ΣΤΗΛΕΣ

Μέρες 2004…

(AP Photo/Frank Augstein) AP

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος λίγες ώρες πριν από τη μάχη με την Κόστα Ρίκα γράφει για το 2004 που ξανάρχεται συνειρμικά στο μυαλό του. Στο μυαλό όλων μας.

Δεν θέλω να γράψω πολλά για την Κόστα Ρίκα και τη δυναμικότητά της, ούτε να κάνω κάποια εκτίμηση για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει η Εθνική μας στο αποψινό ιστορικό παιγνίδι της, το πρώτο στους 16 του Μουντιάλ.

Η Κόστα Ρίκα έχει δεχτεί μόνο ένα γκολ (κι αυτό από πέναλτι) έχοντας παίξει με ομάδες που λέγονται Ουρουγουάη, Ιταλία και Αγγλία – τις οποίες και άφησε πίσω της.

Δεν έχει τρόπαια στη συλλογή της, αλλά είναι φορμαρισμένη κι αυτό σε μια διοργάνωση, που τα παιγνίδια γίνονται στη 1 και στις 3 το μεσημέρι με υγρασία και ζέστη, μετρά πιο πολύ από το βάρος της φανέλας – ρωτήστε Αγγλους και Ιταλούς και θα σας το εξηγήσουν.

Από την άλλη είναι δύσκολο να κάνεις αγωνιστικές εκτιμήσεις για την εθνική μας σε ένα τουρνουά στο οποίο από τις έξι τελευταίες αλλαγές που έχει κάνει ο Σάντος, οι τέσσερις ήταν υποχρεωτικές! Δεν υπάρχουν ατράνταχτα δεδομένα:

πρέπει να βασίζεσαι στην αντοχή, περισσότερο και από την όποια στρατηγική προετοιμασία. Το ματς είναι εύκολο και συνάμα δύσκολο για να το συζητήσεις, αλλά η επικαιρότητα του ήταν για μένα αφορμή κυρίως για προβληματισμό. Ότι έγινε στην Ελλάδα από την έναρξη του ματς με την Ιαπωνία κι έπειτα μετρά ίσως και πιο πολύ από το ό,τι τελικά θα γίνει απόψε.

Φίλοι από την Ελλάδα, εδώ και μέρες, μου επισημαίνουν ότι ζούμε μέρες 2004. Το 2004 δεν ήμουν στην Πορτογαλία, αφού έκανα εκπομπές για το Euro στην κρατική τηλεόραση, αλλά θυμάμαι τον πυρετό στην Αθήνα να ανεβαίνει σαν να ήταν χθες.

Νομίζω σε αυτόν τον πυρετό αναφέρονται και τώρα οι φίλοι μου. Από το ματς με την Ιαπωνία κι έπειτα, και μολονότι μετά τη λευκή και δύσκολη ισοπαλία η Εθνική μας δεν κρατούσε την τύχη στα χέρια της, συντελείται κάτι μαγικό: η Ελλάδα ξανά ανακάλυψε το αληθινό ποδόσφαιρο, όπως ακριβώς κι εκείνες τις νύχτες του 2004.

Δεν μιλάω για τον πανηγυρικό χαρακτήρα του πράγματος, αλλά για την απόλαυσή και τη συναισθηματική εμπλοκή που το σπορ δύναται να προσφέρει. Αυτό πρώτα από όλα, για μένα τουλάχιστον, μετράει.

Έστω και με διάφορες υπερβολές (που κακό δεν κάνουν πάντα καθώς διατηρούν ψηλά την αδρεναλίνη και το ενδιαφέρον) η χώρα ξανάρχισε, δειλά αρχικά κι όλο και πιο έντονα στη συνέχεια, να θυμάται τι είναι ακριβώς το ποδόσφαιρο.

Αρχικά υπήρξε αληθινός θαυμασμός, ίσως και λίγη συγκίνηση, για την αντρίκια παρουσία του Γιώργου Καραγκούνη στο ματς με την Ιαπωνία: όλοι σκέφτηκαν ότι ο αρχηγός είχε το δικαίωμα, αν μη τι άλλο σε ένα ηρωϊκό φινάλε

Ακολούθησε η εκτίμηση της σκληρής και άψογης άμυνας, η κατανόηση ότι αυτή είναι το μεγαλύτερο
όπλο της ομάδας και κακώς για αυτή γκρινιάζουμε.

Μετά ήρθαν ώρες θαυμασμού και αγωνίας στη διάρκεια του ματς με την Ακτή – θαυμασμού για την επιβλητικότητα της εμφάνισης και αγωνίας για το αν αυτή θα δικαιωθεί. Το πέναλτι – γκολ του Σαμαρά έφερε χαρά – όσο κάποτε εκείνο το γκολ του Δέλλα.

Και η ανάμνηση μιας εποποιίας που δέκα χρόνια πριν ξεπέρασε οτιδήποτε άλλο είχαμε ζήσει, ήρθε να δέσει με την τωρινή λύτρωση. Ακόμα και τα γκρουπ εναντίον η υπέρ του Κατσουράνη ποδόσφαιρο είναι: μαρτυρούν ένα είδος συναισθηματικής εμπλοκής που βασίζεται στην πίστη στην ομάδα, στην υπεράσπιση, κατά κάποιο τρόπο, της πορείας της.

Δείχνουν άποψη – κι αν αυτή δεν είναι συνώνυμο της ισοπέδωσης την προτιμώ από τους ανόητους οπαδικούς αλαλαγμούς, που είναι ο μόνος τρόπος που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι, όταν συζητάνε για ποδόσφαιρο.

Λάτρεψα τις νύχτες του 2004 κι ένας λόγος που συχνά παραιτούμαι από το να είμαι σκληρά επικριτικός με τον Καραγκούνη ή τον Κατσουράνη είναι κι αυτές: ακόμα νοιώθω ότι κάτι χρωστάω στους τελευταίους πιονιέρους εκείνης της απίστευτης πορείας προς το θαύμα.

Από την άλλη ομολογώ πως όσο τα χρόνια περνούσαν και η χρυσή εκείνη ευκαιρία για το ποδόσφαιρό μας χάνονταν, έφτασα ακόμα και να το καταριέμαι εκείνο το υπέροχο παραμύθι του 2004, που το έβλεπα μετά από λίγο καιρό ως ένα είδος φερετζέ της εγχώριας μιζέριας μας. Κι έπρεπε να βρεθώ σε αυτή την καινούργια μεγάλη περιπέτεια με την Εθνική στη Βραζιλία για να θυμηθώ εκείνη την ξεχασμένη γλύκα και να ξεδιαλύνω το πράγμα:

ίσως να μην ξαναζήσουμε ποτέ τις νύχτες του καλοκαιριού του 2004, όμως ό,τι τις ξαναφέρνει στο μυαλό μας και μας γεμίζει με την ξεχασμένη χαρά τους είναι ευλογημένο.

Αν τα χρήματα που εκείνη η επιτυχία έφερε σπαταλήθηκαν σε κάρτες υγείας και άλλα σκάνδαλα, αν το «τιμημένο» το γυρίζαμε από χωριό σε χωριό για να φωτογραφίζεται μ αυτό ο κόσμος στα καφενεία έναντι αντιτίμου, αν ο θρίαμβος δεν έγινε αιτία για να κάνουν καλύτερο οι τότε πρόεδροι και μεγαλομέτοχοι το πρωτάθλημά τους, δεν φταίει σε τίποτα εκείνο το θαύμα – άλλοι έφταιξαν.

Δεν ξέρω αν αυτές τις μέρες ζήσαμε μέρες 2004 – ίσως απλά να τις έχουμε τόσο ανάγκη εκείνες τις μέρες που να ψάχνουμε ομοιότητες μ αυτές παντού. Όμως αυτές οι τωρινές ωραίες μέρες είναι για την Εθνική μας ομάδα ένας μπούσουλας.

Η ύπαρξή της πρέπει να σχετίζεται κυρίως με αυτό: ο σκοπός της πρέπει να είναι σε κάθε τουρνουά να μας χαρίζει κάτι λίγο που να μοιάζει με τις μοναδικές μέρες του μεγάλου θαύματος.

Απόψε η Εθνική μας αγωνίζεται με την Κόστα Ρίκα. Η ελπίδα μου είναι κάπου να βρει το χρονοδιακόπτη που θα μας βοηθήσει να ζήσουμε για λίγο ακόμα όπως εκείνες τις βραδιές που ορκιζόμασταν πως δεν θα την εγκαταλείψουμε την ομάδα αυτή ποτέ, που οι παίκτες της μας φαίνονταν οι καλύτεροι του κόσμου, που ήταν σαφές σε όλους μας τι είναι το ποδόσφαιρο και ποια η δύναμή του.

Aκούγεται ίσως λίγο παράξενο αλλά η Ελλάδα παίζει το μέλλον της στη διοργάνωση με έπαθλο μια βουτιά στο πιο γλυκό παρελθόν της…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ