ΠΑΟΚ: Το κ@@@μπάρεμα και οι καράβλαχοι του Τρινκιέρι

Ο Αντρέα Τρινκιέρι επιστρέφει έπειτα από 13 χρόνια στην Ελλάδα για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία του ΠΑΟΚ και ο Βασίλης Σκουντής σκιαγραφεί το προφίλ ενός sui generis τύπου που γι αλλού ξεκίνησε κι αλλού τον πήγε η μοίρα…
Με το που άκουσα χθες ότι ο ΠΑΟΚ κόρταρε τον Αντρέα Τρινκιέρι και εντέλει τον έψησε να αναλάβει την τεχνική ηγεσία του, αυτομάτως και ασυναίσθητα μου ΄ρθε στο μυαλό η γνωστή ατάκα του Καραγκιόζη!
Ε, ρε γλέντια!
Το εννοώ αυτό και δεν το γράφω υποτιμητικά και ειρωνικά, αλλά αποθεωτικά, διότι όντως η είδηση της επιστροφής του στην Ελλάδα έπειτα από 13 χρόνια εμπίπτει στα breaking news και στα χαράς ευαγγέλια!
Αυτός, λοιπόν, ο τύπος δεν θα έπρεπε να συστήνεται ως προπονητής μπάσκετ…
Είναι τέτοιος βεβαίως, αλλά πιο πολύ είναι κάτι άλλο…
Ένας avenger!
Ο “εθνικός σταρ”!
Όντως με όλα όσα έχει διαπράξει στην καριέρα του μπορεί να ταυτοποιείται και ως εκδικητής και μένει να φανεί εάν θα πάρει αυτή τη ρεβάνς και στα μέρη μας, όπου γνώρισε την απαξίωση, επειδή φορούσε τάχα αστεία γυαλιά, έπαιζε, λέει, παντομίμα στους πάγκους, δεν τον ένοιαζε που ξεζωνόταν το πουκάμισο του και το παρουσιαστικό του παρέπεμπε στον αλήστου μνήμης “εθνικό σταρ” Ανδρέα Ευαγγελόπουλο!
Επιστρέφει τώρα, λοιπόν, με την προσδοκία του ιδίου και του οργανισμού του ΠΑΟΚ να αναδειχθεί νικλητής στο ματς του ενός εκατομμυρίου.
Επίτηδες το γράφω αυτό, διότι αποτελεί μια δική του αγαπημένη έκφραση που την είχε λανσάρει σε μια συνέντευξη Τύπου στο Τουρνουά Ακρόπολις τον Αύγουστο του 2013, πριν από το ΕuroΒasket στη Σλοβενία…
Δυστυχώς τότε δεν μας έκατσε το εκατομμύριο, αλλά του διοπτροφόρου και αγλαού προπονητή μπορεί να του κάτσει τώρα!
Το σταυροδρόμι των λαών
Ο Τρινκιέρι είναι όντως ένα case study, απ’ όπου κι αν τον πιάσει κι όπως και να τον ξεσκονίσει κάποιος, αρχής γενομένης από το γενεαλογικό δένδρο του που αποτελεί ένα πραγματικό σταυροδρόμι των λαών, εξ ου και ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας του…
Ο παππούς του είχε γεννηθεί στον Παναμά και διετέλεσε πρόξενος της Ιταλίας στη Βοστώνη, ο πατέρας του ονόματι Πολ είναι Αμερικανός υπήκοος, ενώ η σκούφια της μητέρας του, της Ταμάρα βαστάει από τη Ριέκα της Κροατίας!
Οι γονείς του συναντήθηκαν και ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκαν στο Μιλάνο, όπου μεγαλώνοντας ο Αντρέα δοκίμασε διάφορα σπορ: έπαιξε τένις και γουότερ πόλο, ασχολήθηκε για λίγο με την ξιφασκία και το χειμερινό σκι, «ενώ το πέρασμα μου από τα γήπεδα του μπάσκετ ήταν σκέτο ανέκδοτο, διότι ήμουν εντελώς ατάλαντος και ανεπίδεκτος μαθήσεως», όπως μου είχε πει σε μια απολαυστική συνέντευξη μας το 2013, μεσούσης της βραχύβιας και θνησιγενούς θητείας του στον πάγκο της Εθνικής.
Το Χάρβαρντ και τα 20 μπλουζάκια
Ως παίκτης υπήρξε όντως μια άσχημη καρικατούρα και γι’ αυτό σε ηλικία 19 ετών κι αφού έκρινε πως κάθε προσπάθεια του να σταδιοδρομήσει εντός των τεσσάρων γραμμών θα κατέληγε σε φιάσκο, αποφάσισε να περάσει έξω από τις τέσσερις γραμμές και να διδάσκει αυτό που οι ίδιος δεν έμαθε ποτέ!
Η απόφαση του ήταν εύκολη γι’ αυτόν, αλλά πολύ δύσκολη για την οικογένεια του. “Όταν είπα στους γονείς μου πως θα γίνω προπονητής του μπάσκετ, έπαθαν σοκ. Ο πατέρας μου με προόριζε για ακαδημαϊκή καριέρα, μάλιστα επρόκειτο να σπουδάσω Ιστορία και ξένες γλώσσες στο φημισμένο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αλλά εγώ ήδη είχα προσβληθεί από το μικρόβιο του μπάσκετ και στύλωσα τα ποδάρια μου, λέγοντας στους εμβρόντητους γονείς μου “’ή με αφήνετε να γίνω προπονητής μπάσκετ με το καλό ή ξεχάστε με””!
Το βέτο έπιασε τόπο και στο προπονητικό πρωτόλειο του ο Αντρέα ανέλαβε να καθοδηγήσει μια ακαδημία στο Μιλάνο.
“Με τον πρώτο μισθό μου πήγα σε μια βιοτεχνία ρούχων για να φτιάξω είκοσι μπλουζάκια που τα μοίρασα στους παίκτες μου γράφοντας πάνω μια φράση που ήθελα να την εντυπώσουν στο μυαλό τους ως στάση ζωής: Εάν δεν δίνετε το 100% σε κάθε προσπάθεια σας, θα το κάνει κάποιος άλλος και τότε θα βλέπετε συνεχώς τις πλάτες του”!
Από τότε αυτό το μότο έχει γίνει η αταλάντευτη στάση ζωής του, αλλά φροντίζει να το γαρνίρει αναλόγως της κάθε περίστασης…
“Αλλάξτε μου δωμάτιο για να εμπνέομαι”
Μού είχε εκμυστηρευθεί τότε (Αύγουστος του 2013) μεσούσης της προετοιμασίας της Εθνικής ενόψει του EuroBasket τα εξής:
“Την πρώτη ημέρα της προετοιμασίας στο Καρπενήσι ξύπνησα αξημέρωτα, ρέμβαζα στις πλαγιές του Τυμφρηστού και σκέφτηκα πως από εκεί άρχιζε η θέα προς το όνειρο. Όταν κατεβήκαμε στην Αθήνα ζήτησα από τη διεύθυνση του ξενοδοχείου “Divani Caravel” να μου αλλάξουν δωμάτιο και να μου δώσουν ένα με θέα στην Ακρόπολη, για να τη βλέπω κάθε πρωί και να εμπνέομαι“.
Τούτου δοθέντος, ας φροντίσουν ο Τέλης Μυστακίδγης, ο Νίκος Βευρτζής, ο Νίκος Μπουντούρης και οι λοιποί επιτελείς του ΠΑΟΚ να του βρουν το σωστό δωμάτιο ώστε να ρεμβάζει προς όποια κατεύθυνση του φτιάχνει τη διάθεση, τού δίνει οίστρο και τού εξάπτει τη φαντασία.
Το κ@@@μα και οι καράβλαχοι!
Η πρώτη λέξη που ο Τρινκιέρι έμαθε ερχόμενος στην Ελλάδα ήταν η “άμυνα”, αλλά στον ενάμιση μήνα που έμεινε εδώ φρόντισε από την πρώτη στιγμή να γίνει ένας σαν εμάς!
Στην τρίτη εβδομάδα του κατάφερε να κλίνει κιόλας τα ρήματα: Εγώ καταλαβαίνω, εσύ καταλαβαίνεις, αυτός καταλαβαίνει και πάει λέγοντας…
Έμαθε βεβαίως από την πρώτη στιγμή και τις… κακές ή τις περίεργες ελληνικές λέξεις και μάλιστα έλεγε ότι “μισώ το κωλομπαριλίκι που κάνουν κάποιοι περνώντας τους άλλους για καράβλαχους“!!!
Ο Τρινκιέρι δεν συμφωνεί απολύτως με την κρατούσα άποψη πως Ελληνες και Ιταλοί είμαστε una faccia, una razza. “Έχουμε πολλές ομοιότητες στον χαρακτήρα και στη συμπεριφορά, μας ενώνει το μεσογειακό ταμπεραμέντο, , αλλά υπάρχουν και αρκετές διαφορές” επισημαίνει.
Η Χιροσίμα και ο Βεζούβιος
Ο ίδιος, γεννημένος άλλωστε στις 6 Αυγούστου του 1968 ανήμερα τη θλιβερή επέτειο από τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, είναι ζωσμένος με τα δικά του εκρηκτικά και απλώς προσπαθεί να τα καμουφλάρει, αλλά συνήθως προδίδεται!
“Δεν εκρήγνυμαι συχνά και εύκολα, αλλά επειδή είμαι ευαίσθητος ως χαρακτήρας, όταν νιώθω ότι απειλούμαι ή με προσβάλλουν ή με συκοφαντούν, τότε γίνομαι σκέτη ατομική βόμβα! Η ευαισθησία μου άλλοτε με έχει ωφελήσει κι άλλοτε με βλάπτει, αλλά στ’ αλήθεια κανείς δεν θέλει να με δει σε φάσεις που με πειράζει ή προσπαθεί να με εκμεταλλευθεί κάποιος, κυρίως όταν του έχω δείξει εμπιστοσύνη” μου είπε σε εκείνη τη συνέντευξη.
Άκου εκεί, δεν εκρήγνυται συχνά και εύκολα: προς διάψευσιν τούτου, υπενθυμίζω ότι τη σεζόν 2020-2021 στην οποία οδήγησε την Μπάγερν Μονάχου στα playoffs της EuroLeague (στα οποία οι Βαυαροί αποκλείσθηκαν στον πέμπτο αγώνα και με διαφορά τριών πόντων από την Αρμάνι Μιλάνο) “έφαγε” 13 τεχνικές ποινές!
Μιλάμε για σκέτο… Βεζούβιο, που συναγωνίζεται και μπορεί να ξεπερνάει κιόλας σε εκρήξεις και στις παρελκόμενες τεχνικές ποινές, τον Εργκίν Αταμάν και τον Γιώργο Μπαρτζώκα!
Εκτός από ευαίσθητος και κατά περίσταση εκρηκτικός, ο Τρινκιέρι αυτοσυστήνεται επίσης ως “τίμιος, ντόμπρος και ξεκάθαρος”.
Η αφοσίωση και τα ρίσκα
Η αρχή την οποία δεν διαπραγματεύεται και την υπερασπίζεται μέχρι τελικής πτώσεως είναι η αφοσίωση του σε έναν στόχο, ενώ θεωρεί την απαιτητικότητα του ως προσόν, αλλά και ως ελάττωμα.
Ανησυχεί καθημερινά για την οικογένεια του και κυρίως για να μην πάθουν κακό τα δυο αγόρια του, ο Λεονάρντο και ο Αλεσάντρο, αλλά “γενικώς δεν είμαι άνθρωπος που φοβάται και αποφεύγει τα ρίσκα”.
Για τον Τρινκιέρι ο πάγκος της Εθνικής ομάδας μπάσκετ της Ελλάδας υπήρξε όντως μια τεράστια πρόκληση. “Δεν είναι μικρό πράγμα να καλείται ένας προπονητής να κοουτσάρει μια εθνική ομάδα ξένης χώρας και μάλιστα της Ελλάδας που αποτελεί μια παγκόσμια δύναμη του μπάσκετ. Θεωρώ μεγίστη τιμή και υψίστη υπερηφάνεια την επιλογή μου και είμαι διατεθειμένος να δώσω όχι απλώς τον καλύτερο εαυτό μου, αλλά και την τελευταία ρανίδα του αίματος μου γι’ αυτή την ομάδα και γι’ αυτή τη χώρα”.
Ο μουσακάς και το loft
Από παλιά, όταν ο “Τρίνκα” που εκτός από την ιταλική φινέτσα διαθέτει και μια κοσμοπολίτικη κουλτούρα άκουγε τη λέξη “Ελλάδα”, στο μυαλό του έρχονταν πολλά και διάφορα….
“Ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Λεωνίδας, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Καβάφης, ακόμη και ο πρωθυπουργός, ο Σαμαράς, που τον βλέπω συνεχώς στην τηλεόραση και στις εφημερίδες” μου έλεγε τότε. “Σκέπτομαι επίσης με το πρώτο άκουσμα της Ελλάδας, την Ακρόπολη, την Ιστορία, τη σοφία, τον πολιτισμό, τη θάλασσα, το καλό φαγητό και κυρίως τον… μουσακά, που θα ήθελα να μάθω να τον μαγειρεύω”!
Δεν πρόλαβες τότε, αλλά ποτέ δεν είναι αργά, caro Andrea…
Μιας και το ‘φερε η κουβέντα, ο Τρινκιέρι είναι θιασώτης του μινιμαλισμού, της νεωτερικότητας, της γαστρονομίας και ένας αληθινός bon viveur.
Κινούμενος πολύ συχνά ανάμεσα στο Μιλάνο και στη Νέα Υόρκη προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις δυο κουλτούρες, ενώ το 2013 έβαλε στο κάδρο του παράλληλα με την Αθήνα, και το Καζάν, ως προπονητής (και) της Ούνικς με παίκτες τον Νίκο Ζήση, τον Κώστα Καϊμακόγλου και τον Ιαν Βουγιούκα και άμεσο συνεργάτη τον Ηλία Καντζούρη.
Τα 450 μπουκάλια με κρασί
Το 2007 ο Τρινκιέρι αγόρασε ένα διαμέρισμα 200 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται σε μια πολυκατοικία εκατό ετών στο κέντρο του Μιλάνου και δαπάνησε ένα σωρό χρήματα για να το μεταμορφώσει σε υπερπολυτελές loft, το οποίο μάλιστα παρουσιάστηκε στο ένθετο “Great Homes” των “New York Times”!
Σε εκείνο το σπίτι του, συν τοις άλλοις, εγκατέστησε και μια οινοθήκη, που περιλαμβάνει πάνω από 450 μπουκάλια με κρασί, εκ των οποίων κάποια φέρουν πανάκριβες ετικέτες!
“Δεν είμαι πότης και μάλιστα μπορώ να μεθύσω μετά από τρία ποτήρια, αλλά μου αρέσει πολύ το κρασί” μου είπε το 2013 προτείνοντας κιόλας τις τρεις αγαπημένες ετικέτες του. “Θα πρότεινα ανεπιφύλακτα το κόκκινο ιταλικό “Amarone”, το “Gewurztraminer” από την Αλσατία και ένα πολύ όμορφο ελληνικό λευκό, που το δοκίμασα πριν από λίγες μέρες , τη “Μαλαγουζιά” του Γεροβασιλείου”!
Το αγαπημένο του μενού και ο Ομπράντοβιτς
Βεβαίως το κρασί δεν πίνεται ξεροσφύρι, αλλά με τον άριστα προπονημένο ουρανίσκο και τη γευσιγνωσία που τον διακρίνει, ο Τρινκιέρι παραδέχεται γελώντας ότι “μου αρέσουν όλες οι κουζίνες, εκτός από τη βρετανική, που άλλωστε δεν υπάρχει” και αμέσως προτείνει ένα συναρπαστικό μενού..
Στην αρχή ζεστό ζεστό ψωμί με φουά γκρα, ύστερα γαρίδες με σος από πορτοκάλι, στη συνέχεια (μια κλασική ιταλική συνταγή σπαγκέτι), Buccatini a la matriciana και για κυρίως πιάτο ένα μοσχαρίσιο φιλέτο που το ψήνω δυο φορές, πρώτα στη σχάρα και ύστερα στο φούρνο. Μετά απ’ όλα αυτά λογικά τελειώνουμε με ένα γλυκό, αλλά εγώ προτιμώ μια σούπα Τοσκάνα”!
Πέρα από το φαγητό και το κρασί, ο Τρινκιέρι έχει και μια σταθερή και αδιαπραγμάτευτη μπασκετική πρόταση: “Θαυμάζω και ζηλεύω τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς για τους τίτλους που έχει κατακτήσει, για το προπονητικό ένστικτο, για τη διαχρονική αξία και για την ανεξίτηλη λάμψη του. Εάν ήταν δυνατόν να του κλέψω κάτι, αυτό θα ήταν το μαγικό άγγιγμα που διαθέτει”.
Η μαγεία του Ζακ-Ιβ Κουστό η Αναγέννηση και ο Τσόρτσιλ
Ο Τρινκιέρι βούτηξε εξ απαλών ονύχων στα βαθιά νερά μιας θάλασσας που ούτως άλλως τον σαγηνεύει…
“Αλήθεια είναι αυτό. Τώρα που το σκέπτομαι, εάν δεν είχα μπλέξει από νωρίς με το μπάσκετ, θα ήθελα πολύ να γίνω ωκεανογράφος και εξερευνητής των θαλασσών. Μικρός είχα μαγευθεί από τον Ζακ- Ιβ Κουστό και όλος ο αυτός ο μυστηριώδης και ανεξερεύνητος κόσμος με συναρπάζει”.
Τον νέο προπονητή του ΠΑΟΚ τον συναρπάζουν επίσης κάποια επιφανή πρόσωπα και κάποια συγκλονιστικά γεγονότα της Ιστορίας: “Θα ήθελα να ζω στην εποχή της Ιταλικής Αναγέννησης και να βλέπω από κοντά πώς δημιούργησαν τα αριστουργήματα τους ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι.
Επίσης θα ήθελα να βρίσκομαι μέσα στη Βουλή των Κοινοτήτων της Αγγλίας τον Μάιο του 1940 όταν ο Γουίνστον Τσόρτσιλ έβγαλε εκείνο τον περίφημο λόγο με τον οποίο ανακοίνωσε την είσοδο της πατρίδας του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεωρώ ότι η ειλικρίνεια που διατύπωσε με κυνικό τρόπο στη φράση “I have nothing to offer but blood, toil, tears and sweat” (ΣΣ: δεν έχω τίποτε άλλο να σας προσφέρω παρά αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα” ), αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης στην Ιστορία της ανθρωπότητας!
Αν ήμουν στρατιώτης και τον άκουγα θα έπαιρνα αμέσως το όπλο μου και θα πήγαινα να σκοτωθώ στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Τόσο πολύ με έχει σημαδέψει αυτός ο λόγος, ώστε πολύ συχνά τον ακούω για να παίρνω θάρρος, να τονώνω την αυτοπεποίθηση μου και να ετοιμάζομαι να πολεμήσω”!
Το γρανάζι και το “Mamma mia”
Είχα ζητήσει τότε από τον Τρινκιέρι να κάνει ένα σχόλιο πάνω σε συγκεκριμένες λέξεις και να σκιαγραφήσει τον εαυτό του εν συντομία:
Ιταλία: Το σπίτι μου, η οικογένεια μου.
Ελλάδα: Πάθος.
Μπάσκετ: Ζωή.
Ζωή: Μπάσκετ.
Οικογένεια: Προτεραιότητα.
Χρήματα: Δεν είναι προτεραιότητα, αλλά…
Νίκη: Αυτό που μετράει.
Ήττα: Καταστροφή.
Τύχη: Απαραίτητο γρανάζι στο σύστημα.
Η πιο συνηθισμένη έκφραση μου: Mamma mia.
Η μεγαλύτερη ενοχή μου: Είμαι τόσο παθιασμένος και αφοσιωμένος στο μπάσκετ που θυσιάζω χρόνο από την οικογένεια μου.
Η πιο ανεκτίμητη περιουσία μου: Έκανα το πάθος μου επάγγελμα.
Η στάση ζωής μου: Δεν έχει αξία να κάθεσαι σε ένα τραπέζι που είναι στρωμένο και γεμάτο, αλλά πρέπει να έχεις την περιέργεια και την αγωνία για το τι θα γευθείς.
Το μότο της ζωής μου: Μην τα παρατάς ποτέ και πουθενά.
Η πρώτη κουβέντα μου μέσα στα αποδυτήρια: Μη ζητάτε τον σεβασμό από τους άλλους, κερδίστε και επιβάλετε τον μόνοι σας.
Ο Ντράζεν, ο Φαν Μπάστεν, το “Μy Way” και η αγριόγατα
Το πρότυπο μου: Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ για την ευστροφία και επειδή η σκέψη του πήγαινε πενήντα χρόνια μπροστά.
Αγαπημένο χρώμα: Άσπρο.
Αγαπημένο ντύσιμο: Πουκάμισο έξω από το παντελόνι.
Αγαπημένος μπασκετμπολίστας: Ντράζεν Πέτροβιτς.
Αγαπημένη ποδοσφαιρική ομάδα: Μίλαν.
Αγαπημένος ποδοσφαιριστής: Μάρκο Φαν Μπάστεν.
Αγαπημένο ζώο: Η αγριόγατα, μάλιστα νομίζω ότι αυτό ήμουν στην προηγούμενη ζωή μου.
Η μεγαλύτερη αθλητική έκπληξη που έχω νιώσει: Το 2004, όταν η Ελλάδα βγήκε πρωταθλήτρια Ευρώπης στο ποδόσφαιρο.
Στάση ζωής: Όπως λέει κι ο Έλληνας ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, το ταξίδι μετράει κι όχι ο προορισμός.
Αγαπημένο τραγούδι: Το «My Way» του Φρανκ Σινάτρα.
Αγαπημένος τραγουδιστής: Ο Μπρους Σπρίνγκστιν.
Αγαπημένες ταινίες: «Οnce upon a time in America», «Βlade Runner», «Animal House» και «Godfather».
Aγαπημένος ηθοποιός: Ο Μάρλον Μπράντο στο «Νονό» και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο «Κάποτε στην Αμερική» είναι αξεπέραστοι.
Αγαπημένα τηλεοπτικά προγράμματα: Αστυνομικές σειρές και όλες οι αθλητικές μεταδόσεις και εκπομπές, εκτός από το κέρλινγκ!
Αγαπημένη φάση: Μόνος σ’ ένα ελληνικό νησί.
Το τατουάζ που θα έκανα: Ένα συναισθηματικό σύμβολο, αλλά δεν ξέρω ποιο θα ήταν αυτό.
Η μεγαλύτερη τρέλα της ζωής μου: Η επόμενη.
Ο μεγαλύτερος εθισμός μου: Το καλό φαγητό.
Το χόμπι μου: Να ανακαλύπτω κάθε μέρα μια καινούργια ωραία ταβέρνα.