ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ

Ολυμπιακός: Γιατί ο Ιμανόλ Αλγκουαθίλ μπορεί να αλλάξει τους ερυθρόλευκους χωρίς να τους γκρεμίσει

24MEDIA CREATIVE TEAM / KONSTANTINOS BADOUNAS

Ο Βασίλης Σαμπράκος αναλύει τις κοινές αρχές Ιμανόλ και Μεντιλίμπαρ, τη μεγάλη αλλαγή με την μπάλα και το δύσκολο εγχείρημα ενός προπονητή που αναλαμβάνει στις 10 Σεπτεμβρίου ένα ρόστερ με περισσότερα από 15 νέα πρόσωπα.

Η συζήτηση σχετικά με το αν ο Ολυμπιακός έκανε ή όχι καλά που αποφάσισε στη δεδομένη στιγμή να πάει σε αλλαγή προπονητή μετά από 2,5 χρόνια δεν απαιτεί βαθιά ανάλυση. Ήταν μια απόφαση που φαίνεται ότι η λογική υπαγόρευε στην διοίκηση του Ολυμπιακού από το περασμένο καλοκαίρι, αλλά οι συναισθηματικοί λόγοι την κράτησαν σε αναστολή μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου.

Για τον Ολυμπιακό σήμερα το κρίσιμο είναι το αν έκανε ή όχι μια λογική επιλογή διαδοχής. Και για τον κόσμο του είναι χρήσιμο να γνωρίζει τι μπορεί να περιμένει, με όρους ποδοσφαίρου, από έναν Ολυμπιακό που αλλάζει Σεπτέμβρη μήνα, μέσα στο πρωτάθλημα και ημέρες πριν από την πρεμιέρα στο Europa League, τον Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ με τον Ιμανόλ Αλγουαθίλ.

Η πρώτη απάντηση είναι ότι ο Ιμανόλ δεν είναι ένας προπονητής που παίζει το ίδιο ποδόσφαιρο με τον Μεντιλίμπαρ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί παράλογη επιλογή διαδοχής. Στη σύγχρονη τεχνική διεύθυνση, άλλωστε, το succession planning δεν σημαίνει ότι αναζητάς το αντίγραφο του προηγούμενου προπονητή. Σημαίνει ότι αναζητάς έναν προπονητή του οποίου οι βασικές αρχές είναι αρκετά συμβατές με αυτές που έχουν ήδη εγκατασταθεί στον οργανισμό και στο αγωνιστικό τμήμα, ώστε να μη χρειαστεί να γκρεμίσεις ό,τι έχτισες για να αρχίσεις από την αρχή.

Και από αυτή την άποψη η επιλογή του Ιμανόλ έχει λογική. Ο Μεντιλίμπαρ έμαθε στον Ολυμπιακό να θέλει να ζει στο αντίπαλο μισό. Να υπερασπίζεται προς τα εμπρός, να πιέζει ψηλά, να αντιδρά με μεγάλη ένταση αμέσως μετά την απώλεια της κατοχής και να αποδέχεται το ρίσκο που συνεπάγεται μια ψηλή αμυντική γραμμή. Δημιούργησε μια ομάδα που επιδίωκε να επιβάλει τον αγώνα μέσα από την εδαφική κυριαρχία της και όχι περιμένοντας τον αντίπαλο.

Αυτές οι αρχές δεν είναι ξένες στον Ιμανόλ. Το αντίθετο. Στη Ρεάλ Σοσιεδάδ δημιούργησε μία από τις πιο επιθετικές ομάδες της La Liga χωρίς την μπάλα. Το high press, το counterpress, η πίεση προς τα εμπρός και η προσπάθεια να κατευθύνει την ανάπτυξη του αντιπάλου προς τις περιοχές στις οποίες είχε σχεδιάσει να διεκδικήσει την κατοχή ήταν δομικά στοιχεία του παιχνιδιού του.

Αυτό είναι το πρώτο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο της διαδοχής. Ο Ιμανόλ δεν χρειάζεται να πείσει τον Ολυμπιακό ότι πρέπει να αμύνεται 20 ή 30 μέτρα ψηλότερα. Δεν χρειάζεται να διδάξει από την αρχή την επιθετικότητα μετά την απώλεια της μπάλας ούτε να αλλάξει τη νοοτροπία μιας ομάδας που έχει μάθει να αισθάνεται άνετα όταν αφήνει χώρο πίσω από την άμυνά της.

Με όρους προπονητικής υπάρχει δηλαδή σημαντικό transfer of learning από την εποχή Μεντιλίμπαρ στην εποχή Ιμανόλ.

Η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στην άλλη πλευρά του παιχνιδιού: σε αυτό που κάνει η ομάδα όταν έχει την μπάλα. Ο Μεντιλίμπαρ δεν είχε ποτέ ιδεολογική εμμονή με τον τρόπο που θα προχωρήσει η κατοχή. Αν η μεγάλη μεταβίβαση μπορούσε να παρακάμψει την πίεση, να μεταφέρει γρήγορα την ομάδα στο αντίπαλο μισό και να δημιουργήσει συνθήκη διεκδίκησης της δεύτερης μπάλας, αυτή ήταν μια απολύτως αποδεκτή λύση. Η προτεραιότητα ήταν ο χώρος και όχι ο αριθμός των μεταβιβάσεων που απαιτούνταν για να φτάσει εκεί.

Ο Ιμανόλ έχει διαφορετική σχέση με την μπάλα. Θέλει περισσότερο positional control. Θέλει να δημιουργεί τον ελεύθερο παίκτη, να δίνει διαφορετικά ύψη στους μέσους του, να προχωρά μέσα από τις γραμμές, να δημιουργεί υπεραριθμίες και να χρησιμοποιεί τις εσωτερικές θέσεις και τα half-spaces για να μετακινεί την αντίπαλη άμυνα πριν επιτεθεί στον χώρο που δημιουργείται.

Αν θέλαμε να περιγράψουμε τη μετάβαση με μία φράση, ο Ολυμπιακός πηγαίνει από το territorial football του Μεντιλίμπαρ σε ένα περισσότερο positional-territorial football του Ιμανόλ.

Δεν αλλάζει δηλαδή απαραίτητα το «πού» θέλει να παίζει. Αλλάζει αρκετά το «πώς» θέλει να φτάσει εκεί.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το μεγάλο πρόβλημα της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής.

Ο Ιμανόλ δεν αναλαμβάνει τον Ολυμπιακό στις 10 Ιουνίου. Τον αναλαμβάνει στις 10 Σεπτεμβρίου.

Δεν έχει μπροστά του έξι εβδομάδες προετοιμασίας για να διδάξει θέσεις, αποστάσεις, γωνίες υποστήριξης, rotations, pressing triggers και τις σχέσεις που θέλει να δημιουργούνται ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές του. Πρέπει να τα κάνει ενώ παίζει. Και πρέπει να τα κάνει ενώ ταυτόχρονα διαχειρίζεται την απαίτηση για αποτέλεσμα στο πρωτάθλημα και μπαίνει άμεσα σε ευρωπαϊκή διοργάνωση.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ιδιαιτερότητα, σημαντικότερη: ο Ιμανόλ δεν παραλαμβάνει τη δεμένη ομάδα του Μεντιλίμπαρ. Παραλαμβάνει έναν Ολυμπιακό που μέσα σε ένα καλοκαίρι έκανε περισσότερες από 15 μεταγραφές. Ένα ρόστερ στο οποίο πολλές από τις σχέσεις μεταξύ των ποδοσφαιριστών βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία δημιουργίας τους. Και αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο.

Από τη μία πλευρά κάνει τη δουλειά του νέου προπονητή δυσκολότερη. Δεν επέλεξε αυτός τους ποδοσφαιριστές σύμφωνα με τις απαιτήσεις του δικού του game model και δεν είχε την προετοιμασία για να τους εκπαιδεύσει σε αυτό. Από την άλλη, όμως, δεν παραλαμβάνει δεκαπέντε καινούργιους ποδοσφαιριστές που έχουν περάσει δύο χρόνια με τον Μεντιλίμπαρ. Οι περισσότεροι δεν έχουν προλάβει να αποκτήσουν βαθιά αυτοματοποιημένες συμπεριφορές μέσα στο προηγούμενο μοντέλο. Με αυτή την έννοια ο Ιμανόλ δεν χρειάζεται τόσο να τους κάνει να “ξεμάθουν”. Χρειάζεται κυρίως να τους μάθει.

Και εδώ η συζήτηση περνά από την προπονητική στην επιστήμη της τεχνικής διεύθυνσης.

Το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι αν ο Ιμανόλ είναι καλός προπονητής. Ούτε αν το ποδόσφαιρο που παρουσίασε στη Ρεάλ Σοσιεδάδ μπορεί να λειτουργήσει στον Ολυμπιακό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσοι από τους ποδοσφαιριστές που αποκτήθηκαν για τον Ολυμπιακό του Μεντιλίμπαρ έχουν τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται ο Ολυμπιακός του Ιμανόλ.

Διότι το positional παιχνίδι δεν είναι απλώς ένα σχέδιο που ζωγραφίζεται στον πίνακα. Απαιτεί συγκεκριμένα profiles.

Απαιτεί κεντρικούς αμυντικούς που δεν φοβούνται να έχουν την μπάλα υπό πίεση. Έναν μέσο που καταλαβαίνει τον χώρο, δημιουργεί συνεχώς γραμμές πάσας και μπορεί να υποδεχθεί με αντίπαλο στην πλάτη. Εσωτερικούς μέσους που έχουν την τεχνική ποιότητα να παίξουν ανάμεσα στις γραμμές αλλά και την αθλητικότητα και τη νοητική ταχύτητα να συμμετέχουν στο counterpress. Ακραίους που αντιλαμβάνονται πότε πρέπει να δώσουν πλάτος και πότε να κινηθούν εσωτερικά. Επιθετικούς που δεν αντιμετωπίζουν την πίεση ως αγγαρεία αλλά ως μέρος της επιθετικής λειτουργίας.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό squad compatibility test της επιλογής Ιμανόλ. Και υπάρχει ακόμη μία παράμετρος που στην Ελλάδα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από όση είχε στη La Liga.

Ο Ολυμπιακός δεν θα αντιμετωπίζει κάθε εβδομάδα ομάδες που θέλουν να παίξουν μαζί του. Συχνά θα συναντά αντιπάλους που θα του παραχωρούν την μπάλα, θα χαμηλώνουν το block και θα του ζητούν να τους διασπάσει απέναντι σε οργανωμένη άμυνα.

Εκεί το positional παιχνίδι του Ιμανόλ μπορεί να αποτελέσει εξέλιξη για τον Ολυμπιακό, αλλά συγχρόνως εκεί βρίσκεται μία από τις εξετάσεις του. Η κατοχή πρέπει να μετατρέπεται σε progression, το progression σε είσοδο στην περιοχή και η εδαφική κυριαρχία σε παραγωγή καθαρών ευκαιριών.

Θα ήταν λάθος να περιμένει κανείς ότι ο Ολυμπιακός θα γίνει Ρεάλ Σοσιεδάδ μέσα σε μερικές εβδομάδες. Στην πραγματικότητα, ένα από τα πρώτα στοιχεία με τα οποία πρέπει να αξιολογηθεί ο Ιμανόλ είναι η ικανότητά του να μην προσπαθήσει να κάνει ακριβώς αυτό. Η προπονητική ικανότητα δεν αποδεικνύεται μόνο από την ποιότητα του τελικού game model. Αποδεικνύεται και από την ποιότητα της μετάβασης προς αυτό.

Ο λογικός δρόμος για τον Ιμανόλ είναι να κρατήσει στην αρχή όσα ο Ολυμπιακός ήδη γνωρίζει και όσα είναι συμβατά με τις δικές του αρχές: την ένταση, την ψηλή πίεση, την άμεση αντίδραση στην απώλεια, την επιθυμία να εγκαθίσταται στο αντίπαλο μισό. Και πάνω σε αυτά να προσθέτει σταδιακά τις δικές του απαιτήσεις με την μπάλα.

Πρώτα τις αποστάσεις και τις θέσεις. Μετά τις σχέσεις. Μετά τα rotations και την πολυπλοκότητα.

Αυτό είναι στην πραγματικότητα ένα project change management μέσα στη σεζόν.

Γι’ αυτό ο Ιμανόλ μοιάζει λογικός διάδοχος του Μεντιλίμπαρ παρότι δεν παίζει το ίδιο ποδόσφαιρο. Δεν χρειάζεται να καταστρέψει την ποδοσφαιρική κουλτούρα που άφησε ο προηγούμενος προπονητής για να εγκαταστήσει τη δική του. Μπορεί να κρατήσει την επιθετικότητα, το high press, το counterpress και την επιθυμία του Ολυμπιακού να παίζει στο αντίπαλο μισό και να προσθέσει προοδευτικά περισσότερο positional control και πιο σύνθετους τρόπους ανάπτυξης και δημιουργίας.

Η επιλογή λοιπόν έχει ποδοσφαιρική λογική. Η χρονική στιγμή είναι αυτή που αυξάνει δραματικά τον βαθμό δυσκολίας της.

Διότι ο Ολυμπιακός επέλεξε έναν προπονητή που μπορεί να εξελίξει όσα άφησε ο Μεντιλίμπαρ, αλλά του ζητά να το κάνει χωρίς προετοιμασία, με τη σεζόν ήδη σε εξέλιξη και με περισσότερους από 15 νέους ποδοσφαιριστές που ο ίδιος δεν επέλεξε.

Και για αυτό, τουλάχιστον στην αρχή, ίσως το πιο δίκαιο κριτήριο αξιολόγησης του Ιμανόλ να μην είναι πόσο γρήγορα ο Ολυμπιακός θα μοιάσει στη Ρεάλ Σοσιεδάδ του, αλλά πόσο καλά θα καταφέρει να χρησιμοποιήσει αυτό που παρέλαβε μέχρι να δημιουργήσει αυτό που θέλει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ