορετική. Να μπορούν οι εμπλεκόμενοι ατζέντηδες να χρηματοδοτήσουν τις αρχικές αγορές των ποδοσφαιριστών και από εκεί, εμφανίζοντας τις ομάδες-γέφυρα, να καρπωθούν τα οφέλη της μεταγραφής που πραγματικά ήθελαν να κάνουν. Στην περίπτωση του Γκατσίνοβιτς, αυτή ήταν στην Αϊντραχτ, η οποία και αγόρασε τον Σέρβο μόλις οκτώ μέρες μετά την «εγγραφή» του στον Απόλλωνα έναντι 2,5 εκατ. ευρώ.

Πιονέρος της στροφής του club στην αγορά της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Στο ρόστερ ήδη υπήρχε και ο (βοσνιακής καταγωγής) Ελβετός Χάρις Σεφέροβιτς, ακολούθησαν οι προαναφερθέντες "επιτραπέζιοι" συμπαίκτες, αλλά και από το καλοκαίρι του ’16, ο (σλοβενικής καταγωγής), τεχνικός διευθυντής, Φρέντι Μπόμπιτς και ο Κροάτης τεχνικός Νίκο Κόβατς, όλα υπό την σκέπη και συνεργασία του κοινού τους (τότε) και συνεργαζόμενου ουσιαστικά με το γερμανικό club ατζέντη, Σκοπιανό-Κοσοβάρου άλι Ραμαντάνι.

Το Kalashnikov του Μπρέγκοβιτς έλειπε μόνο από την Φρανκφούρτη τότε…

(σ.σ. Για την ιστορία. Ο προ-προ παππούς του, ο - επίσης, όπως και ο πατέρας του - Βλάντιμιρ Γκατσίνοβιτς, σερβοβόσνιος, ήταν μεταξύ των ιδρυτών της Mlada Bosna – «Νέας Βοσνίας» - στις αρχές του 20ου αιώνα, ενός αντιστασιακού κινήματος κατά της αυστρο-ουγρρικής κατοχής.

Στην οργάνωση αυτή άνηκε ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ, δολοφόνος του Αρχιδούκα της Αυστρίας, Φραγκίσκου Φερδινάνδου, στο Σαράγιεβο στις 28 Ιουνίου του 1914, δολοφονία που αποτέλεσε ουσιαστικά την πολιτική αφορμή του ξεσπάσματος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου).

Προσαρμογή, λατρεία

Δεν έπαιξε αμέσως. Δεν έπαιξε καν επαρκώς. Η προσαρμογή για ένα 21χρονο παιδί, απ’ ευθείας από το πρωτάθλημα Σερβίας και το καθεστώς της μηδενικής πίεσης, στην Bundesliga, πολυεπίπεδα, δύσκολη. Είτε σωματικά (λιπόσαρκος, χρειάστηκε να ακολουθήσει ειδικό πρόγραμμα διατροφής και ενδυνάμωσης) είτε αγωνιστικά, είτε τακτικά. Ο αγαπημένος του ρόλος του «δεκαριού» διαφορετικά υπηρετείται στη Βοϊβοντίνα και στα τσικό των σερβικών εθνικών ομάδων και διαφορετικά στην Φρανκφούρτη.

Σημείο καμπής – δικό του και του club – τα μπαράζ παραμονής της στα σαλόνια, στο τέλος της παρθενικής σεζόν του στην Γερμανία. Με δικό του γκολ – το παρθενικό του – η Αϊντραχτ πήρε 1-1 στο πρώτο ματς στην έδρα της, με δική του ασίστ, κέρδισε στη ρεβάνς τη Νυρεμβέργη και παρέμεινε στην κατηγορία.

Αυτό ήταν. Το καλοκαίρι έφτασαν οι Κόβατς, Μπόμπιτς, άλλαξε μια και καλή το στάτους του, αναγνωρίστηκε μεταξύ των αγαπημένων της εξέδρας και ακολούθησε η καλύτερη διετία της καριέρας του. Σε επίπεδο ατομικών εμφανίσεων, σε επίπεδο προσαρμογής στα δεδομένα του κορυφαίου πλέον level, στο οτιδήποτε.

Κάλυψε το έλλειμα σε physicality και δύναμη, βελτίωσε πολύ την τακτική του προσέγγιση, αξιοποίησε και εκμεταλλεύτηκε την τεχνική του κατάρτιση και την ενέργεια που πάντα βγάζει στο γήπεδο.

Προφανώς δουλεύει – και δουλεύει αρκετά – αφού (έμαθε να) μπορεί να υπηρετεί διάφορους ρόλους και σχήματα, ευγνωμονώντας - ακόμη και σήμερα – για την στήριξη και την εμπιστοσύνη τον Κόβατς και όταν πλαισιώθηκε πλέον από τους «κολλητούς» του Γιόβιτς και Ρέμπιτς (ο Γιόβιτς ήταν ανέκαθεν, ο Ρέμπιτς έγινε, όντας και δωμάτιο σε αποστολές), το καλοκαίρι του ’17, το project – ατομικά και συλλογικά, απογειώθηκε.

Χάι-λάιτ καριέρας το φοβερό του τρέξιμο στον τελικό του Κυπέλλου Γερμανίας και η γκολάρα του στο 90’ κόντρα στην Μπάγερν (2018), μοιραία η σεναριολογία για ενδιαφέρον ομάδων που θα τον οδηγούσαν στο επόμενο επίπεδο, ικανά όμως όλα τούτα για τον στείλουν στην αποστολή της εθνικής Σερβίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο στη Ρωσία δεν στάθηκαν. Του στοίχισε. Δεν το έκρυψε.

Το φύλαγε. Και λίγους μήνες αργότερα, σ’ ένα παιχνίδι για το Nations League με τη Λιθουανία στο Βελιγράδι, όταν αντικαταστάθηκε στο ημίχρονο (για να μπει ο Αλεκσάνταρ Πρίγιοβιτς) ξέσπασε κατά του εκλέκτορα Μλάντεν Κρστάγιτς, πετώντας του τα εξάταπα στα αποδυτήρια, προκαλώντας όμως την οργή του κάπτεν Αλεκσάνταρ Κολάροβ, ο οποίος τον «στόλισε», βγάζοντας τον στη σέντρα με τη δημοσιοποίηση του περιστατικού. Απολογήθηκε την επόμενη μέρα.

Στη σούμα πάντως του κόστισε – εκείνο το καλοκαίρι του 2018 – αφενός η αποχώρηση του Κόβατς (ανέλαβε την Μπάγερν) αλλά και εν τέλει η άφιξη του Φίλιπ Κόστιτς, αφού μπορεί το… καρέ των "Γιούγκων" να συμπληρώθηκε, ο ρόλος του όμως και η επίδραση του σταδιακά, ανεπαίσθητα αρχικά (αλλά αναδρομικά παρατηρώντας το, εμφανώς), μειώνονταν στην Αϊντραχτ, η οποία πάντως εξακολουθούσε να προσφέρει μπαλάρα. Ένα πέναλτι μακριά άλλωστε έφτασε από τον τελικό του Europa League του 2019, χάνοντας από τη μετέπειτα τροπαιούχο Τσέλσι.

Γιόβιτς και Ρέμπιτς αποχώρησαν αμέσως μετά, ο ίδιος ψάχτηκε επίσης, αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση. Οσο χρήσιμος και αν είναι στο παιχνίδι, όσο και αν είχε προσαρμοστεί σε συνθήκες ρόλου, θέσης, χαρακτηριστικών και απαιτήσεων, για μεσοεπιθετικός δεν «γράφει» νούμερα. Δεν έχει γκολ, δεν έχει ασίστ. Και αυτό, πάντα μετράει στην αγορά.

Τα πράγματα επιδεινώθηκαν στη χειρότερη βάσει αριθμών τελευταία του σεζόν στην Φρανκφούρτη (2019-20), η οποία και νομοτελειακά επίσπευσε τις εξελίξεις. Αρχικά άλλαξε ατζέντη, στη συνέχεια άλλαξε και στέγη (συν γυναιξί και τέκνοις πλέον, αφού παντρεύτηκε και έγινε πατέρας), μετακομίζοντας - με εκείνη την τράμπα του ομόσταυλου πλέον μανατζερικά και γείτονα και αντιπάλου στην Αθήνα για τους επόμενους μήνες, Στίβεν Τσούμπερ - στην Χόφενχαϊμ.

Οι προτάσεις στην Ελλάδα και η επιλογή του Παναθηναϊκού

Δεν (τον) βοήθησε. Δεν ταίριαξε, ποτέ δεν κέρδισε κάτι περισσότερο από μερικές σποραδικές συμμετοχές ως βασικός και ολιγόλεπτες ως αλλαγή. Φέτος, ειδικά, ο παραγκωνισμός ήταν απόλυτος. Τελευταίο του παιχνίδι πρωταθλήματος στις αρχές Σεπτεμβρίου, τελευταίο παιχνίδι γενικά, στο Κύπελλο, στα τέλη Οκτωβρίου. Επιβεβλημένη η αναζήτηση λύσης.

Ο ατζέντης του, ο Μίλος Μαλένοβιτς, έχοντας ανοίξει για τα καλά παρτίδες στα μέρη μας, τον πρότεινε, μέσα Ιανουαρίου, οπότε και επισκέφθηκε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, σε διαδοχικά ραντεβού με την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ, στους δύο "δικέφαλους", αφού διάφορες προσπάθειες που είχαν γίνει νωρίτερα στις γιορτές προς καμπιονάτο μεριά (Μπολόνια και Τζένοα) δεν καρποφόρησαν.

Από την Ενωση τονίστηκε πως θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο αν απελευθερώνονταν θέση μεσοεπιθετικού, από τους "ασπρόμαυρους" του μεταφέρθηκε πως δεν κάλυπτε στο 100% το προφίλ που – πλέον – αναζητούσε ο Ζοζέ Μπότο, χωρίς όμως να "καεί". Στον Παναθηναϊκό, που ακολούθησε στις κλήσεις, το σκηνικό αποδείχτηκε διαφορετικό.

Δεν είναι "εξάρι" που – ρεπορταζιακά τουλάχιστον – αναζητούνταν, δεν είναι ο κλασικός εξτρέμ που είχε μετατραπεί σε προτεραιότητα για τον Γιοβάνοβιτς (ποσοτικά κυρίως), καλά καλά δεν είναι πλέον ούτε το κλασικό "δεκάρι".

Τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά όμως του Γκατσίνοβιτς, η δημιουργικότητά του και κυρίως οι διάφορες δουλειές που μπορεί να κάνει στο γήπεδο (δουλειές για τις οποίες οι "πράσινοι" δεν έχουν παίκτες να τις εξυπηρετούν με συνέπεια και σταθερότητα), ξεπερνούν ένα από τα βασικά κριτήρια του Σέρβου τεχνικού για όποια επίδοξη προσθήκη στην (όποια) ομάδα του, να προέρχεται δηλαδή από γεμάτες, δύο τουλάχιστον, τελευταίες σεζόν.

Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο φινάλε του παζαριού στο deal. Όχι μακροχρόνιο. Διαφορετικά άλλωστε, κακά τα ψέματα, δεν γίνονταν. Λύσεις από την αδιαμφισβήτητη ποιότητα του Γκατσίνοβιτς, που δεν υπάρχει στο ρόστερ του και ελάχιστα απαντάται στη Super League, αναζητά για τους επόμενους μήνες ο Παναθηναϊκός, ευκαιρία για να επανέλθει μέσω του δανεισμού του στους «πράσινους» ψάχνει ο 27χρονος Σέρβος.

Συμφωνία που έχει όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχτεί σε win-win, χωρίς κανείς από τους εμπλεκόμενους να κοιτάει – από τώρα τουλάχιστον – το καλοκαίρι και τι ενδεχομένως μπορεί αυτό να φέρει. Πολύ μακρινό και δεν ενδιαφέρει κανέναν τη δεδομένη στιγμή.

Στο φινάλε άλλωστε, είναι αδιαμφισβήτητο πως αν οι δύο πλευρές αλληλοβοηθούν από αυτόν τον δανεισμό (όπως αμφότερες ελπίζουν), τότε, κακά τα ψέματα, ο Γκατσίνοβιτς, θα μπορεί ευκολότερα να διεκδικήσει την επιστροφή του στο κορυφαίο επίπεδο.

Εκεί που δηλαδή έχει αποδείξει πως ανήκει...

TAGS ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ THE SPORTS ECONOMIST ΕΛΛΑΔΑ STOIXIMAN SUPER LEAGUE
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ