Ολυμπιακός: Το Final Four που δεν έγινε ποτέ και το άλλο που δεν ήθελε κανένας στην Ελλάδα

Η φρενίτιδα και ο πανικός για το Final Four δεν ήταν αυτονόητα στο ξεκίνημα της σύγχρονης Ευρωλίγκας το 2001. Ο Γιάννης Φιλέρης θυμάται τους δυο πρωταθλητές Ευρώπης και το F4 της Μπολόνια, που δεν ήθελε κανένα κανάλι και κατέληξε στο TV Magic. Η ιστορία που έγραψαν Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός και οι ομάδες, παίκτες, προπονητές που πρωταγωνίστησαν
Κι όμως το Final Four στα πρώτα χρόνια της σύγχρονης EuroLeague δεν ήταν δεδομένο. Ούτε και η ζωντανή μετάδοσή του από την … ελληνική τηλεόραση. Κάτι σχεδόν αδιανόητο στις μέρες μας ήταν η πραγματικότητα, τουλάχιστον στην πρώτη διετία της διοργάνωσης, η οποία είχε προέλθει από την σφοδρή σύγκρουση με την FIBA και την απόσχιση πρώτα των μισών και εν συνεχεία όλων των κορυφαίων ομάδων της Ευρώπης.
Τον Μάιο του 2001, μάλιστα, είχαμε επί της ουσίας … δυο πρωταθλητές Ευρώπης. Τη Μακάμπι του Τελ Αβίβ, που νικούσε στον τελικό του Final Four της FIBA (Μπερσί, Παρίσι) τον Παναθηναϊκό και τη Βίρτους Μπολόνια η οποία επικρατούσε με 3-2 νίκες της Ταουγκρές (Μπασκόνια) στη μοναδική σειρά τελικών, που είδαμε ποτέ. Με διαφορά μιας ημέρας (10/5 η Βίρτους, 11/5 η Μακάμπι) οι δυο ομάδες πανηγύριζαν την κατάκτηση του τροπαίου, που μοιράστηκε στα δύο.
Το σχίσμα έχασκε ακόμα, αλλά δεν κράτησε για πολύ, τουλάχιστον ανάμεσα στα κλαμπ. Η ενσωμάτωση στην Ευρωλίγκα των ομάδων, που πρωταγωνίστησαν στην Σουπρολίγκα (έτσι είχε ονομάσει η FIBA τη βραχύβια δική της διοργάνωση, με την ονοματοδοσία της, μάλιστα, να γίνεται στη Θεσσαλονίκη, όπου εμφανίστηκαν με τα περίφημα καπελάκια ο Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς και ο Πάτρικ Μπάουμαν) ολοκλήρωσε μια μοναδική -για τα δεδομένα του επαγγελματικού αθλητισμού στην Ευρώπη- κίνηση. Να αναλάβουν την ευθύνη οι ίδιες οι ομάδες, αφήνοντας στην άκρη την διεθνή ομοσπονδία και δημιουργώντας επί της ουσίας ένα κλειστό κλαμπ, το οποίο … επαναστάτησε για να γίνει κατεστημένο.
Το Final Four μια (φαεινή) ιδέα του Στάνκοβιτς στο τέλος της δεκαετίας του 80 επέστρεψε το 2002, όταν όλοι συμφώνησαν ότι το ραντεβού των κορυφαίων τεσσάρων ομάδων είναι μια προτιμότερη διαδικασία από σειρά τελικών. Το Final Four αφορά ολόκληρη την Ευρωλίγκα, είναι η κορύφωση της χρονιάς για τέσσερις ομάδες, η ετήσια συνάντηση όλων των υπόλοιπων και έρχεται σε αντιδιαστολή με τη σειρά των τελικών, που αφορά αποκλειστικά δυο συλλόγους και τους οπαδούς τους.
Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια γίνεται κουβέντα για πιο αξιοκρατική ανάδειξη του πρωταθλητή Ευρώπης, αφού μια σειρά best of 5 (ή μήπως 7) ανακηρύσσει σίγουρα την καλύτερη ομάδα της σεζόν και όχι εκείνη η οποία θα νικήσει δυο νοκ-άουτ ματς, τα οποία γίνονται στο Final Four . Ειδικά σε ένα πρωτάθλημα 20 ομάδων, με 38 αγωνιστικές, οι τελικοί των πλέι-οφ σίγουρα αποδίδουν μεγαλύτερη δικαιοσύνη για τους πραγματικά κορυφαίους της χρονιάς…
Όπως και να’ χει η Μπολόνια, η έδρα της Βίρτους, φιλοξένησε το πρώτο Final Four της σύγχρονης ιστορίας το οποίο κατέληξε στον Παναθηναϊκό σε μια από τις πιο επικές, αν όχι την επικότερη εμφάνιση, της “πράσινης” ομάδας στη διοργάνωση. Ένα Final Four , που όπως και η Ευρωλίγκα ολόκληρη είχε αντιμετωπιστεί με περίσσια προκατάληψη από τα ελληνικά κανάλια.
Ο πόλεμος στους “πειρατές” όπως ονόμαζαν τότε τις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης ήταν ανηλεής, τα γήπεδα δεν γέμιζαν, μέχρι που ο Σωκράτης Κόκκαλης από τους ισχυρούς ιδρυτές και πρωταγωνιστές της δημιουργίας της νέας λίγκας, πήρε μια πολύ σημαντική απόφαση. Έδωσε την έγκριση να μεταδίδονται οι αγώνες του Ολυμπιακού από το TV Magic, το μικρό κανάλι του Πειραιά, δικής του ιδιοκτησίας, χωρίς πάντως πανελλαδική εμβέλεια.
Ένα Πάσχα στην Μπολόνια
Κανένας από τους μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς δεν αποφάσιζε να μπει στο παιχνίδι των δικαιωμάτων, είτε γιατί η Ευρωλίγκα ζητούσε … ένα πακτωλό εκατομμυρίων, είτε γιατί υπήρχε και ο φόβος των εγχώριων αντιδράσεων, κυρίως από την πλευρά του Γιώργου Βασιλακόπουλου, που εκείνη τη χρονιά θα αναλάμβανε την προεδρία της FIBA Europe. Το άλλοτε αφεντικό της ΕΟΚ ήταν φανατικός πολέμιος της EuroLeague, με το εμπάργκο στις μεταδόσεις να εξυπηρετεί την σκληρή γραμμή της πολιτικής του.
Η συγκυρία να συμπέσουν στο τοπ-16, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός και ΑΕΚ, εν τω μεταξύ, φούντωσε το ενδιαφέρον για τη διοργάνωση, με τους “ερυθρόλευκους”, μάλιστα, να έχουν το πλεονέκτημα απέναντι στις δυο άλλες ελληνικές ομάδες, με δυο νίκες επί της ΑΕΚ και καλύτερο γκολ-αβερέιτζ, στα ματς με τους “πράσινους”.
Η ήττα όμως, εντός έδρας, από την Ολίμπια Λιουμπλιάνας (με τα όργια του Μπένο Ούντριχ) έστειλαν στην Μπολόνια τον Παναθηναϊκό!
Το ερώτημα που τέθηκε στον Κόκκαλη ήταν λογικό: “Θα δείξουμε και το Final Four “; Η απάντηση ήταν καταφατική κι έτσι βρέθηκα στην … Μπολόνια, όχι σαν υπεύθυνος Τύπου της ΚΑΕ Ολυμπιακός, αλλά σαν απεσταλμένος του TV Magic. Είπαμε αδιανόητες καταστάσεις, αλλά σε μια τελείως διαφορετική εποχή, για το μπάσκετ (και τη δημοσιογραφία)…
Θυμάμαι ότι ο τελικός είχε γίνει ανήμερα του Πάσχα, την παραμονή στη Γενική Συνέλευση ο Παύλος και ο Θανάσης Γιαννακόπουλος είχαν κάνει ολομέτωπη επίθεση εναντίον του Τζόρντι Μπερτομέου ζητώντας τα ποσά που είχε υποσχεθεί η διοργάνωση χωρίς να τα … αποδώσει ποτέ, ενώ οι παλιότεροι φίλοι του ΠΑΟ έψαχναν να βρουν τρόπους για να παρακολουθήσουν το Final Four , από ένα κανάλι που σχεδόν μισούσαν!
Οι μεταδόσεις είχαν γίνει σχεδόν με πρωτόγονο τρόπο. Από ένα τηλέφωνο (!) που είχε αντικαταστήσει την κονσόλα, χωρίς επιστροφή, μετρώντας από μέσα μου δέκα δευτερόλεπτα για να βγω στον αέρα.
Κάπως έτσι, ωστόσο, ξεκινούσε η σύγχρονη ιστορία των Final Four της EuroLeague στη μορφή που ξέρουμε μέχρι σήμερα με τις όποιες ανακατατάξεις που ακολούθησαν. Τη μετατροπή της από μια διεθνή διοργάνωση υπό την εποπτεία της ULEB (της Ένωσης των λιγκών δηλαδή) σε μια εταιρεία 13 μετόχων, που αποφάσισαν στο τέλος να αποπέμψουν και τον Μπερτομέου, αναζητώντας λύση στο αδιέξοδο: Μια λίγκα με πολύ μεγάλη απήχηση και γεμάτα γήπεδα, να έχει δυσανάλογα μικρά έσοδα.
Τα πέντε του ΠΑΟ, το back to back του Ολυμπιακού…
Αφού λοιπόν ξεκίνησε ξανά η ιστορία, ήρθαν οι πρωταγωνιστές, οι νέοι ήρωες που μας συντρόφευσαν όλα αυτά τα χρόνια. Δεν είναι και λίγα. Εικοσιτέσσερα Final Four , μαζί με το φετινό, θα μετρήσουμε από το 2002 και εντεύθεν. Μόνο το 2020 στη χρονιά του κορωνοϊού δεν έγινε το ραντεβού των τεσσάρων κορυφαίων ομάδων, αφού η διοργάνωση διακόπηκε λόγω της πανδημίας.
Ο Παναθηναϊκός, πρωταθλητής Ευρώπης του 2002, είναι η ομάδα με τα περισσότερα τρόπαια. Πέντε τον αριθμό, καθώς οι “πράσινοι” θριάμβευσαν ξανά το 2007 εντός έδρας (στο ΟΑΚΑ), το 2009 στο Βερολίνο (νικώντας ξανά την ΤΣΣΚΑ όπως πριν από μια διετία), το 2011 στη Βαρκελώνη (σε … σχεδόν μεσημεριανό τελικό που επέβαλε η θρησκευτική γιορτή των Ισραηλινών της Μακάμπι) και μετά από 13 ολόκληρα χρόνια και αποχής από τα Final Four για 12 (τελευταία φορά ήταν στην Κωνσταντινούπολη) ξανά στο Βερολίνο το 2024.
Οι “πράσινοι” του Ομπράντοβιτς, με το τρισδιάστατο Δημήτρη Διαμαντίδη (και τον Βασίλη Σπανούλη, πριν φορέσει τα “ερυθρόλευκα”) και των άλλων άσων, ανάμεσα τους κορυφαίοι ξένοι όπως ο Ντέγιαν Μποντιρόγκα, ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους και οπωσδήποτε ο Μάικ Μπατίστ και φυσικά ο εμβληματικός αρχηγός Φραγκίσκος Αλβέρτης , οι διεθνείς Κώστας Τσαρτσαρής, Αντώνης Φώτσης και όλοι οι υπόλοιοι ήταν οι κυρίαρχοι της Ευρώπης τα πρώτα δέκα χρόνια του μιλένιουμ, δημιουργώντας τον μύθο με τα τέσσερα, τα πέντε και τα έξι αστέρια, που εν τέλει έγιναν εφτά.
Ο Εργκίν Αταμάν στον πάγκο, ο Κώστας Σλούκας ένα χρόνο μετά την μετακόμιση του από τον Ολυμπιακό, ο Ματίας Λεσόρ και ο Κέντρικ Ναν ήταν αυτοί που ξανάφεραν τον Παναθηναϊκό στον αφρό και την ελίτ της Ευρώπης, πριν από δυο χρόνια.
Ο Ολυμπιακός εν τω μεταξύ, που είχε τον τίτλο της κορυφαίας ομάδας της δεκαετίας του 90 (με το τριπλ-κράουν του 97, δυο τελικούς και ένα ακόμα Final Four ) έβγαινε από το τέλμα το 2009. Η διαδοχή στην ηγεσία της ΚΑΕ από τους αδερφούς Αγγελόπουλους, ξανάφερε τους “ερυθρόλευκους” σε ένα Final Four , μετά από μια δεκαετία! Με τον Παναγιώτη Γιαννάκη στον πάγκο, οι Πειραιώτες έδωσαν το παρών και την επόμενη χρονιά στο ραντεβού, παίζοντας μάλιστα στον τελικό του 2010, γνωρίζοντας την ήττα από την Μπαρτσελόνα.
Ήταν ο πρώτος από τους έξι τελικούς, στους οποίους εμφανίστηκε ο Ολυμπιακός, η ομάδα η οποία φέτος θα γράψει 15 συμμετοχές στο Final Four . Από το 2002 και μετά έχει 12, τις περισσότερες μετά την ΤΣΣΚΑ (18).
Οι Πειραιώτες έχασαν άλλους τρεις τελικούς (στα γήπεδα της Ρεάλ και της Φενέρ, αλλά και στο Κάουνας με το καλάθι του Γιουλ) αλλά έχουν σαν παράσημο τους συνεχόμενους τίτλους το 2012 και το 2013. Στον πρώτο (στην Κωνσταντινούπολη) με κόουτς τον Ντούσαν Ίβκοβιτς έκανε τη μεγαλύτερη έκπληξη, με την επιστροφή από το -19 και το καλάθι του θρυλικού Γιώργου Πρίντεζη που έριξε στο καναβάτσο την ΤΣΣΚΑ και ένα χρόνο αργότερα με μια επιβλητική εμφάνιση και την κατοστάρα κόντρα στη Ρεάλ.
Ο Βασίλης Σπανούλης μια τεράστια μορφή των Final Four , ήταν ο άνθρωπος που έγραψε την ιστορία με κόκκινα γράμματα. Τα κατορθώματα του στους ημιτελικούς του 15 και του 17 είναι επίσης χαρακτηριστικά, με τον Ολυμπιακό του Γιάννη Σφαιρόπουλου να προκαλεί διπλό σοκ στην ΤΣΣΚΑ.
Παίκτες όπως ο Κώστας Παπανικολάου, ο Κώστας Σλούκας, ο Βαγγέλης Μάντζαρης, ο Ιωάννης Παπαπέτρου, ξένοι σαν τον Κάιλ Χάινς και τον Έισι Λο, της ομάδας, με τον κόουτς Γιώργο Μπαρτζώκα να επιστρέφει το 2020 στο λιμάνι και να οδηγεί ξανά τους Πειραιώτες στην ευρωπαϊκή καταξίωση. Ο Ολυμπιακός σταμάτησε το 17 και επέστρεψε στο Final Four το 2022 στο Βελιγράδι. Από τότε δεν έλειψε ποτέ, φέτος είναι η πέμπτη συνεχόμενη εμφάνιση του με την τέταρτη Ευρωλίγκα να παραμένει ο μεγάλος στόχος!
Ο Μπαρτζώκας, φέτος, θα μετρήσει το έβδομο Final Four (έξι με τον Ολυμπιακό, ένα με την Λοκομοτίβ Κουμπάν ίσως την πιο “άσημη” ομάδα που έπαιξε ποτέ σε ένα φάιναλ-φορ) έχοντας σαν ορόσημο την κατάκτηση του 13, έγινε ο κόουτς του Ολυμπιακού με τις περισσότερες συμμετοχές στην κορυφαία συνάντηση του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Το… άγχος της ΤΣΣΚΑ
Τα πέντε σερί του Ολυμπιακού είναι η δεύτερη καλύτερη επίδοση μετά από εκείνες της ΤΣΣΚΑ. Δυο φορές σε αυτά τα χρόνια η ρωσική ομάδα έγραψε από οκτώ συνεχόμενα Final Four . Συνολικά έπαιξε σε 18, ένας αριθμός που θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος αν η ρωσική ομάδα δεν έμενε εκτός διοργάνωσης λόγω της εισβολής στην Ουκρανία.
Η ΤΣΣΚΑ στην αρχή, τουλάχιστον, έπεφτε σε τοίχο. Ακόμη και στην καλύτερη της σεζόν (2004-05) στην οποία έμοιαζε ανίκητη, με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς στον πάγκο και το Final Four στη Μόσχα έχασε στον ημιτελικό από την τρομερή ΤAU και έμεινε εκτός νυμφώνος. Τελικά το 2006 τα κατάφερε, έχοντας πλέον τον Έτορε Μεσίνα και πρωταγωνιστή τον Θοδωρή Παπαλουκά, που μέσα στο Final Four της Πράγας έκανε τα παιχνίδια της ζωής του.
Δυο χρόνια αργότερα στη Μαδρίτη (πάλι με τον Μεσίνα) έγινε ξανά πρωταθλήτρια και έπρεπε να περάσει άλλη μια οκταετία και με τον Δημήτρη Ιτούδη προπονητή να πάρει άλλα δύο Κύπελλα, μπαίνοντας πίσω από τον Παναθηναϊκό στη σειρά των πολυτροπαιούχων. O Νάντο Ντε Κολό, ο Μίλος Τεόντοσιτς, ο Κάιλ Χάινς βέβαια και ο Γουίλ Κλάιμπερν ήταν τα αστέρια της πολύ μεγάλης ρωσικής ομάδας.
Σε αυτή τη διαδρομή, πλην των ομάδων που αναφέραμε πρωταγωνίστησαν ακόμα:
👍 Η Μακάμπι του Πίνχας Γκέρσον, που αφού γλίτωσε στο παραπέντε ένα πρωτοφανές κάζο (ο Ντέρικ Σαρπ πήγε τον τελευταίο κρίσιμο αγώνα με τη Ζάλγκιρις στην παράταση με ένα τρίποντο προσευχή κι ενώ πριν ο Γκούστας είχε 0/2 βολές, όπου οι Ισραηλινοί νίκησαν και πέρασαν στο Final Four του Τελ Αβίβ) κέρδισε δυο συνεχόμενους τίτλους με την σπουδαία ομάδα των Γιασικεβίτσιους, Πάρκερ, Βούιτσιτς. Το 118-74 επί της Σκίπερ (Φορτιτούτο) Μπολόνια, παραμένει σαν ρεκόρ πόντων και διαφοράς σε τελικό, αν και το έπος της Μακάμπι ήρθε ένα χρόνο αργότερα σε ένα σπουδαίο τελικό εναντίον της ΤAU…
✍ Η Ρεάλ Μαδρίτης του Πάμπλο Λάσο επέστρεψε για τα καλά στο προσκήνιο. Μπορεί το 2013 να έχασε με κατοστάρα από τον Ολυμπιακό, δυο χρόνια αργότερα, όμως, έπαιρνε ρεβάνς από τους “ερυθρόλευκους” και μετά από 20 ολόκληρα χρόνια κατακτούσε εκ νέου την κορυφή της Ευρώπης. Θα ακολουθούσαν άλλοι δυο τίτλοι, που έκαναν συνολικά τα τρόπαια των “μερένγκες” 11. Στο Μπερναμπέου ανακαίνισαν εκτός των άλλων και την αίθουσα των τροπαίων. Η Ρεάλ είναι σίγουρα μια από τις καλύτερες (αν όχι η καλύτερη) των τελευταίων δέκα ετών, έχασε άλλους τρεις τελικούς, αλλά θα δώσει και φέτος το παρών στο Final Four . Το 11ο μετά το 2011! Η παρέα των Γιουλ, Ροντρίγκεθ, Ρούντι και των λοιπών αστέρων έγραψε τη δική της ιστορία.
👍Η Μπαρτσελόνα έσπασε την κατάρα που την κατέτρεχε από τo 1984 όταν πρωτοεμφανίστηκε σε τελικό. Έχασε πέντε, ανάμεσα τους κι εκείνους με Παναθηναϊκό (το 1996) και Ολυμπιακό (το 1997). Τελικά το 2003 μέσα στη Βαρκελώνη και το Παλαού Σαν Τζόρντι, ο Σβιέτισλαβ Πέσιτς στον πάγκο, ο Μποντιρόγκα, ο Γιασικεβίτσιους και Φούτσκα στο παρκέ, νίκησαν τη Σιένα και οι μπλαουγκράνα στέφθηκαν επιτέλους πρωταθλητές Ευρώπης. Εφτά χρόνια μετά, ο Χουάν Ναβάρο που το 2003 ήταν 23 ετών, είχε γίνει αρχηγός της Μπάρτσα και μαζί με τον Πιτ Μάικλ και τον Ρίκι Ρούμπιο έδιναν στην καταλανική ομάδα του Τσάβι Πασκουάλ τη δεύτερη κούπα.
✍ Στο τέλος της 25ετίας εμφανίστηκαν και οι Τούρκοι. Πρώτα ήρθε η Φενέρ. Με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς στην αρχή και τον Σάρας Γιασικεβίτσιους στη συνέχεια, το λαοφιλέστερο κλαμπ της γειτονικής χώρας, πήρε 2 φορές την Ευρωλίγκα (2017, 2025) μετρώντας με το φετινό οκτώ Final Four από το 2015 και μετά. Μια σπουδαία επίδοση για τα “καναρίνια” που είχαν αυτή τη δεκαετία πολύ σπουδαίους μπασκετμπολίστες: Μπογκτάνοβιτς, Σλούκας, Ούντο, Βέσελι, Νάναλι (το 17) Γκούντουριτς, Χέιζ Ντέιβις, Μακόλουμ (πέρσι).
✍ Η Εφές του Εργκίν Αταμάν, που πήρε την Αναντολού από τον πάτο της βαθμολογίας το 2018 και την μεταμόρφωνε σε πρωταγωνίστρια. Με ένα χαμένο τελικό το 2019 αλλά και ένα εντυπωσιακό back to back (2021,22) – η τρίτη ομάδα μετά από Μακάμπι και Ολυμπιακό, που κατάφερε κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε μάλιστα να έχει πάρει ένα ακόμη Κύπελλο αν το 2020 δεν την σταματούσε η πανδημία! Το δίδυμο Λάρκιν-Μίτσιτς, μια έμπνευση του Αταμάν και οι υπόλοιποι απογείωσαν μια ομάδα χωρίς το λαϊκό έρεισμα της Φενέρ, αλλά με απολαυστικό μπάσκετ…