ΜΠΑΓΕΡΝ

Όταν “θυμήθηκε” να παίξει σαν ομάδα, η Ρεάλ προδόθηκε από την απειθαρχία της

Real Madrid's Kylian Mbappe, left, and Real Madrid's Vinicius Junior react during a Spanish La Liga soccer match between Real Madrid and Girona in Madrid, Spain, Friday, April 10, 2026. (AP Photo/Manu Fernandez)

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τους “κακομαθημένους” σταρ του Φλορεντίνο Πέρεθ και τους Έλληνες μιμητές του προέδρου της Ρεάλ.

Πριν από καιρό ο Ερνέστο Βαλβέρδε είχε μπει στη διαδικασία να περιγράψει, σε έναν ατζέντη που τον προσέγγιζε με την απορία σχετικά με την επιλογή του να μη δώσει συνέχεια σε “μεγάλους πάγκους” μετά την Μπαρτσελόνα, ένα μέρος της ρουτίνας που είχε στον καιρό του στην Μπάρτσα.

Εξηγούσε ότι προκειμένου να κατορθώσει να φτιάξει το game plan για ένα ματς έπρεπε να δώσει πολύ από τον χρόνο και την ενέργειά του στις δημόσιες σχέσεις: να μιλήσει με τους σταρ του, με πρώτο τον Μέσι. Κι ύστερα να πάρει το feedback από τους ατζέντηδές τους προκειμένου να τσεκάρει αν ήταν ή όχι ειλικρινείς μαζί του. Κι ύστερα όλες αυτές τις πληροφορίες να τις κουβεντιάσει με τον εκπρόσωπο της διοίκησης και τον εκπρόσωπο των “σοφών” του κλαμπ, αυτών που είχαν τότε άποψη σχετικά με το πώς πρέπει να παίζει η Μπάρτσα και φυσικά ασκούσαν επιρροή στην διοίκηση.

Τα μεγάλα κλαμπ είναι πολυεθνικές. Και η διεύθυνση μιας πολυεθνικής έχει πάψει εδώ και δεκαετίες να είναι συνώνυμη με τα τυπικά καθήκοντα ενός προπονητή ή έστω με τα καθήκοντα του επικεφαλής ενός προπονητικού επιτελείου. Και οι βασικές απαιτούμενες δεξιότητες έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τα “τυπικά προσόντα” ενός προπονητή. Οι ομάδες ζητούν διαχειριστές προσωπικοτήτων με μεγάλη αποτελεσματικότητα στις δημόσιες σχέσεις. Οι περισσότερες μεγάλες πολυεθνικές λειτουργούν κάπως έτσι. Θέλουν να φτιάχνουν ομάδα, αλλά το ζητούν αυτό από τον προπονητή στη βάση ότι αυτός πρέπει να κάνει τα πάντα για να αποφεύγει τη ρήξη με τους σταρ. Το πιο ακραίο παράδειγμα είναι η Ρεάλ Μαδρίτης της εποχής του Φλορεντίνο Πέρεθ.

Το βράδυ της Τετάρτης στο Μόναχο απέναντι στην Μπάγερν η Ρεάλ έκανε την καλύτερη φετινή εμφάνισή της στο επίπεδο της ομαδικής λειτουργίας. Μόνο στο αμυντικό κομμάτι, διότι μόνο σε αυτό ακολούθησαν το πλάνο του Αλβαρο Αρμπελόα, όπως καλά καταλάβαμε μέσα από την τηλεοπτική μετάδοση. Κάθε φορά που ο Αρμπελόα τους έδειχνε, για να τους βοηθήσει, τους χώρους για να αναπτύξουν μια επίθεση, εκείνοι πήγαν από αλλού – δηλαδή από όπου τους έλεγε το μυαλό και το κέφι τους. Στη φάση της άμυνας όμως, επειδή τους έκαιγε να προκριθούν, οι ποδοσφαιριστές της Ρεάλ ήταν προσηλωμένοι στο πλάνο μέχρι τη στιγμή της αποβολής του Καμαβινγκά στο 86’ο λεπτό.

Στο Μόναχο η Ρεάλ “φώναξε” την φετινή αδυναμία της. Μέχρι εδώ δεν είχε καταφέρει να γίνει “ομάδα” και να έχει καλή ομαδική λειτουργία. Πρώτα επειδή οι σταρ βάλθηκαν να διώξουν τον Τσάμπι Αλόνσο, ο οποίος πήγε να αλλάξει μια κουλτούρα χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο. Ο Αλόνσο πήγε να βάλει νέους κανόνες συμπεριφοράς για να χτίσει μια συλλογική κουλτούρα και να φτάσει να κάνει την Ρεάλ “ομάδα”.

Οι παίκτες δεν το ανέχθηκαν, όπως μας έδειξαν και με τη δημόσια συμπεριφορά τους, και τον “έφαγαν”. Διότι ο Φλορεντίνο Πέρεθ για ακόμη μια φορά έβαλε τα “κέφια” των σταρ πάνω από τον σκοπό που εκείνος είχε πει στον Αλόνσο ότι θέτει ως προτεραιότητα – το να γίνει η Ρεάλ ομάδα. Και ύστερα επειδή με την τοποθέτηση του Αλβαρο Αρμπελόα οι ποδοσφαιριστές πήραν το μήνυμα ότι μπορούν να συνεχίσουν να κάνουν το κέφι τους.

Τοποθετώντας έναν “φίλο” στον πάγκο, ο Πέρεθ είδε την Ρεάλ να μένει στο -9 από την Μπαρτσελόνα μετά την 31η αγωνιστική της La Liga. O πρόεδρος είχε την προσδοκία ότι τα παιδιά με τα μεγάλα “εγώ” θα έβγαζαν την ποιότητα και την προσωπικότητα στα ματς του Champions League για να του φέρουν την μεγάλη κούπα που θα σκέπαζε τα πάντα και θα έκανε τη σεζόν επιτυχημένη. Η προσδοκία του είχε ρεαλισμό, δεδομένου ότι στο γήπεδο η Ρεάλ έβαλε δυο – τρεις συνήθεις διεκδικητές της Χρυσής Μπάλας, αλλά η επιχείρηση προδόθηκε από την έλλειψη πειθαρχίας και την “κάνω ό,τι νομίζω” αγωνιστική στρατηγική της Ρεάλ.

Ο Καμαβινγκά, που είχε δεχθεί κίτρινη κάρτα 6’ λεπτά νωρίτερα, έκρινε στο 86’ ότι μπορεί να κρατήσει τη μπάλα στα χέρια για να σκοτώσει χρόνο και να δώσει ανάσες στην ομάδα του. Και τα κακομαθημένα παιδιά δεν μπορούσαν να το ανεχθούν αυτό – ότι ένας διαιτητής μπορούσε να αγνοήσει τις διάσημες φάτσες τους και τα εκατομμύρια των followers τους και να τους αφήσει με 10 παίκτες. Ένα από αυτά, ο Μπέλιγχαμ, πιθανότατα ο κορυφαίος του γηπέδου μέχρι εκείνη τη στιγμή, αποφάσισε στο 89’ο λεπτό, κι ενώ η Ρεάλ αμυνόταν μπροστά από την περιοχή της, να βγει από τη ζώνη του και να επιτεθεί στην μπάλα.

Η Μπάγερν βρήκε τον χώρο, επιτέθηκε σε αυτόν τον χώρο, και ο Μπέλιγχαμ δεν πρόλαβε να κάνει κάτι παραπάνω από το να βάλει τον εαυτό του στη θέση του καλύτερου θεατή στο σουτ του Λουίς Ντίαζ για το τρίτο, και καθοριστικό, γκολ της Μπάγερν. Έτσι συμβαίνει στο ποδόσφαιρο όταν οι ποδοσφαιριστές έχουν το ελεύθερο στο γήπεδο να κάνουν του κεφαλιού τους.

Πίσω στην Ελλάδα, κυκλοφορούν πολλοί πρόεδροι που θέλουν να μιμηθούν, που μιμούνται τον Φλορεντίνο Πέρεθ και δίνουν σε ποδοσφαιριστές ή μπασκετμπολίστες το δικαίωμα να τους στέλνουν μηνύματα στο WhatsApp και να τους τηλεφωνούν για να παραπονεθούν για τον προπονητή, τους κανόνες του και τις επιλογές του. Ομάδες που είτε κάνουν χρόνια να πάρουν τίτλο, είτε κάνουν χρόνια να δουν ποδόσφαιρο ή μπάσκετ της προκοπής στο γήπεδο τους επειδή ζουν με την ψευδαίσθηση ότι αρκούν ορισμένοι “μεγάλοι” αθλητές για να φέρουν καλή ομαδική απόδοση και επιτυχημένες πορείες.

Στον καιρό του Λουίς Ενρίκε η Παρί Σεν Ζερμέν δημιούργησε ένα νέο παράδειγμα. πολύ διδακτικό. Αποφάσισε να βγει από τον δρόμο του Φλορεντίνο Πέρεθ και να επιτρέψει σε έναν προπονητή να λειτουργήσει με τις εξουσίες ενός κανονικού προπονητή.

Έφτιαξε ρόστερ με μικρότερα “εγώ”, ο προπονητής έβαλε κανόνες, δημιούργησε ομάδα με συλλογική κουλτούρα, που αμύνεται και επιτίθεται “μαζί”, και πέτυχε αυτό που δεν είχε πετύχει με τους “γκαλάκτικος”: πήρε το Champions League, και σήμερα είναι πάλι δύο βήματα πριν από τον τελικό. Οι Έλληνες όμως είμαστε οπαδοί του εύκολου δρόμου, όχι του δύσκολου, που απαιτεί υπομονή και επιμονή στις ρήξεις. Κι ας βλέπουμε ότι και εδώ αυτοί που αποτελούν τις εξαιρέσεις και δίνουν χρόνο, εμπιστοσύνη και στήριξη σε έναν “κανονικό” προπονητή συνήθως δικαιώνονται.

(new Image()).src = 'https://capi.connatix.com/tr/si?token=90f3eed9-7b9d-4069-a260-3045bc9feaf1&cid=802bc865-afca-472a-8b42-6b7ce9fd58ba'; cnx.cmd.push(function() { cnx({ playerId: "90f3eed9-7b9d-4069-a260-3045bc9feaf1", mediaId: "956a4589-cab0-4996-ba3a-16ad636923b2" }).render("a58d2c15c1c349b18645e1530c65b2b7"); });

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ