Η Cupra μας πήγε Μαδρίτη να δούμε τον αγώνα της Formula E και θυμηθήκαμε γιατί λατρεύουμε το motorsport

Κάθε μορφή motorsport έχει τις δικές της απολήξεις στο νευρικό σύστημα των ανθρώπων που ζουν και αναπνέουν για τα αυτοκίνητα, οπότε η επίσκεψη στη Μαδρίτη για την παρακολούθηση του E-Prix που πραγματοποιήθηκε εκεί το Σάββατο 21 Μαρτίου, ήταν μια πραγματικά ξεχωριστή εμπειρία.
Ως δημοσιογράφος αυτοκινήτου, ξεχωρίζεις τα ταξίδια. Πάντα έχεις ένα ενδιαφέρον στοιχείο που είναι το καινούργιο αυτοκίνητο για το οποίο ταξιδεύεις προκειμένου να πάρεις μια πρώτη γεύση. Από εκεί και πέρα, είναι κάποια ταξίδια από τα οποία στη μνήμη σου μένουν για το μέρος που θα βρεθείς έστω και για λίγο. Άλλα τα θυμάσαι για τους ανθρώπους που συναντάς. Υπάρχουν όμως και κάποιο πιο σπάνια, τα οποία γίνονται για να δώσουν κάτι παραπάνω από μια απλή εμπειρία.
Το τετραήμερο στη Μαδρίτη, καλεσμένος της Cupra για τον αγώνα της Formula E στην Jarama -όπου η μάρκα εκτός από συμμετέχουσα στο θεσμό, ήταν και Χορηγός Τίτλου- ανήκει ξεκάθαρα στην τρίτη κατηγορία. Και ίσως να είναι κι από εκείνα που, όσο κι αν προσπαθήσεις να τα βάλεις σε λέξεις, πάντα κάτι θα ξεφεύγει. Ένα συναίσθημα, μια λεπτομέρεια, ένας ήχος. Γιατί ναι, ακόμα και σε μια κατηγορία που πολλοί συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν με καχυποψία λόγω της “σιωπής” των ηλεκτρικών μονοθεσίων, η εμπειρία είναι εκκωφαντική.
Όχι απαραίτητα σε ντεσιμπέλ, αλλά σε ένταση. Η Jarama δεν είναι απλώς μια πίστα. Είναι ένας χώρος με μνήμη. Μπαίνοντας μέσα, νιώθεις ότι κουβαλάει ιστορίες δεκαετιών, ότι έχει δει μονομαχίες που έχουν γράψει ιστορία και αυτό δημιουργεί ένα περίεργο κοντράστ με τη Formula E, την πιο “φουτουριστική” μορφή motorsport. Παρελθόν και μέλλον να συνυπάρχουν στο ίδιο κομμάτι ασφάλτου και κάπου εκεί, εσύ, θεατής και ταυτόχρονα μάρτυρας της ιστορίας που γράφεται μπροστά σου, σε πραγματικό χρόνο και προφανώς, με πραγματικούς ήρωες.
Από την πρώτη στιγμή, η διοργάνωση σε τραβάει μέσα της. Δεν υπάρχει αυτή η αποστασιοποίηση που συναντάς συχνά σε άλλες κατηγορίες. Εδώ είσαι κοντά. Πολύ κοντά. Βλέπεις τα μονοθέσια να περνούν με απίστευτη ακρίβεια από σημεία που μοιάζουν ασφυκτικά. Ακούς το χαρακτηριστικό σφύριγμα του ηλεκτρικού κινητήρα να ανεβαίνει σε συχνότητα καθώς επιταχύνουν (από στάση στα 100 χλμ./ώρα φτάνουν σε 1,8” και τελικιάζουν στα 322 χλμ./ώρα), σχεδόν σαν κάτι ζωντανό. Και καταλαβαίνεις ότι αυτό που βλέπεις δεν είναι “υποκατάστατο” του παραδοσιακού motorsport.
Είναι κάτι διαφορετικό. Και ίσως, με τον δικό του τρόπο, εξίσου εθιστικό. Δεν σας κάνω τον προοδευτικό, ούτε και θέλω να χαϊδέψω αυτιά. Δεν είναι ότι δεν θα μου άρεσε αν τα μονοθέσια ακουγόντουσαν πιο πολύ και είχαμε ένα soundtrack από κινητήρα εσωτερικής καύσης. Αυτό που είδα και άκουσα (ναι, άκουσα) ήταν καθηλωτικό και σας πληροφορώ, πως κατά τη διάρκεια του αγώνα, έπιασα τον εαυτό μου να έχει ανεβάσει παλμούς και να “στέκομαι στις μύτες” των παπουτσιών από την αγωνία της εξέλιξης των μαχών μέσα στην πίστα.
Στην πιστάρα της Jarama που δεν θα βαρεθώ να σας τη λέω έτσι. Γενικά, όλες οι πίστες που έχουν υψομετρικές διαφορές μέσα στη χάραξή τους, έχουν ένα ενδιαφέρον παραπάνω από όσες είναι flat. Εδώ, στην περίπτωση της Ισπανικής πιστάρας, η χάραξη είναι ιδιαίτερα τεχνική και αυτή κάνει τη Jarama (διαβάζεται Χαράμα) πραγματικό… χάρμα για το θεατή. Ο θεατής, ο οποίος πρέπει να σας πω πως είναι επίσης μέρος της εμπειρίας. Οι κερκίδες σε όλα τα σημεία της πίστας, δίνουν χρώμα και παλμό.
Στο πιο “ανοιχτό” κομμάτι, όπου συνδυάζεται και λόφος με γρασίδι, βλέπεις και πολλούς με διάθεση camping που στρώνουν σκηνές και αλεξήλια για να αράξουν από κάτω και να απολαύσουν καφέ ή φαγητό ανάμεσα στην αγωνιστική δράση. Πιο χαλαρό, πιο ανοιχτό, πιο συμμετοχικό. Δεν υπάρχει αυτή η βαριά, σχεδόν ιεραρχική αίσθηση που συχνά συνοδεύει άλλες διοργανώσεις. Εδώ βλέπεις οικογένειες, νέους, ανθρώπους που ίσως δεν έχουν μεγαλώσει με motorsport αλλά έρχονται να ζήσουν κάτι νέο. Και αυτό δίνει έναν τόνο σχεδόν φεστιβαλικό στις ημέρες της αγωνιστικής δράσης- και ειδικά στο “κυρίως πιάτο” του Σαββάτου.
Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε. Όσο όμορφα κι αν είναι όλα αυτά, η καρδιά της εμπειρίας είναι ο αγώνας. Και εκεί, η ένταση ανεβαίνει απότομα. Η εκκίνηση είναι χαοτική με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τα μονοθέσια στριμώχνονται, ψάχνουν χώρο, οι οδηγοί παίζουν με χιλιοστά. Και κάπου εκεί αρχίζει να ξετυλίγεται μια ιστορία που, τουλάχιστον για την πλευρά της Cupra, είχε όλα τα στοιχεία ενός μικρού έπους.
Ξεκινώντας από πιο πίσω θέσεις, χωρίς το προφανές πλεονέκτημα της καθαρής εκκίνησης, οι οδηγοί της ομάδας είχαν μπροστά τους μια αποστολή που απαιτούσε υπομονή, στρατηγική και πάνω απ’ όλα, γερά νεύρα, κάτι που έδειξαν πως διαθέτουν. Κάθε γύρος ήταν μια μικρή μάχη. Δεν υπήρχαν εύκολες προσπεράσεις. Η Jarama δεν συγχωρεί. Είναι στενή, τεχνική, απαιτητική. Για να κερδίσεις θέση πρέπει να τη “χτίσεις”. Να πιέσεις τον αντίπαλο, να τον αναγκάσεις σε λάθος, να εκμεταλλευτείς το παραμικρό άνοιγμα. Και οι οδηγοί της Cupra το έκαναν ξανά και ξανά.
Ειδικά ο βρετανός Νταν Τίκτουμ. Αν υπήρχε ένας πρωταγωνιστής στο αφήγημα αυτού του αγώνα, ήταν αυτός. Η οδήγησή του είχε μια ένταση σχεδόν θεατρική (όπως και η εμφάνισή του την παραμονή του αγώνα με το καρό τζάκετ και το αντίστοιχο καπέλο). Δεν ήταν απλώς γρήγορος. Ήταν επιθετικός με τρόπο που σε κρατούσε στην άκρη του καθίσματός σου. Κάθε του κίνηση είχε σκοπό. Κάθε του προσπέραση έμοιαζε με δήλωση. Τον έβλεπες να ανεβαίνει θέσεις, μία-μία, μεθοδικά αλλά και με εκείνη τη σπίθα που ξεχωρίζει τους καλούς από τους πραγματικά ξεχωριστούς.
Υπήρχαν στιγμές που έμοιαζε να οδηγεί στο όριο του ελέγχου, να παίζει με τη γραμμή ανάμεσα στο “θα το βγάλω” και στο “θα το χάσω”. Και κάθε φορά, για το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα, το έβγαζε. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβει σχεδόν κανείς με ακρίβεια, βρέθηκε να διεκδικεί βάθρο. Στην πραγματικότητα, κρατούσε στα χέρια του την τρίτη θέση του αγώνα μέχρι την τελευταία στροφή, ενώ βρέθηκε και στο πρώτο σκέλος να κρατάει και την πρώτη θέση για αρκετή ώρα.
Αυτό ήταν το στοιχείο που μου άλλαξε και την εμπειρία ως θεατή. Από την απόλαυση της παρακολούθησης ενός motorsport event, πέρασα στην αγωνία της προσδοκίας για τη χαρά ενός νέου οδηγού που θα έφτανε το μέχρι πρότινος αδιανόητο αποτέλεσμα, σε έναν αγώνα που ακόμα και η πέμπτη θέση θα ήταν επιτυχία. Η αλήθεια είναι πως το θέαμα “σε παίρνει μαζί του”, είτε το θέλεις, είτε όχι. Όλοι όσοι έχουν παρακολουθήσει κάποια μορφή αγώνα μέσα σε πίστα, ξέρουν ακριβώς το συναίσθημα. Κάθε γύρος μοιάζει πιο μικρός, πιο γρήγορος, πιο κρίσιμος.
Οι τελευταίοι γύροι είναι σχεδόν βασανιστικοί. Η ένταση ανεβαίνει, οι διαφορές μικραίνουν, και ξέρεις ότι όλα μπορούν να κριθούν σε μια στιγμή. Όλα έχουν οδηγήσει εκεί, καθώς όλη η προσπάθεια, όλες οι προσπεράσεις, όλη η ένταση του αγώνα συμπυκνώνεται σε λίγα δευτερόλεπτα. Και εκεί, στο πιο σκληρό σημείο της διαδρομής, στην τελευταία -κυριολεκτικά- στροφή του αγώνα, ο Τίκτουμ χάνει την τρίτη θέση. Αποστασιοποιημένα, θα πω πως είναι από εκείνες τις στιγμές που το motorsport δείχνει το πιο ωμό του πρόσωπο.
Δεν υπάρχει “άξιζε”, υπάρχει μόνο το αποτέλεσμα και αυτό πονάει λίγο περισσότερο όταν έχεις δει την πορεία που προηγήθηκε. Ο σαφώς πιο έμπειρος Πασκάλ Βερλέν της Porsche, βούτηξε και πήρε με τσαμπουκά την εσωτερική από τον 26χρονο Νταν Τίκτουμ και μαζί την τρίτη θέση. Όταν έπεσε η καρό σημαία, επικράτησε μια περίεργη αίσθηση στο χώρο φιλοξενίας της Cupra. Ήταν μια μίξη ικανοποίησης και ανεκπλήρωτου. Οι οδηγοί της Cupra μπορεί να μην πήραν το βάθρο, αλλά κέρδισαν κάτι άλλο πιο σημαντικό και αυτό ήταν ο σεβασμός από όλους τους αντιπάλους.
Για την ιστορία, η ομάδα Jaguar TCS Racing έκανε το 1-2 στο 2026 CUPRA Raval Madrid E-Prix. Νικητής του πρώτου E-Prix της Μαδρίτης στη Jarama, στο CUPRA Raval Madrid E‑Prix, αναδείχθηκε ο Αντόνιο Φίλιξ ντα Κόστα, με τον Μιτς Έβανς να τερματίζει στη δεύτερη θέση. Πίσω τους, ο όπως είπαμε και πριν πιο τολμηρός, Πασκάλ Βερλέν της Porsche Formula E Team. O Νταν Τίκτουμ της Cupra, ακολούθησε ενώ είχε εκκινήσει ένατος και ο έτερος οδηγός της Cupra, ο Ισπανός Γιόσεπ Μαρία Μάρτι, (Cupra Kiro, όπως είναι η πλήρης ονομασία της ομάδας) τερμάτισε 9ος, ενώ είχε ξεκινήσει 12ος.
Φεύγοντας από την πίστα, κουβαλάς μαζί σου κάτι περισσότερο από εικόνες. Είναι η αίσθηση της ταχύτητας που ακόμα “παίζει” στο μυαλό σου. Είναι οι στιγμές έντασης που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Είναι εκείνη η τελευταία στροφή που σκέφτεσαι “τι θα γινόταν αν…”. Και φυσικά, είναι και η ίδια η εμπειρία της Formula E. Μια διοργάνωση που δεν προσπαθεί να αντιγράψει τίποτα. Που στέκεται στα πόδια της, με τα δικά της χαρακτηριστικά, και σου προσφέρει κάτι διαφορετικό, κάτι πιο άμεσο, πιο σύγχρονο, ίσως και πιο ανθρώπινο.
Η Μαδρίτη βοήθησε κι αυτή με τον τρόπο της. Η ενέργεια της πόλης, ο ρυθμός της, το φως της, όλα έδεσαν με αυτό που ζούσαμε στην πίστα από την Παρασκευή έως και το Σάββατο. Ήταν σαν να υπήρχε μια συνέχεια, μια ροή από την πόλη στον αγώνα και πίσω. Όλες οι μετακινήσεις μας, έγιναν με ένα ακόμα ιδιαίτερο “συστατικό” που έκανε το ταξίδι αυτό, αξιομνημόνευτο. Το Cupra Terramar Tribe Edition, με αυτό το εντυπωσιακό πράσινο σατινέ χρώμα (Manganese Matt το λέει η Cupra) στην PHEV εκδοχή του, έκανε ακόμα πιο όμορφη την παραμονή μας στην πρωτεύουσα της Ισπανίας.
Άνετο, γρήγορο και ιδιαίτερα σπορ, το SUV της Cupra που είχαμε στη διάθεσή μας, ήταν το καλύτερο “συμπλήρωμα” για την ιδιαίτερη αυτή εμπειρία που ζήσαμε τις ημέρες που βρεθήκαμε εκεί. Μας “άναβε” με το δυναμισμό του το πρωί, πηγαίνοντας στην πιστάρα να απολαύσουμε αγωνιστική δράση και το απόγευμα, μας γύριζε στη βάση, κρατώντας μας “στα πούπουλα” με τη μαλακή ρύθμιση της ανάρτησης στο πρόγραμμα οδήγησης Comfort και τα υπέροχα υποστηρικτικά καθίσματα.
Όπως όλα τα Cupra που έχουμε οδηγήσει κατά καιρούς, έτσι και αυτό, δεν είναι μόνο ότι “σε φτιάχνει” κοιτώντας το αλλά σου δίνει και την extra essense του σπορ μοντέλου, ακόμα και αν μιλάμε για SUV μοντέλο- όπως στην προκειμένη περίπτωση. Ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη η PHEV υπόσταση που περιορίζει σημαντικά την κατανάλωση του καυσίμου, ενώ σου δίνει και τη δυνατότητα κίνησης αμιγώς ηλεκτρικά, όπως κατ΄ αντιπαραβολή, το σπορ ηχόχρωμα που γεμίζει την καμπίνα μέσω των ηχείων, όταν ο οδηγός επιλέξει το πρόγραμμα οδήγησης Cupra.