ΣΤΗΛΕΣ

Για τον Φερνάντο ρε γαμώτο

INTIME SPORTS

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος δεν αποχαιρετάει τον Φερνάντο Σάντος, ελπίζοντας ότι θα κοουτσάρει ξανά σε αυτό το Μουντιάλ, γράφει όμως για την θητεία του στην Εθνική Ομάδα που είχε αρκετά θετικά και ένα ... σημαντικό πρόβλημα

Δεν θα ήθελα ποτέ να γράψω ένα κομμάτι για το Φερνάντο Σάντος μετά το τέλος της σχέσης του με την Εθνική. Οι απολογισμοί είναι λίγο σαν τους επικήδειους. Ελπίζω η Εθνική μας να μείνει καιρό ακόμα στη Βραζιλία. Η αναφορά μου στον προπονητή δεν γίνεται πριν από ένα ματς που είναι σίγουρα το τελευταίο του, αλλά στη διάρκεια μιας διοργάνωσης που είναι η τελευταία του στον πάγκο της Εθνικής, όπως μας ανακοινωσε. Δεν είναι αντίο, αλλά μια αποτίμηση της δουλειάς του.

Ο Σάντος υπήρξε ο τρίτος σημαντικότερος προπονητής μετά τον Οττο Ρεχάγκελ και τον Αλκέτα Παναγούλια, αλλά ίσως υπήρξε σπουδαιότερος κι από τους δυο. Ο μακαρίτης ο Αλκέτας πήγε την εθνική στα τελικά δυο διοργανώσεων χωρίς να καταφέρει να τη βοηθήσει ν αλλάξει επίπεδο. Ο Ρεχάγκελ έμεινε δέκα χρόνια κι έκανε άθλους, αλλά είχε το δικαίωμα του λάθους, αρχικά λόγω της ανυποληψίας της ομάδας και στη συνέχεια χάρη σε ένα ανέλπιστο θρίαμβο. Ο Σάντος είναι ο πρώτος που πήρε στα χέρια του μια ομάδα φτασμένη κι έπρεπε να τη διατηρήσει αξιόμαχη.

Τα κατάφερε οδηγώντας την δυο φορές σερί στα τελικά διοργανώσεων (στο Euro του 12 και στο μουντιάλ του 14) αλλά και κρατώντας την πολύ ψηλά στο ranking της Fifa που είναι ο απόλυτος καθρέφτης, αν όχι της ποιότητας μιας ομάδας, αλλά σίγουρα της σταθερότητας της.

Όχι εύκολο ξεκίνημα

Συχνά ξεχνάμε πως ξεκίνησε. Μετά την επιστροφή από τη Νότιο Αφρική η Εθνική ήταν μια ομάδα σε νευρική κρίση. Παίκτες έφευγαν με μισόλογα κι όσοι έμειναν δεν είχαν ούτε καλές σχέσεις, ούτε το ωραίο κοινό παρελθόν που κουβαλάνε οι καλές παρέες. Ο Σάντος έπρεπε να βρει τους δικούς του ηγέτες, να ξαναδώσει κίνητρα σε ένα κορεσμένο γκρουπ, ν αλλάξει πολλά στη λειτουργία της ομάδας – κι όχι τόσο την αγωνιστική – και να φροντίσει ώστε να διατηρήσει ο έλληνας ποδοσφαιριστής τη θέλησή του να παίζει στην Εθνική: στο τέλος της δεκαετίας του Οττο δεν ήταν τόσο δεδομένο αυτό, καθώς είχαμε τα αντίο του Κυργιάκου, του Αμανατίδη, του Γκέκα (που ξαναγύρισε) και τις διακριτικές αρνήσεις του Στολτίδη, του Τζόρβα και του Αντζα.

Ο Σάντος παρέλαβε προβλήματα και δεν ήταν τυχερός καθώς επι των ημερών του έμειναν πίσω από τραυματισμούς ή κακές επαγγελματικές επιλογές, παίκτες που έπρεπε να είναι σήμερα σημαντικοί. Ο Σηφάκης, ο Σπυρόπουλος, ο Νίνης, ο Κυριάκος Παπαδόπουλος, ο Σιόβας, ο Τάτος δεν έκαναν τα βήματα μπροστά που ο κόουτς περίμενε, χωρίς αυτό να είναι δική του ευθύνη. Ο Σάντος δεν έφτιαξε ένα κλειστό κλαμπ στην εθνική, όπως έκανε π.χ ο Ρεχάγκελ: επί των ημερών του πέρασαν από το κατώφλι της ομάδας πάνω από 45 παίκτες – άλλοι πολύ νέοι (ο Καπίνο ντεμπούταρε στα 18), κι άλλοι επέστρεψαν λίγο πριν κρεμάσουν τα παπούτσια (ο Χαριστέας κι ο Χαλκιάς πχ).

Μπορεί σε κάποιους να επέμενε υπερβολικά και κάποιους λίγο να τους αδίκησε, όμως ήταν ο πρώτος ομοσπονδιακός που συχνά υποχρεώθηκε να καλεί ποδοσφαιριστές που στην ομάδα τους δεν ήταν βασικοί (Μήτρογλου, Φετφατζίδης π.χ) κι έπρεπε να αξιοποιηθούν γιατί άλλοι δεν υπήρχαν. Ο Σάντος τους στήριξε συχνά σαν καλός πατέρας.

Στο σχέδιο του Πορτογάλου το βασικό ήταν πάντα η καλή σχέση με τους ποδοσφαιριστές: αυτό υπήρξε η τύχη και συγχρόνως η δυσκολία του. Η στήριξη των παικτών είχε ως αποτέλεσμα και την διατήρηση πολλών ιδιοτροπιών τους: ο κόουτς συμβιβάστηκε με τη λογική του «παίζουμε για το 1-0», την είχε άλλωστε ασπαστεί και δουλεύοντας στην ΑΕΚ (τη δεύτερη φορά) και στον ΠΑΟΚ. Δεν προσπάθησε ν αλλάξει αντιλήψεις, ακριβώς γιατί δεν ήθελε συγκρούσεις με όσους αυτή τη λογική την αναγνωρίζουν ως το απόλυτο ποδοσφαιρικό δόγμα – κι αναφέρομαι στους παλιότερους κυρίως.

Το πρόβλημα του γκολ

Αυτή η κοινή γραμμή του κόουτς και των ποδοσφαιριστών του έφερε αποτελέσματα, αλλά και μια έλλειψη αναγνώρισης από την μεριά των απαιτητικότερων ποδοσφαιρόφιλων, που στην Εθνική του Σάντος έκαναν ένα είδος ανοιχτού πολέμου – βασανιστικού και για την ίδια την ομάδα, που συχνά έπαιξε σε άδεια γήπεδα κι έμεινε μόνη. Στο φινάλε της διαδρομής ο Σάντος μπορεί να πληρώσει αυτή τη νοοτροπία, με την οποία δεν συγκρούστηκε: η ομάδα δεν μπορεί να βρει γκολ, αφού δεν έχει στη φόρμα που θα ήθελαν όλοι το Μήτρογλου, πουγια λίγο της έλυσε το πρόβλημα, και πνίγεται από την ανασφάλεια.

Παρά την πολλή δουλειά που γίνεται στις προπονήσεις στο επιθετικό κομμάτι, η ριζωμένη αντίληψη ότι δεν πρέπει να παίρνουμε κανένα ρίσκο, δημιουργεί άγχος μπροστά στην ανάγκη για ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας. Κόντρα, τώρα, στα θέλω ενός προπονητή που στη Βραζιλία παλεύει να πείσει την ομάδα του να ρισκάρει.

Ο Σάντος αφήνει πίσω του πολλά καλά, αλλά κι ένα μεγάλο προβληματισμό για το τι ποδόσφαιρο θέλουμε. Το δικό του έφερε αποτελέσματα, αλλά μια αποτυχία στο μουντιάλ θα τα μικρύνει καθώς δεν συνοδεύονται από γλυκές αναμνήσεις. Πόσα άραγε ματς της Εθνικής του Σάντος θυμόμαστε στο τέλος του κύκλου του; Ένα με την Κροατία στο Καραϊσκάκη, δυο – τρια στα τελικά του Εuro του ’12, σίγουρα τα δυο μπαράζ με τους Ρουμάνους και τα ματς με την Κολομβία και την Ιαπωνία για διαφορετικούς λόγους: είναι λίγα για τη σπουδαία τετραετή δουλειά που έκανε χαρη και στην τεραστια στήριξη της ομοσπονδίας. Είναι άδικο, αλλά είναι και μια πραγματικότητα.

Τουλάχιστον απόψε ας δούμε άλλο ένα που θα μείνει αξέχαστο, κυρίως για να τον θυμόμαστε με το σεβασμό που του πρέπει. Ας παίξουν οι παίκτες του και για το Φερνάντο ρε γαμώτο…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ