OPINIONS

Το ντέρμπι της 102ης Αυγούστου…

Το ντέρμπι Ολυμπιακού-ΠΑΟΚ έχει δεδομένα γνωστά από το καλοκαίρι. Ο Μίτσελ, ο Στέφενς, τα όπλα του καθενός και ένα ματς που θα μπορούσε να είχε γίνει και τον ... Αύγουστο

Ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ, αντιμέτωποι την Κυριακή το βράδυ στο ντέρμπι κορυφής στο Καραϊσκάκη, διαφέρουν σε πολλά αγωνιστικά, μοιάζουν όμως πολύ και σε κάτι: όσα, καλά η άσχημα, μας έδειξαν ευθύς εξ αρχής και ήδη από τα πρώτα ματς της χρονιάς, παραμένουν κυρίαρχα στοιχεία του παιγνιδιού τους.

Και οι δυο είναι σαν να μην γιάτρεψαν στο πέρασμα των μηνών καμία από τις αδυναμίες τους. Από την άλλη, δείχνουν σε κάθε ευκαιρία (και μερικές φορές με εξαιρετικό τρόπο) τις νέες αρετές τους. Αυτή η παρατήρηση γίνεται περισσότερο κατανοητή στην περίπτωση του Ολυμπιακού, αλλά ισχύει και για τον ΠΑΟΚ.

Στο πρώτο κιόλας ματς του Ολυμπιακού στο Τσάμπιονς λιγκ, σε εκείνο δηλαδή με την Παρί στο Καραϊσκάκη, είδαμε μια μικρή περίληψη δυνατοτήτων και αδυναμιών του: ό,τι ακολούθησε στη σεζόν θυμίζει (για την ώρα…) όσα τότε είδαμε. Στο πρώτο ημίχρονο κόντρα στους πρωταθλητές Γαλλίας είχαμε χαρεί την καλή κυκλοφορία της μπάλας, την ικανότητα απλώματος του παιγνιδιού στο πλάι, την ένταση του επιθετικού παιγνιδιού και το γρήγορο ρυθμό.

Στο δεύτερο ημίχρονο είχαμε δει την αδυναμία στο πρέσινγκ, την ταραχή της ομάδας στα κόρνερ, την παθητικότητα με την οποία αντιμετώπισε τον αντίπαλο όταν αυτός κράτησε τη μπάλα. Τότε η διαφορά της εμφάνισης μεταξύ των δυο ημιχρόνων είχε αποδοθεί σε κακή κατανομή δυνάμεων: ίσχυε αλλά μόνο εν μέρει, καθώς δεν είναι δυνατόν μια ομάδα που προετοιμάζεται από τον Ιούλιο και αγωνίζεται σε ματς πρωταθλήματος από τις 22 Αυγούστου να έχει προβλήματα φυσικής κατάστασης στις 17 Σεπτεμβρίου!

Βάρος στην ανάπτυξη, ο Μίτσελ

Η εξέλιξη της σεζόν απέδειξε πως όσα είχαμε δει τότε είναι αποτέλεσμα δουλειάς ή έλλειψης δουλειάς: ο Μίτσελ, πιεσμένος να παρουσιάσει μια ομάδα που να παίξει θεαματικό ποδόσφαιρο, έχει προφανώς ρίξει το βάρος στο κομμάτι της ανάπτυξης του παιγνιδιού και αυτό φαίνεται και από την προσοχή που δείχνει στη διαχείριση των επιθετικών, τους οποίους εναλλάσσει φροντίζοντας να τους δίνει μεγάλη διάρκεια συμμετοχής, ώστε να εκμεταλλεύεται την φρεσκάδα και την κλάση τους. Από την άλλη, ήδη από τα καλοκαιρινά φιλικά φαινότανε, ότι η ανασταλτική λειτουργία της ομάδας δεν μοιάζει να είναι κύρια προτεραιότητα.

Σημείωνα πριν το ματς με τη Μπενφίκα, ότι ανεξαρτήτου διάταξης, ο Μίτσελ θα ήθελε τον Μασάντο για να πετύχει μια καλύτερη κυκλοφορία της μπάλας ως αντίδοτο στο πορτογαλικό πρέσινγκ: ο Ισπανός γνωρίζει ότι η ομάδα ανασταλτικά δεν λειτουργεί πολύ καλά και ότι η μόνη της άμυνα είναι σε αυτές τις περιπτώσεις η επίθεσή της – μην ξεχνάτε ότι και με την Παρί θέλησε να αντέξει στην πίεση των Γάλλων χρησιμοποιώντας στην επανάληψη τον Κάμπελ, επιλογή που δεν είχε αποδώσει, αλλά μαρτυρά τη νοοτροπία του προπονητή.

Μικρό ροτέισον, ο Στέφενς

Κι ο ΠΑΟΚ είχε δείξει τις δικές του αρετές, αλλά και τα προβλήματά του, πολύ νωρίς: ήδη είχε «σχηματιστεί» ο χαρακτήρας της ομάδας του στα ματς με τη Μέταλιστ και τη Σάλκε. Α ντίθετα από το Μίτσελ, ο Στέφενς δεν θέλει να κάνει πολύrotationκαι το έδειξε αμέσως: οι αλλαγές στην ενδεκάδα είναι σχεδόν πάντα υποχρεωτικές και οι βασικοί του είναι 15-16 παίκτες. Σε εκείνα τα καλοκαιρινά ματς, ο Ολλανδός έδειξε αμέσως πως είτε η διάταξη είναι 4-2-3-1, είτε 4-4-2, η βασική επιδίωξη της ομάδας πρέπει να είναι το πως θα πάει γρήγορα η μπάλα μπροστά (χωρίς δεκάδες πάσες και προσπάθειες να «χτιστεί» μια επίθεση από τα μετόπισθεν).

Κυρίως φάνηκε το πόσο χρήσιμες θα είναι οι στημένες φάσεις – αληθινό όπλο του ΠΑΟΚ γιατί διαθέτει και καλούς παίκτες στο ψηλό παιγνίδι (Βιτόρ και Κατσουράνης αλλά και Αθανασιάδης δεν συγχωρούν) αλλά και καλούς εκτελεστές: στην παρέα του Λίνο, του Στοχ και του Λούκας προστέθηκαν αργότερα και ο Τζαβέλας και ο Νίνης που έχουν αυτό το χάρισμα.

Το σπουδαίο είναι ότι ο ΠΑΟΚ είχε δείξει κόντρα (ειδικά κόντρα στους Γερμανούς) το μεγάλο του πείσμα και την ικανότητα του να αντιδρά: είχε ισοφαρίσει στο Γκιζελκίρχεν, έχοντας περάσει μεγάλες δυσκολίες στην αρχή, και είχε κάνει το ίδιο δυο φορές στην Τούμπα πριν παραδοθεί στα κέφια του Ντράξλερ.

Πως αντιδρά ο ΠΑΟΚ

Αυτή η δυνατότητα αντίδρασης είναι το χαρακτηριστικό του ΠΑΟΚ και οφείλεται σε δυο λόγους: πρώτον στην ικανότητα της ομάδας να υποστηρίζει τους παίκτες περιοχής παίζοντας συχνά και με μεγάλες μπαλιές (οι χαφ και ο Λίνο «ταϊζουν» πολύ και όχι πάντα ορθόδοξα, όχι μόνο τον Σαλπιγγίδη και τον Κλάους, αλλά και το Βούκιτς και τον Νέσιντ) και δεύτερον στον γεμάτο από μεσοεπιθετικούς πάγκο. Η συνύπαρξη πολλών κυνηγών προς το τέλος των ματς προκαλεί πίεση και οδηγεί τον αντίπαλο στο να χαρίζει κόρνερ και φάουλ: με τη μπάλα στημένη ο ΠΑΟΚ είναι η καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα. Φυσικά ήδη από αυτά τα πρώτα ματς φάνηκαν και αδυναμίες.

Η επίθεση είναι εξαρτημένη από τα κέφια του Στοχ και κατά δεύτερον του Λούκας: αν αυτοί είναι εκτός παιγνιδιού το επιθετικό παιγνίδι χωλαίνει. Το κεντρικό αμυντικό δίδυμο έχει κυρίως όταν η ομάδα ανεβεί ψηλά. Το φίλτρο των χαφ (απο τους οποίους λείπει πολύ ο Κάτσε) δεν είναι το καλύτερο κι ο Τζιώλης τρέχει συχνά μόνος. Όμως το μεγαλύτερο από τα προβλήματα του ΠΑΟΚ αφορά την ίδια την ανάγνωση των ματς: ο ΠΑΟΚ είναι μια ομάδα με δυο ψυχές καθώς από τη μία υπάρχει η νοοτροπία του Στέφενς, που θέλει η ομάδα να πηγαίνει μπροστά (και γρήγορα) κι από την άλλη υπάρχει η λογική των ελλήνων διεθνών, που λατρεύουν το 1-0, την αμυντική κάλυψη, το οριζόντιο ποδόσφαιρο και την αναμονή.

Βρήκαν τους πρωταγωνιστές

Στην πορεία οι δυο ομάδες βρήκαν πρωταγωνιστές. Ο Ολυμπιακός το Μήτρογλου και τον Ρομπέρτο που καθορίζουν τη σεζόν του. Ο ΠΑΟΚ τον Βιτόρ, που στο Καραϊσκάκη θα λείψει πολύ, όπως άλλωστε και από τον Ολυμπιακό ο Βάις. Και οι δυο ομάδες έχουν από μηχανής Θεούς που έδωσαν λύσεις στα δύσκολα (στον ΠΑΟΚ ο Βούκιτς, στον Ολυμπιακό ο Χολέμπας που δεν πολύ υπολογίζονταν αρχικά) και οι δυο καμαρώνουν για την πρόοδο κάποιων μικρών που ξεχώρισαν – στον ΠΑΟΚ είναι ο Κίτσιου, στον Ολυμπιακό ο Σάμαρης. Και οι δυο είναι ομάδες με ορατές αδυναμίες κι αυτό θα κρίνει το μεταξύ τους ματς.

Ο ΠΑΟΚ δύσκολα θα αντέξει, αν πιστέψει ότι ο Ολυμπιακός είναι κουρασμένος και του αφήσει τη μπάλα, όπως έκανε με τη Μπακάμπι: ο Ολυμπιακός, πιο πολύ και από την κούραση, υποφέρει όταν δεν έχει τη μπάλα – νομίζω ότι ο Μίτσελ, που το ξέρει αυτό, θα επιστρατεύσει την Κυριακή το Μασάδο, ίσως και τον Κάμπελ που εγγυάται κούρσες. Ο Ολυμπιακός από την άλλη θα χει προβλήματα αν συνεχίσει να πετά το πρώτο ημίχρονο και να αμύνεται άσχημα στις στημένες φάσεις κι αν πιστέψει ότι και με τον ΠΑΟΚ το ματς μπορεί να τελειώσει 1-0.

Ακόμα κι αν πάει στο Καραϊσκάκη να δει το ματς ο Σάντος, που βλέπει πάντα ματς που τελειώνουν 1-0, αυτή τη φορά αυτό νομίζω ότι δεν φτάνει. Αντίθετα το 0-1 αρκεί στον ΠΑΟΚ, αλλά είναι κι αυτό κομμάτι δύσκολο…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ