ΠΥΓΜΑΧΙΑ

Φλόιντ Μεϊγουέδερ: Από την κόλαση στο δισεκατομμύριο χωρίς να δεχτεί γροθιά

AP

Μια ανάρτηση του Μάικ Ζαμπίδη σήκωσε θύελλα. Αναφέρει ότι τον Ιούνιο θα αντιμετωπίσει τον θρύλο του μποξ, Φλόιντ Μεϊγουέδερ, στην Αθήνα. Ο 49χρονος Αμερικανός μπορεί να έχει αποσυρθεί από το ρινγκ, αλλά κάθε επιστροφή του σε αυτό είναι στιγμή που αναστατώνει εκατομμύρια θεατές. Ας δούμε γιατί.

Σε έναν κόσμο όπου οι θρύλοι της πυγμαχίας δοξάζονται για το αίμα που έχυσαν, ο σούπερ σταρ Φλόιντ Μεϊγουέδερ έχτισε τη φήμη του πάνω σε κάτι σχεδόν αιρετικό για το άθλημά του: δεν πληγώθηκε ποτέ. Δεν μάτωσε για να γίνει ήρωας, δεν ρίσκαρε για να αγαπηθεί. Δεν παραδόθηκε στο χάος του ρινγκ, αλλά το υπέταξε. Ο Μεϊγουέδερ δεν είναι απλώς ο αήττητος μποξέρ με το ρεκόρ 50–0 (27 νίκες με νοκ άουτ).

Είναι ίσως το πιο ακραίο παράδειγμα αθλητή που μεταμόρφωσε το άθλημά του όχι από ρομαντισμό ή για να το εξυψώσει, αλλά για να το ελέγξει οικονομικά και επικοινωνιακά. Έγινε ο ίδιος promoter του εαυτού του και μάζεψε όλες τις “μάρκες” από το τραπέζι. Αν ο Μοχάμεντ Άλι υπήρξε η συνείδηση της πυγμαχίας, ο Μεϊγουέδερ έγινε ο καθρέφτης της σύγχρονης εποχής της: κυνικός, λαμπερός και βαθιά αντιφατικός.

Η αδυσώπητη παιδική ηλικία του Μεϊγουέδερ

Γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1977 στο Μίσιγκαν. Η πυγμαχία ήταν κομμάτι της καθημερινότητας της οικογένειάς του: ο πατέρας του, Φλόιντ Σίνιορ, ήταν επαγγελματίας πυγμάχος, όπως και οι θείοι του, Ρότζερ και Τζεφ. Ωστόσο, παρά την αξιόλογη καριέρα του πατέρα του και τις περγαμηνές του Ρότζερ -που αργότερα έγινε και προπονητής του- το σπίτι τους κάθε άλλο παρά θρυλικό ή αθλητικό μπορούσε να χαρακτηριστεί. Το αντίθετο: κολυμπούσε στα ναρκωτικά, στη φτώχεια και στην αστάθεια. Η μητέρα του ήταν τοξικοεξαρτημένη και ο πατέρας του ένας έμπορος ναρκωτικών, ο οποίος ισχυριζόταν ότι με τα “βρόμικα” χρήματα που έβγαζε δεν έλειψε κάτι στα παιδιά του.

Ο Φλόιντ Τζόι Μεϊγουέδερ Τζούνιορ τον διαψεύδει μέχρι σήμερα. “Δεν θυμάμαι να με πήγε ποτέ κάπου ή να έκανε κάτι που θα έκανε ένας πατέρας με έναν γιο – να τον πάει στο πάρκο ή στον κινηματογράφο ή να του πάρει ένα παγωτό”. Έχει μιλήσει επανειλημμένα για τη φτώχεια που σημάδεψε τα παιδικά του χρόνια και για στερήσεις ακόμη και βασικών αγαθών, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα. “Όταν ήμουν περίπου οκτώ ή εννέα χρόνων έμενα στο Νιου Τζέρζι με τη μητέρα μου. Κάποιες φορές δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο κόσμος βλέπει τι έχω τώρα, χωρίς να γνωρίζει από πού προέρχομαι και ότι δεν είχα τίποτε μικρός”, έχει πει. Έχει περιγράψει εικόνες που δεν θα έπρεπε να ανήκουν στην παιδική μνήμη κανενός. Ξυπνούσε το πρωί και έβρισκε σύριγγες στο πάτωμα, επέστρεφε από το σχολείο και η αυλή ήταν γεμάτη από τις ίδιες εικόνες. “Οι άνθρωποι δεν ξέρουν την κόλαση που έχω βιώσει”, έχει πει.

Ο πατέρας του φυλακίστηκε για διακίνηση κοκαΐνης όταν ο Φλόιντ ήταν ακόμη παιδί και παρόλο που ήταν αυτός που τον ανέβασε στο ρινγκ, ο γιος του δεν του έδωσε ποτέ αυτό το credit, ούτε ήθελε να τον προπονεί, επειδή τον πίεζε να είναι τέλειος. “Νομίζω η γιαγιά μου είδε πρώτη τις δυνατότητές μου. Όταν ήμουν μικρός, της είπα ότι πρέπει να βρω δουλειά και μου απάντησε: Όχι, απλώς συνέχισε να πυγμαχείς”. Με τη γιαγιά του έμενε όσο ο πατέρας του ήταν στη φυλακή. “Δεν μεγάλωσα με όνειρα”, θα πει χρόνια αργότερα. “Μεγάλωσα με φόβο”.

Η πυγμαχία δεν ήταν η διέξοδός του, αλλά μέσο επιβίωσης. Το άθλημα σχεδόν τον υιοθέτησε. Έγινε η παραμάνα του, ενόσω οι γονείς του ήταν απασχολημένοι μεταξύ διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών. Σε ηλικία επτά ετών φορούσε ήδη τα φουσκωτά γάντια του μποξ. Όχι για να παίξει, αλλά επειδή έπρεπε να γλιτώσει. Στο γυμναστήριο υπήρχαν κανόνες, δομή και έλεγχος. Ό,τι δεν είχε η οικογένειά του το βρήκε εκεί. Τη βασική εκπαίδευση για να μη περπατήσει ως ανοχύρωτος ενήλικας στην κοινωνία την έλαβε στο ρινγκ. Έτσι εξηγείται γιατί έγινε εμμονικός με την πειθαρχία και τη λεπτομέρεια. Λίγο πριν αποφυλακιστεί ο πατέρας του, ο Φλόιντ σταμάτησε το σχολείο για να φροντίσει τη μητέρα του και άρχισε να πυγμαχεί προκειμένου να εξασφαλίσει τα πρώτα του λίγα χρήματα ως ερασιτέχνης.

Η ερασιτεχνική του καριέρα ήταν εντυπωσιακή: 84 νίκες, 6 ήττες και ελάχιστα γδαρσίματα. Ακριβώς γι’ αυτό τον αποκαλούσαν “Pretty Boy”, επειδή κατέβαινε άθικτος από το ρινγκ. Η αμυντική τεχνική του ήταν εντυπωσιακή. Διάβαζε τον αντίπαλο άριστα και απέφευγε τα χτυπήματα σχεδόν την τελευταία στιγμή. Την ίδια τακτική εφάρμοσε και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996, στην Ατλάντα. Τότε ηττήθηκε στα ημιτελικά από τον Βούλγαρο Σεράφιμ Τοντόροφ σε έναν αμφιλεγόμενο -μέχρι σήμερα- αγώνα. Όσο μεγάλωνε η φήμη του Μεϊγουέδερ, τόσο πλήθαιναν οι φωνές υποστήριξής του για εκείνη την ήττα. Ετεροχρονισμένα μεν, πολύ χρήσιμες για τον μύθο του δε.

Ο Αμερικανός ήταν γρήγορος στην Ατλάντα. Απέφευγε κάθε γροθιά και χτυπούσε μόνο όταν υπήρχε καθαρή ευκαιρία. Επιμένει ότι αδικήθηκε από τους κριτές, λέγοντας ότι δεν του αναγνώρισαν πολλά από τα χτυπήματά του. Ήταν η πρώτη μεγάλη του σύγκρουση με το “σύστημα” της πυγμαχίας. Πήρε το χάλκινο Ολυμπιακό μετάλλιο, αλλά και την πίκρα της χαμένης ευκαιρίας.

Ο “Pretty Boy” έσβησε και αντικαταστάθηκε από τον “Money”

Το 1998 έγινε επαγγελματίας και ακολούθησε την κλασική διαδρομή της φήμης: τίτλοι, ζώνες, σταδιακή αναγνώριση. Όμως γρήγορα άρχισε να συγκρούεται με τους promoters και τα τηλεοπτικά δίκτυα. Αντιδρούσε, λέγοντας ότι εκμεταλλεύονταν τους αθλητές.

Το 2007 έκανε κάτι ριζοσπαστικό για τα δεδομένα της εποχής. Ίδρυσε τη δική του εταιρεία προώθησης, τη Mayweather Promotions. Έγινε ταυτόχρονα πρωταγωνιστής και παραγωγός του θεάματος. Μπήκε στην επαγγελματική πυγμαχία για να την αναδιοργανώσει γύρω από τον εαυτό του και έπαψε να είναι απλώς πυγμάχος. Έγινε επιχειρηματικό μοντέλο.

Τότε έκανε και κάτι ακόμη. Είτε “υιοθέτησε” συνειδητά τον ρόλο του κακού είτε απλώς αποκάλυψε την τραχιά και αντιπαθητική πλευρά του που υπήρχε ήδη. Κανείς δεν ξέρει τι ισχύει. Ειδικά, οι πυγμάχοι απεχθάνονται τις αγιογραφίες γύρω από τις καριέρες τους, διότι το προφίλ του καλού παιδιού βλάπτει δραματικά τα έσοδά τους.

Ο 49χρονος μποξέρ και image maker του εαυτού του άρχισε να μιλά προκλητικά και να επιδεικνύει τον πλούτο του, μόλις έφτιαξε την εταιρεία του. Ακριβά αυτοκίνητα, ιδιωτικά τζετ, υπέρογκα κοσμήματα, λούσα. Όλα αυτά σε μια Αμερική που κλονίστηκε από την κρίση του 2008. Αγάπησαν να τον μισούν και αυτό θα μπορούσε να είναι μέρος του επιχειρηματικού σχεδίου του. Δεν χρειαζόταν να τον θαυμάζουν για να πληρώσουν να τον δουν. Αρκούσε που ήθελαν να τον δουν να χάνει έστω μία φορά.

Καμία. Ο Μεϊγουέδερ όχι μόνο δεν έχανε, αλλά εξελισσόταν σε ένα αμυντικό θαύμα. Είναι αυτός που τελειοποίησε το περιβόητο “shoulder roll”, βγάζοντας σκάρτα τα περισσότερα από τα χτυπήματα που δεχόταν.

Τι είναι το “shoulder roll”; Φαντάσου ότι ο αμυνόμενος Μεϊγουέδερ δεν στέκεται στο ρινγκ απλώς με τις γροθιές μπροστά στο πρόσωπό του για να προστατευτεί, αλλά χαμηλώνει το αριστερό του χέρι μπροστά στην κοιλιά, ενώ παράλληλα σηκώνει τον αριστερό ώμο, σαν να προσπαθεί να ακουμπήσει το αυτί του. Όταν δέχεται γροθιά, στρίβει ελαφρά το σώμα του. Έτσι το χέρι του αντιπάλου γλιστρά στον ώμο του και η γροθιά βρίσκει αέρα. Ο αντίπαλος αστοχεί, χάνει την ισορροπία του και γίνεται εύκολη λεία. Με αυτόν τον τρόπο έφτιαξε ένα ακόμη ατού του. Δεν σπαταλούσε χτυπήματα και ενέργεια. Ήθελε να επιστρέφει αλώβητος και υγιής στη βάση του και το διαλαλούσε.

Οι δύο αγώνες “χρυσωρυχεία”

Η καριέρα του περιλαμβάνει νίκες απέναντι σε τεράστια ονόματα και οι αγώνες του ήταν σχεδιασμένοι με κάθε λεπτομέρεια. Η αναμέτρησή του με τον Μάνι Πακιάο το 2015 θεωρείται επιχειρηματικό αριστούργημα. Ο Φλόιντ Μεϊγουέδερ “μοσχοπούλησε” το όνομα, το ταλέντο και τη φήμη του και ταυτόχρονα πληρωνόταν και ως promoter.

Οι αριθμοί εκείνης της αναμέτρησης:

4,6 εκατ. pay-per-view αγορές

600 εκατ. δολάρια συνολικά έσοδα

250–300 εκατ. δολάρια για τον Μεϊγουέδερ σε μία βραδιά (το μεγαλύτερο ποσό που κέρδισε ποτέ αθλητής σε έναν αγώνα μέχρι τότε)

Ως επιχειρηματικό δαιμόνιο που είναι, χαρακτήρισε “τελευταίο αγώνα” του αυτόν με τον Ιρλανδό ΜακΓκρέγκορ (2017). Έφτασε το αήττητο ρεκόρ 50–0 και είπε “τώρα σταματάω”. Στην πραγματικότητα προστάτευσε αυτό που πουλάει. “Κλείδωσε” το εμπορικό 50–0 με αυτόν τον τρόπο, διότι όσο μεγάλωνε κινδύνευε το αήττητό του. Στην πράξη δεν σταμάτησε. Συνέχισε να ανεβαίνει στο ρινγκ και να κερδίζει πολλά χρήματα συμμετέχοντας σε αγώνες επίδειξης. Η εγγυημένη του αμοιβή για τον αγώνα με τον ΜακΓκρέγκορ ήταν 100.000.000 δολάρια και ο συνολικός τζίρος της αναμέτρησης ξεπέρασε τα 550 εκατ. δολάρια. Χάρη σε αυτόν τον αγώνα ο Μεϊγουέδερ ξεπέρασε το 1 δισεκατομμύριο σε συνολικά κέρδη καριέρας, κάτι που έχουν καταφέρει μόνο ο Μάικλ Τζόρνταν και ο Τάιγκερ Γουντς.

Η σκοτεινή προσωπική ζωή

Καμία αφήγηση για τον Φλόιντ Μεϊγουέδερ δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθινή χωρίς αναφορά στη σκοτεινή πλευρά της ζωής του, όταν οι αδυναμίες του συγκρούστηκαν με τον μύθο της απόλυτης αυτοκυριαρχίας του. Ο Μεϊγουέδερ έχει κατηγορηθεί για ενδοοικογενειακή βία σε περισσότερες από μία υποθέσεις. Η πιο σοβαρή αφορά την Τζόζι Χάρις, πρώην σύντροφό του και μητέρα τριών εκ των παιδιών του. Ο Μεϊγουέδερ δήλωσε ένοχος σε πλημμέλημα, καταδικάστηκε σε 90 ημέρες φυλάκισης, εκ των οποίων εξέτισε τις 60 σε σωφρονιστικό κατάστημα. Ο ίδιος αρνείται συστηματικά ότι υπήρξε κακοποιητικός, υποστηρίζοντας ότι οι υποθέσεις διογκώθηκαν ή παρερμηνεύτηκαν.

Για όσους βρίσκουν νόημα στην αναζήτηση του GOAT κάθε αθλήματος, ο Μεϊγουέδερ ίσως αποτελεί επιλογή. Για άλλους, δεν καλύπτει τον ρόλο του κορυφαίου επειδή αφαίρεσε το θέαμα και το συναίσθημα από το μποξ. Αλλά αυτός είναι ο επαγγελματικός αθλητισμός και ο Αμερικανός δεν προσποιήθηκε ποτέ ότι αγωνίζεται για κάτι ανώτερο.

Ο Μεϊγουέδερ δεν θα αγαπηθεί όπως ο Άλι, αυτό είναι αλήθεια. Δεν θα αποκτήσει τον μύθο του επαναστάτη. Θα μείνει όμως αξέχαστος ως ο μποξέρ που κέρδισε τα πάντα χωρίς να θυσιάσει κάτι από την υγεία του. Και αυτό είναι επανάσταση στο μποξ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ