“Δεν ακούστηκε κραυγή από τη Ρίβα”

Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης συνεχίζονται στη δίκη του Όσκαρ Πιστόριους με ένα γείτονα του ζευγαριού να καταθέτει πως δεν άκουσε γυναικείες κραυγές το βράδυ της δολοφονίας της Ρίβα Στέενκαμπ.
Συγκεκριμένα την Τρίτη (6/5) ο Μάικλ Νλενγκέθουα κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης του Όσκαρ Πιστόριους. Ο γείτονας του ζεύγους δεν είχε ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε μιλήσει με τον Παρολυμπιονίκη.
Αρχικά, ζητήθηκε από τον μάρτυρα να καταθέσει για την Ρίβα και εκείνος με τη σειρά του αναφέρθηκε στην γνωριμία τους.
“Ήρθε αυθόρμητα και με αγκάλιασε, άνοιξε την αγκαλιά της. Κατάλαβα τι άνθρωπος ήταν” είπε και στη συνέχεια τόνισε πως ο Πιστόριους τον είχε ρωτήσει τη γνώμη του για το εάν θα έπρεπε να προχωρήσει τη ζωή του με το θύμα. “Αυτή εδώ είναι για να την κρατήσεις'”, είπε αρχικά και όταν ρώτησε ο Πιστόριους για τα σχέδιά του να μετακομίσει από την Πρετόρια στο Γιοχάνεσμπουργκ: “Του απάντησα, ‘αν είναι για χάρη της νομίζω ότι αξίζει’ “, κατέθεσε ο μάρτυρας.
Τη βραδιά του φόνου, η σύζυγος του Νλενγκέθουα τον ξύπνησε και του είπε ότι άκουσε έναν πυροβολισμό. Οι δυό τους μετά άκουσαν έναν άνδρα να φωνάζει: “Οχι, μη, μη”. Ο Νλενγκέθουα είπε ότι δεν άκουσε γυναικεία κραυγή. Η κατάθεσή του υποστηρίζει την υπερασπιστική γραμμή Πιστόριους, σύμφωνα με την οποία οι φωνές που ακούστηκαν τη βραδιά του φόνου δεν ήταν της Στέενκαμπ, αλλά του ίδιου του Πιστόριους.
Αν η Στέενκαμπ είχε φωνάξει μεταξύ των τριών πυροβολισμών του Πιστόριους, αυτό θα αποτελούσε ένδειξη ότι ο αθλητής γνώριζε πως εκείνη βρισκόταν στο μπάνιο.
Στη συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε ότι όταν τελικά διαπίστωσε τι συνέβαινε και βγήκε έξω, “είδα τον Όσκαρ, ήταν γονατιστός δίπλα σε μία κυρία, που κείτετο εκεί. Ήταν σκεπασμένη με μία κουβέρτα. Εκείνος έκλαιγε. Ήταν μία δύσκολη στιγμή”.
Κατά τις επόμενες δύο εβδομάδες η υπεράσπιση θα συνοψίσει τα αποδεικτικά της στοιχεία πριν εκθέσει τα τελικά της επιχειρήματα στο τέλος του μήνα. Οι συνήγοροι υπεράσπισης στρέφουν το ενδιαφέρον τους τώρα προς την απελπισία του Πιστόριους μετά την δολοφονία της συντρόφου του.