ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Μπριτ φαν ντεν Ντόμπελστιν στο SPORT24: “Στον Ολυμπιακό έζησα κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ – Μου έλεγαν ότι είμαι ο Τζολάκης του πόλο”

24MEDIA CREATIVE TEAM - KONSTANTINOS BADOUNAS

Απέκρουσε τρία πέναλτι στον τελικό του Champions League στη Μάλτα, χάρισε στον Ολυμπιακό μια από τις πιο συγκλονιστικές ευρωπαϊκές βραδιές της ιστορίας του και έγινε η ηρωίδα μιας ομάδας που λίγο αργότερα θα αποχαιρετούσε. Η Μπριτ Φαν ντε Ντόμπελστιν ανοίγει την καρδιά της στο SPORT24 και μιλά στα ελληνικά για τη χρονιά που την άλλαξε, την λοταρία των πέναλτι, την αποχώρησή της από τον Πειραιά, τη λατρεία των φιλάθλων και το τατουάζ με τη λέξη που θα της θυμίζει για πάντα τον Ολυμπιακό.

Υπάρχουν αθλητές που γράφουν ιστορία με ένα γκολ. Άλλοι με μια απόκρουση. Και υπάρχουν εκείνοι που χρειάζονται μερικά λεπτά για να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο θα τους θυμάται για πάντα ένας ολόκληρος σύλλογος.

Για την Μπριτ φαν ντεν Ντόμπελστιν, αυτά τα λεπτά ήρθαν στη Μάλτα.

Στον τελικό του Champions League γυναικών, εκεί όπου ο Ολυμπιακός διεκδικούσε την κορυφή της Ευρώπης, η Ολλανδή τερματοφύλακας βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο. Είχε περάσει μια σεζόν μακριά από την πατρίδα της, προσπαθώντας να προσαρμοστεί σε μια νέα χώρα, σε μια διαφορετική γλώσσα και σε έναν ρόλο που δεν της πρόσφερε τον χρόνο συμμετοχής που επιθυμούσε.

Κι όμως, όταν η μεγαλύτερη στιγμή της χρονιάς έφτασε, ήταν εκεί.

Τρία πέναλτι. Τρεις αποκρούσεις. Ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο.

Το εντυπωσιακότερο, όμως, στην ιστορία της δεν είναι μόνο όσα έκανε μέσα στην πισίνα. Είναι όσα είχε προηγουμένως σκεφτεί έξω από αυτήν.

Γιατί η ίδια αθλήτρια που πανηγύρισε με τις συμπαίκτριές της την κατάκτηση του Champions League είχε υπάρξει, λίγους μήνες νωρίτερα, ένα κορίτσι που αναρωτιόταν αν είχε κάνει λάθος που άφησε το σπίτι του, που δυσκολευόταν να επικοινωνήσει, που δεν αγωνιζόταν όσο ήθελε, αλλά τελικά στις 3 Οκτώβρη, ενώ είχε αποχωρήσει από την ομάδα βραβεύτηκε για την προσφορά της στο σύλλογο.

 

Σήμερα, φορώντας τη φανέλα της Ντε Ζάαν, η Φαν ντε Ντομπελστέιν εξακολουθεί να κουβαλά την Ελλάδα μαζί της. Στις αναμνήσεις της, στις φιλίες της, στις ελληνικές λέξεις που έμαθε να χρησιμοποιεί με απίστευτη άνεση. Ακόμη και πάνω στο σώμα της.

Στη μεγάλη αποκλειστική συνέντευξή της στο SPORT24 στα ελληνικά, η Ολλανδή τερματοφύλακας μιλά για τον τελικό που ακόμη δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει, για το δύσκολο αντίο, για τους φιλάθλους που την έκαναν να συγκινηθεί και για το ενδεχόμενο να επιστρέψει κάποια στιγμή στον Πειραιά.

Κυρίως όμως, εξηγεί πώς μια χρονιά μπορεί να είναι ταυτόχρονα η δυσκολότερη και η ομορφότερη της ζωής σου.

“Ήταν η πρώτη φορά που έφευγα από το σπίτι μου – Ήθελα να καταλαβαίνω μόνη μου τον προπονητή”

– Θέλω να μου εξηγήσεις κάτι που μου έκανε τεράστια εντύπωση. Πώς κατάφερες να μάθεις τόσο καλά ελληνικά μέσα σε μόλις έναν χρόνο;

“Γενικά μου αρέσει πάρα πολύ να μαθαίνω γλώσσες. Όταν υπέγραψα για να έρθω στην Αθήνα, είχα ήδη αποφασίσει ότι ήθελα να μάθω ελληνικά. Δεν έκανα μαθήματα με κάποιον δάσκαλο. Προσπάθησα να τα μάθω μέσα από την καθημερινότητά μου.

Μετά τους πρώτους τρεις μήνες είπα στις συμπαίκτριές μου ότι, αν ήθελαν, μπορούσαν να μου μιλούν στα ελληνικά, γιατί έτσι θα ήταν πιο εύκολο για μένα να μάθω περισσότερα. Προσπαθούσα επίσης να μιλάω ελληνικά καθημερινά με ανθρώπους που είχα κοντά μου.

Σιγά σιγά μάθαινα όλο και περισσότερα. Και τώρα μπορούμε να κάνουμε αυτή τη συνέντευξη στα ελληνικά!”.

– Πόσο σε άλλαξε συνολικά η χρονιά στην Ελλάδα, εντός και εκτός πισίνας;

“Πάρα πολύ. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έφευγα από το σπίτι μου. Μέχρι τότε έμενα με τους γονείς μου στην Ολλανδία. Ξαφνικά βρέθηκα σε μια άλλη χώρα, σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, χωρίς να γνωρίζω καλά τη γλώσσα.

Γνώριζα κάποια κορίτσια, όπως τη Χριστίνα Σιούτη, και υπήρχαν κι άλλες Ολλανδές που αγωνίζονταν στην Αθήνα. Αλλά είναι διαφορετικό να ξέρεις μερικούς ανθρώπους και διαφορετικό να μετακομίζεις κάπου χωρίς να γνωρίζεις πραγματικά τι σε περιμένει.

Ήθελα να καταλαβαίνω τον προπονητή. Αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος που ήθελα τόσο πολύ να μάθω ελληνικά. Τα κορίτσια με βοηθούσαν. Στις ομιλίες της ομάδας κάποια συμπαίκτριά μου ερχόταν πάντα να μου εξηγήσει τι είχε πει ο προπονητής. Αλλά εγώ ήθελα να μπορώ να τον καταλαβαίνω μόνη μου.

Η Ελλάδα με άλλαξε πάρα πολύ. Όχι μόνο ως αθλήτρια, αλλά και ως άνθρωπο. Μέσα στην πισίνα και έξω από αυτήν

Έμαθα πράγματα για τον εαυτό μου, για το πώς είναι να ζεις μόνη σου, να αντιμετωπίζεις δυσκολίες και να προσπαθείς να βρεις τη θέση σου σε ένα καινούργιο περιβάλλον”.

“Στο πίσω μέρος του μυαλού μου ήξερα ότι, αν πηγαίναμε στα πέναλτι, θα έμπαινα εγώ”

–Ας πάμε στον τελικό του Champions League στη Μάλτα. Είχες ήδη αποκρούσει δύο πέναλτι σε προηγούμενο παιχνίδι των playoffs. Πριν από τον τελικό, πίστευες ότι θα ερχόταν η στιγμή σου;

“Στην προπόνηση δουλεύαμε πολύ τα πέναλτι. Συνήθως τα κάναμε προς το τέλος και τα κορίτσια δυσκολεύονταν αρκετά να μου βάλουν γκολ. Υπήρχε μια συζήτηση ότι, αν ένα παιχνίδι πήγαινε στα πέναλτι, θα έμπαινα εγώ.

Αλλά δεν ήμουν σίγουρη. Είχα αγωνιστεί ελάχιστα στη διάρκεια της χρονιάς και τους τελευταίους δύο μήνες ουσιαστικά έμπαινα μόνο για τη διαδικασία των πέναλτι. Δεν ήξερα αν ο προπονητής θα με εμπιστευόταν στην πιο σημαντική στιγμή ολόκληρης της σεζόν.

Παρόλα αυτά, στο πίσω μέρος του μυαλού μου ήξερα ότι, αν ο τελικός πήγαινε στα πέναλτι, πιθανότατα θα έμπαινα εγώ”.

–Τι συνέβη όταν η Στεφανία Σάντα σκόραρε στα τελευταία δευτερόλεπτα και ο τελικός οδηγήθηκε στα πέναλτι;

“Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη όταν η Στεφανία σκόραρε, ενώ απέμεναν περίπου 12 δευτερόλεπτα. Πανηγυρίσαμε όλες, αλλά αμέσως μετά σκέφτηκα: Εντάξει, τώρα πάμε στα πέναλτι.

Εξωτερικά φαινόμουν χαλαρή. Ο βοηθός προπονητή ήρθε και μου είπε ότι θα μπω εγώ και ότι θα κερδίσουμε. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα απλώς: Εντάξει, θα μπω και θα δούμε.

Κολύμπησα προς την άλλη πλευρά της πισίνας, εκεί όπου έπρεπε να βρίσκομαι ως τερματοφύλακας. Άκουγα τα κορίτσια να με ενθαρρύνουν. Μου φώναζαν: Μπριτ, μπορείς! Είσαι η καλύτερη!

Και μετά ήρθε το πρώτο πέναλτι”.

–Τι σκέψεις έκανες εκείνη τη στιγμή;

“Σκεφτόμουν τι έπρεπε να κάνω. Τελικά είπα στον εαυτό μου ότι θα ακολουθήσω αυτό που αισθάνομαι.

Γενικά, στα πέναλτι η πίεση βρίσκεται περισσότερο στην παίκτρια που εκτελεί. Εκείνη πρέπει να σκοράρει. Δεν θεωρείται δεδομένο ότι ο τερματοφύλακας θα αποκρούσει το σουτ.

Είχα την αίσθηση ότι η μπάλα θα πήγαινε προς μια συγκεκριμένη πλευρά.

Και το έπιασα.

Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη. Είχα παίξει τόσο λίγο μέσα στη χρονιά και ξαφνικά βρισκόμουν στη διαδικασία των πέναλτι ενός τελικού Champions League. Εκείνη η απόκρουση με έκανε να αισθανθώ πολύ δυνατή. Σκέφτηκα: Είμαι καλή παίκτρια. Μπορώ να το κάνω.

Πανηγύρισα, αλλά αμέσως είπα στον εαυτό μου ότι πρέπει να συγκεντρωθώ στο επόμενο”.

–Και στη συνέχεια ήρθαν άλλες δύο αποκρούσεις. Πώς τις έζησες;

“Στο επόμενο πέναλτι ήμουν τόσο σίγουρη για το πού θα πάει η μπάλα, ώστε κινήθηκα με τα δύο χέρια. Όταν την απέκρουσα, σκέφτηκα: Το έπιασα ξανά!

Στο πέναλτι της Ελευθερίας μάλιστα, νόμιζα ότι η μπάλα είχε περάσει μέσα. Είχα απομακρυνθεί από το δοκάρι και για μια στιγμή πίστεψα ότι είχε καταλήξει στα δίχτυα. Μετά την είδα έξω και κατάλαβα ότι το άγγιγμά μου με τα ακροδάχτυλα ήταν αρκετό.

Όταν η Χριστίνα Σιούτη πέτυχε το τελευταίο γκολ, είδα ξαφνικά όλα τα κορίτσια να κολυμπούν προς τα εμένα και κατάλαβα ότι είχε τελειώσει. Είδα και την Ιωάννα να έρχεται προς το μέρος μου.

Ήμουν σε σοκ. Είχα αποκρούσει τρία στα τρία πέναλτι. Και όταν συνειδητοποίησα ότι είχαμε κατακτήσει το Champions League με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούσα να το πιστέψω.

Νομίζω ότι για περίπου μία ώρα δεν καταλάβαινα πραγματικά τι είχε συμβεί”.

“Ακόμη κι αν κερδίσω χρυσό στους Ολυμπιακούς Αγώνες, δεν ξέρω αν θα νιώσω ξανά έτσι”

–Ήταν η μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας σου;

“Ναι. Ήταν η καλύτερη στιγμή που έχω ζήσει στην καριέρα μου στο πόλο. Και δεν ξέρω αν θα ζήσω ποτέ κάτι μεγαλύτερο με αυτόν τον τρόπο.

Ίσως να πάω στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Λος Άντζελες. Ίσως να κατακτήσουμε ένα χρυσό μετάλλιο με την Ολλανδία. Προφανώς, ένα ολυμπιακό χρυσό θα ήταν μεγαλύτερη διάκριση.

Αλλά δεν ξέρω αν θα αισθανθώ ξανά το ίδιο. Γιατί αυτό που συνέβη στον τελικό ήταν κάτι τόσο ιδιαίτερο για μένα. Να μπω στη διαδικασία των πέναλτι, να αποκρούσω τρία στα τρία και να κατακτήσουμε το Champions League… Δεν ξέρω αν μπορεί να επαναληφθεί.

Μπορεί να ζήσω μια ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία, αλλά ίσως να μη νιώσω ποτέ ξανά ακριβώς αυτό που ένιωσα εκείνη τη βραδιά”.

–Ποια είναι τελικά η συνταγή της επιτυχίας στα πέναλτι; Είναι ένστικτο, προετοιμασία ή τύχη;

“Νομίζω ότι μπορείς να ελέγξεις τα συναισθήματά σου, αλλά στο τέλος τα πέναλτι είναι μια λοταρία. Πρέπει, βέβαια, να παραμένεις ψύχραιμος. Αυτό βοηθάει πάρα πολύ. Αλλά χρειάζεται και να βρεθείς στην κατάλληλη στιγμή.

Για παράδειγμα, στο πέναλτι της Ελευθερίας Πλευρίτου νόμιζα ότι η μπάλα είχε μπει, αλλά τελικά χτύπησε στο δοκάρι. Είχα την αίσθηση ότι θα σουτάρει προς εκείνη την πλευρά. Δεν ξέρω από πού μου ήρθε αυτή η αίσθηση.

Ο τερματοφύλακας μπορεί να επηρεάσει πολύ αυτό που θα συμβεί, αλλά δεν μπορεί να το ελέγξει απόλυτα.

Πάντα λέω ότι θα προτιμούσα τα παιχνίδια να κρίνονται με golden goal ή με κάτι παρόμοιο, αντί για πέναλτι. Για τον τερματοφύλακα τα πέναλτι είναι πιο διασκεδαστικά, γιατί αν αποκρούσεις ένα, γίνεσαι ήρωας. Όμως δεν θεωρώ ότι αντιπροσωπεύουν πραγματικά την ποιότητα μιας ομάδας.

Εμένα προσωπικά μου αρέσουν πάρα πολύ τα πέναλτι. Αλλά θα παραμένουν πάντα μια λοταρία. Δεν νομίζω ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να κρίνεται ένα παιχνίδι”.

“Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά τέτοια σχέση με άλλη τερματοφύλακα”

–Μετά το τελευταίο πέναλτι, η Ιωάννα Σταματοπούλου ήταν από τις πρώτες που έσπευσαν κοντά σου. Πώς ήταν η σχέση σας, δεδομένου ότι εκείνη αγωνιζόταν περισσότερο στη διάρκεια της σεζόν;

“Για μια τερματοφύλακα είναι πάντα δύσκολο, γιατί υπάρχει μόνο μία θέση μέσα στο νερό. Όμως με την Ιωάννα είχαμε μια πραγματικά πολύ καλή σχέση.

Κάναμε εξαιρετικές προπονήσεις μαζί. Μιλούσαμε για το παιχνίδι μας, συζητούσαμε τι μπορούσαμε να βελτιώσουμε και προσπαθούσαμε να βοηθάμε η μία την άλλη.

Η Ιωάννα καταλάβαινε ότι για μένα ήταν δύσκολο να μην αγωνίζομαι τόσο πολύ. Αλλά, φυσικά, δεν μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση, γιατί στο τέλος ο προπονητής αποφασίζει ποια θα παίξει.

Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι παραμείναμε φίλες και συνεχίσαμε να δουλεύουμε μαζί. Δεν νομίζω ότι έχω νιώσει ποτέ ξανά κάτι αντίστοιχο με άλλη τερματοφύλακα, ούτε στην εθνική ομάδα ούτε στους προηγούμενους συλλόγους μου.

Μπορεί να μην αγωνιζόμουν όσο θα ήθελα, αλλά η ατμόσφαιρα μεταξύ μας ήταν πραγματικά υπέροχη”.

“Είχα αποφασίσει να φύγω πριν από τον τελικό”

–Λίγες ημέρες μετά την κατάκτηση του Champions League ανακοινώθηκε η αποχώρησή σου από τον Ολυμπιακό. Πότε πήρες αυτή την απόφαση;

“Το είχα αποφασίσει πριν από τον τελικό. Είχα καταλάβει ότι για μένα θα ήταν καλύτερο να φύγω, γιατί ήθελα να αγωνίζομαι περισσότερο.

Ο μεγάλος μου στόχος είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Λος Άντζελες. Για να διεκδικήσω τη θέση μου στην εθνική ομάδα, χρειάζομαι παιχνίδια και αγωνιστικό χρόνο.

Στον Ολυμπιακό υπήρχε η Ιωάννα και υπήρχαν και περιορισμοί σχετικά με τις ξένες παίκτριες που μπορούσαν να αγωνίζονται. Αυτό σήμαινε ότι κάποιες φορές δεν βρισκόμουν καν στον πάγκο. Ήταν δύσκολο για μένα.

Δεν έφυγα επειδή δεν αγαπούσα την ομάδα. Το αντίθετο. Τα κορίτσια καταλάβαιναν την απόφασή μου, αλλά μου έλεγαν ότι δεν ήθελαν να φύγω. Αυτό σήμαινε πάρα πολλά.

Και ίσως γι’ αυτό ο τελικός ήταν ακόμη πιο συναισθηματικός για μένα. Γιατί ήξερα ότι θα ήταν το τελευταίο μου μεγάλο παιχνίδι μαζί τους”.

–Υπάρχει περίπτωση να επιστρέψεις κάποια στιγμή στον Ολυμπιακό;

“Είμαι σίγουρη ότι η πόρτα θα είναι πάντα ανοιχτή.

Το κατάλαβα ακόμη περισσότερο όταν επέστρεψα στην Ελλάδα για το Super Cup. Ήταν μια έκπληξη για τα κορίτσια και η υποδοχή τους ήταν απίστευτη. Μου έλεγαν να πάω να προπονηθώ μαζί τους, με ρωτούσαν αν θέλω να είμαι στη φωτογράφιση της ομάδας, με καλούσαν για καφέ.

Και δεν ήταν μόνο οι συμπαίκτριές μου. Ήταν ο προπονητής, ο πρόεδρος, όλοι οι άνθρωποι του συλλόγου.Όλοι χαίρονταν που με έβλεπαν.

Αυτό είναι κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Νιώθω ότι, αν κάποια στιγμή αποφασίσω πως είναι η κατάλληλη ώρα να επιστρέψω, θα υπάρχει η δυνατότητα να ξανασυνεργαστούμε.

Για μένα είναι πολύ σημαντικό να έχω δημιουργήσει μια τέτοια σχέση με έναν τόσο μεγάλο σύλλογο”.

“Μου έλεγαν ότι είμαι ο Τζολάκης του πόλο – Στην Ολλανδία με αποκάλεσαν Τιμ Κρουλ”

– Μετά τον τελικό, πολλοί φίλαθλοι του Ολυμπιακού άρχισαν να σε συγκρίνουν με τον Κωνσταντίνο Τζολάκη, εξαιτίας των αποκρούσεών του στα πέναλτι στο ποδόσφαιρο. Έφτασε αυτή η σύγκριση και σε σένα;

“Ναι, πάρα πολύ!

Πολλοί άνθρωποι μου έλεγαν ότι ήμουν ο Τζολάκης του πόλο.

Στην αρχή έπρεπε να καταλάβω καλύτερα την ιστορία και γιατί το έλεγαν. Αλλά μετά κατάλαβα ότι είχε να κάνει με εκείνες τις μεγάλες αποκρούσεις στα πέναλτι.

Ήταν πολύ αστείο και ταυτόχρονα πολύ όμορφο που ο κόσμος έκανε αυτή τη σύγκριση”.

– Και στην Ολλανδία; Υπήρξε κάτι αντίστοιχο;

“Ναι, αλλά εκεί υπήρχε μια διαφορετική σύγκριση.

Στην Ολλανδία κάποιοι θυμήθηκαν τον Τιμ Κρουλ και όσα είχε κάνει με την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου στο Μουντιάλ του 2014, όταν μπήκε για τη διαδικασία των πέναλτι.

Μάλιστα, έγινε και σχετική αναφορά σε ολλανδική εφημερίδα.

Ήταν ενδιαφέρον, γιατί στην Ελλάδα όλοι μου μιλούσαν για τον Τζολάκη, ενώ στην Ολλανδία θυμούνταν μια διαφορετική ιστορία.

Αλλά και στις δύο περιπτώσεις η ιδέα ήταν η ίδια: ένας τερματοφύλακας που μπαίνει σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή και καταφέρνει να βοηθήσει την ομάδα του στα πέναλτι”.

“Μου λείπει η Ελλάδα, αλλά τώρα πρέπει να σκέφτομαι το Λος Άντζελες”

–Ποιος είναι ο επόμενος στόχος σου με τη Ντε Ζάαν και σε προσωπικό επίπεδο;

“Αυτή τη στιγμή θέλω να παίζω όσο το δυνατόν περισσότερα δυνατά παιχνίδια. Με τη Ντε Ζάαν θέλουμε να δείξουμε ότι μια ολλανδική ομάδα μπορεί να είναι ανταγωνιστική στο Champions League.

Έχουμε θέσει ως στόχο να φτάσουμε στις οκτώ καλύτερες ομάδες της διοργάνωσης. Δεν θα είναι εύκολο, αλλά πιστεύουμε ότι μπορούμε να το πετύχουμε.

Προσωπικά, θέλω να συνεχίσω να βελτιώνομαι και να προετοιμαστώ όσο καλύτερα μπορώ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες.

Μου λείπει η Ελλάδα. Μου λείπουν οι άνθρωποι, οι συμπαίκτριές μου, όλα όσα έζησα εκεί. Αλλά δεν ξέρω αν θα ήταν σωστό να επιστρέψω τόσο σύντομα.

Ίσως κάποια στιγμή να γυρίσω στον Ολυμπιακό. Δεν το αποκλείω καθόλου. Απλώς τώρα νιώθω ότι πρέπει να κάνω αυτό που είναι καλύτερο για την εξέλιξή μου”.

“Η λέξη που έκανα τατουάζ είναι το ‘τέλεια'”

–Αν έπρεπε να περιγράψεις με δύο ή τρεις λέξεις τη χρονιά σου στον Ολυμπιακό, ποιες θα διάλεγες;

“Είναι πολύ δύσκολο. Γιατί, από τη μία, θέλω να πω ότι ήταν τέλεια. Από την άλλη, δεν ήταν όλα τέλεια. Υπήρχαν πάρα πολλές δύσκολες στιγμές.

Θα σου πω, όμως, μια ιστορία.

Στην αρχή της σεζόν, περίπου δέκα ημέρες αφότου είχα έρθει στην Ελλάδα, είχαμε πει με την Ευτυχία, την τρίτη μας τερματοφύλακα, ότι αν κατακτούσαμε το Champions League θα κάναμε ένα τατουάζ. Το είπαμε περισσότερο για πλάκα.

Όταν τελικά το κατακτήσαμε, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι θα μπορούσαμε να γράψουμε.

Η Ευτυχία έλεγε συνέχεια μια ολλανδική λέξη που σημαίνει σεβασμός. Ήταν μια λέξη που χρησιμοποιούσε για πλάκα όλη τη χρονιά, αλλά εγώ δεν ένιωθα ότι ήθελα να τη χαράξω στο σώμα μου.

Τότε σκέφτηκα να κάνω τη λέξη ‘τέλεια’ στα ελληνικά.

Ζήτησα από έξι κορίτσια της ομάδας να μου γράψουν τη λέξη με τον δικό τους γραφικό χαρακτήρα. Ανάμεσά τους ήταν η Χριστίνα Σιούτη, η Ιωάννα και άλλες συμπαίκτριές μου. Διάλεξα μία από τις γραφές τους και την έκανα τατουάζ.

Γιατί αυτή η λέξη περιγράφει όσα έζησα. Όλα όσα συνέβησαν εκείνη τη χρονιά, όλα όσα καταφέραμε, όλα όσα αισθάνθηκα.

Αν με ρωτούσες πριν από τον τελικό, δεν θα σου έλεγα ότι η χρονιά μου ήταν τέλεια. Σίγουρα όχι.

Υπήρχαν στιγμές που ήταν πραγματικά πολύ δύσκολα. Δεν αγωνιζόμουν όσο ήθελα, οι προπονήσεις ήταν απαιτητικές και κάποιες φορές σκεφτόμουν να γυρίσω στο σπίτι μου.

Υπήρξαν στιγμές που έλεγα ότι θέλω να πάω στο αεροδρόμιο, να επιστρέψω στην Ολλανδία και να μην ξαναγυρίσω.

Αλλά μετά ήρθε εκείνος ο τελικός.

Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να διαλέξω μόνο μία λέξη. Ήταν δύσκολα. Και ήταν τέλεια.

Ίσως τελικά να χρειάζομαι και τις δύο”.

“Δεν υπάρχει λέξη σε καμία γλώσσα για να πω πόσο θέλω να ευχαριστήσω τον κόσμο του Ολυμπιακού”

– Θέλω να σου ζητήσω κάτι τελευταίο. Να στείλεις στα ελληνικά ένα μήνυμα στους φιλάθλους του Ολυμπιακού, που ακόμη σε θυμούνται και σε αγαπούν. Τι θα ήθελες να τους πεις;

“Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Έχω πει πολλές φορές “ευχαριστώ”, αλλά κάθε φορά νιώθω ότι δεν είναι αρκετό. Το “ευχαριστώ” είναι μια πολύ εύκολη λέξη. Αλλά αυτό που θέλω να πω είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Δεν ξέρω πώς να το πω ούτε στα ελληνικά ούτε στα αγγλικά. Νομίζω ούτε στα ολλανδικά υπάρχει η σωστή λέξη. Θέλω να τους πω ένα πάρα, πάρα, πάρα πολύ μεγάλο ευχαριστώ για όλα όσα έκαναν για μένα. Για την αγάπη τους, για τη στήριξή τους, για όσα μου έδωσαν. Αλλά ακόμη κι έτσι, νιώθω ότι δεν μπορώ να εξηγήσω πόσο πολύ το εννοώ. Δεν ξέρω αν υπάρχει λέξη που να είναι αρκετά μεγάλη για να πει αυτό που νιώθω. Οπότε θα πω απλώς: ευχαριστώ πάρα πολύ.

Για όλα”.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ