Κακομαθημένοι άμυαλοι Άγγλοι

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος αφήνει για λίγο την Εθνική μας και αναλύει τα αίτια που οδήγησαν την Αγγλία σε ακόμα μία αποτυχία σε Παγκόσμιο Κύπελλο.
Υποστήριζαν τους Ιταλούς μήπως καταφέρουν και έχουν μια ελπίδα την τρίτη και τελευταία αγωνιστική. Ο Στάριτζ έστελνε μηνύματα συμπαράστασης στον Πίρλο και τους υπόλοιπους μέσω twitter και η Mirror δημοσίευσε, πριν το Ιταλία – Κόστα Ρίκα, ένα οδηγό για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς ένα βράδυ που υποστηρίζει τους Ιταλούς, υπογραμμίζοντας ότι είναι απαραίτητο να τρως πίτσα, να έχεις δει στο Youtube πολλά γκολ του Ρομπέρτο Μπάτζιο και να βρίζεις το διαιτητή πιο πολύ από τους αντιπάλους.
Μετά την ήττα των Ιταλών από την Κόστα Ρίκα, (των Ιταλών που όπου να ναι, προβλέπω πως, θα φύγουν κι αυτοί) οι Αγγλοι γυρνάνε σπίτι ολοκληρώνοντας μια από τις απογοητευτικότερες εμφανίσεις τους σε παγκόσμιο κύπελλο, στο οποίο πήραν μέρος τα τελευταία σαράντα χρόνια: δεν θυμάμαι να είχαν αποκλειστεί μαθηματικά έπειτα από δυο αγωνιστικές από το 1962 και μετά.
Χθες στο βρετανικό τύπο υπήρξε το συνηθισμένο μετά τους αποκλεισμούς των «Λιονταριών» ξεσάλωμα: οι άνθρωποι κάνουν ότι μπορούν για να δείξουν ότι διασκεδάζουν τους αποκλεισμούς τους, σαν τον τύπο που τρώει χυλόπιτα από τη γκόμενα αλλά το παίζει υπεράνω – η καρδιά τους το ξέρει τι πίκρα κουβαλάνε. Στην Αγγλία έχει κάνει μεγάλη επιτυχία κι ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν τέσσερα χρόνια με τον τίτλο «Γιατί πάντα αποκλείεται η Εθνική Αγγλίας».
Περιέχει πολλά περιστατικά, αναφορές σε κατάρες όπως αυτή των πέναλτι, έχει ακόμα και σοβαρές εξηγήσεις. Αλλά κι αυτό δεν γράφει την πιο απλή αλήθεια: οι Αγγλοι αποκλείονται γιατί συνήθως οι ομάδες που κατεβάζουν είναι κακές, αφού στηρίζονται σε μερικούς από τους πιο υπερτιμημένους ποδοσφαιριστές του καιρού μας. Ποδοσφαιριστές φτιαγμένους από τα πανίσχυρα βρετανικά media, χωρίς διεθνείς εμπειρίες, φοβιτσιάρηδες και καλοπερασάκηδες που κατά κανόνα είναι απλοί ρολίστες σε πάμπλουτες ομάδες, στις οποίες όμως αστέρια είναι οι ξένοι.
Ποτέ οι Αγγλοι δεν είχαν μια σπουδαία Εθνική ομάδα, είχαν όμως τουλάχιστον μια ποδοσφαιρική ταυτότητα, που μετά την ίδρυση της Πρέμιερ λιγκ την έχασαν κι αυτή. Από την ίδρυση της κι έπειτα, η Εθνική Αγγλίας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο: η παραγωγή Άγγλων ποδοσφαιριστών έχει μειωθεί τρομακτικά, οι ελάχιστοι καλοί που υπάρχουν χρυσοπληρώνονται, αλλά και υπερπροβάλλονται και η προβολή θολώνει συχνά την κρίση – ένα γκολ του Ρούνεϊ σε ένα αγγλικό ντέρμπι γίνεται θέμα σε 250 χώρες, ενώ ένα γκολ του Ρόις μπορεί να περάσει στα ψιλά, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρώτος είναι καλύτερος του δεύτερου.
Η Πρέμιερ λιγκ είναι το ακριβότερο και το πιο προσοδοφόρο πρωτάθλημα στην Ευρώπη. Όμως ένα πρωτάθλημα που γεννά χρήμα δεν είναι απαραίτητο ότι παράγει και μια καλή εθνική ομάδα. Αν αύριο π.χ τρελαθούν οι σεϊχηδες και αγοράσουν στο Κατάρ όλους τους παίκτες του κόσμου θα φτιάξουν μια σούπερ ακριβή λίγκα, αλλά η εθνική τους δεν θα κερδίσει τίποτα. Η εθνική Αγγλίας προέρχεται από ένα περιβάλλον στο οποίο το χρήμα διαμορφώνει απαιτήσεις και προσδοκίες. Οι Αγγλοι βλέποντας το καλύτερο ίσως πρωτάθλημα μπορεί να νομίζουν ότι με χρήματα φτιάχνεις και εθνικές ομάδες: δεν είναι έτσι. Τις εθνικές ομάδες τις δημιουργούν ο ιδρώτας, οι φιλοδοξίες, τα μεγάλα θέλω που καμιά φορά μεταμορφώνουν απλά καλούς παίκτες σε ήρωες. Η Πρέμιερ λίγκ δίνει στην Εθνική Αγγλίας υπερτιμημένους πολυεκατομμυριούχους και τίποτα άλλο.
Όλα αυτά γίνονται χειρότερα εξαιτίας και των βρετανικών ιδεοληψιών: κλεισμένοι στον ιλουστρασιόν μικρόκοσμό τους οι Άγγλοι νομίζουν πάντα ότι είναι κάτι σημαντικότερο από αυτό που αλήθεια είναι. Κάποτε η ομοσπονδία τους, εκτιμώντας ως συνήθως λανθασμένα, ότι το υλικό της ομάδας είναι κάτι σπουδαίο, παρέδωσε τα κλειδιά της ομάδας μετά τον Ερικσον (με τον οποίο είχαν φτάσει τρεις φορές σε προημιτελικά μεγάλης διοργάνωσης γνωρίζοντας αποκλεισμούς στα πέναλτι), στον βοηθό του Μακ Λάρεν, τον οποίο οι Άγγλοι δημοσιογράφοι εκτιμούσαν τόσο πολύ ώστε τον αποκαλούσαν «Μακ Κλόουν».
Η ομοσπονδία πίστευε ότι αρκούσε στον πάγκο ένας λιγότερο δογματικός από τον Ερικσον προπονητής, ώστε να «απελευθερωθούν» οι παίκτες και να κάνουν τη διαφορά: την έκαναν αλλά προς το χειρότερο! Στα προκριματικά του Euro του 2008 οι Άγγλοι έχασαν στην Κροατία και στη Ρωσία, δεν κατάφεραν να κερδίσουν το Ισραήλ και τα Σκόπια του Κάτανετς και είδαν τα τελικά από το σπίτι. Ακριβώς επειδή δεν έχουν αίσθηση του τι είναι, πήγαν στο άλλο άκρο πιστεύοντας ότι όσο πιο ακριβοπληρωμένες φίρμες έχει μια ομάδα τόσο πιο ακριβοπληρωμένο προπονητή χρειάζεται, και φώναξαν τον Φάμπιο Καπέλο, που πιστεύει πως είναι ο καλύτερος του κόσμου! Οι καλύτεροι και ο καλύτερος φτιάξανε μια «ομάδα σαλάτα» που στο μουντιάλ του 2010 αποκλείστηκε μετρώντας μια τεσσάρα από τη Γερμανία.
Η ικανότητα τους να τρελαίνουν τους ομοσπονδιακούς προπονητές τους είναι μοναδική. Δεν είναι ιδιοφυία ο Χόγκσον, αλλά από τον καιρό που είχε φτιάξει μια σφικτή και δυσκολοκατάβλητη Ελβετία (που έπαιζε με μοναδικό κυνηγό τον Σαπουϊζά) τον θυμάμαι να φτιάχνει ομάδες (Ιντερ, Φούλαμ κτλ) οργανωμένες στην άμυνα. Κι όμως αυτός ο λάτρης του κατενάτσιο και του δεν-αφήνουμε- τον – αντίπαλο – να- παίξει, πιεσμένος από τα βρετανικά media εμφάνισε στη Βραζιλία μια ομάδα με άμυνα της πλάκας αδύνατη να υποστηρίξει τέσσερις κυνηγούς που υπήρχαν στην ενδεκάδα κι ανάθεμα κι αν γύριζαν ποτέ! Αυτή η πρακτική, συνοδευόμενη από την απαραίτητη βρετανική κουταμάρα, (με την Ουρουγουάη η ισοπαλία θα τους κρατούσε στο κυνήγι της πρόκρισης κι αυτοί ήταν όλοι μπροστά), έφερε τον αποκλεισμό. Στο κρίσιμο παιγνίδι τη διαφορά έκανε ο Λουίς Σουάρες, ένας διεθνής σταρ κι όχι ένας σταρ της Πρέμιερ Λιγκ: υπάρχει τεράστια διαφορά…