Οι ομάδες φτιάχνουν προπονητές

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος διάβασε την είδηση ότι ο Κλάρενς Ζέεντορφ αναλαμβάνει την Μίλαν, θυμήθηκε μια ρήση του Νίκου Αναστόπουλου και γράφει για τους προπονητές που ξυπνάνε μια μέρα στον πάγκο της ομάδας στην οποία έπαιζαν μπάλα
Ο Νίκος Αναστόπουλος, παλιά, όταν ήθελε να υπογραμμίσει πόσο βιάζονται μερικοί ποδοσφαιριστές να αναλάβουν τις τύχες ομάδων έλεγε τη μεγάλη φράση «κάποιοι κοιμήθηκαν ένα βράδυ ήσυχα, είδαν κάτι στον ύπνο τους και ξύπνησαν προπονητές». Το θυμήθηκα αυτό λίγες μέρες πριν όταν η Μίλαν ανακοίνωσε την πρόσληψη του Κλάρενς Ζέεντορφ, που κλήθηκε εκτάκτως να αντικαταστήσει τον Μασιμιλιάνο Αλέγκρι με μοναδικό προσόν ότι γνωρίζει πολύ καλά την ομάδα, τη διοίκηση, τον κόσμο.
Ο Ζέεντορφ είναι μια τεράστια προσωπικότητα. Το εθνικό Στάδιο του Σουρινάμ έχει το όνομά του. Όταν βαρέθηκε να παίζει ποδόσφαιρο στην Ευρώπη πήγε τον Ιούνιο του ‘12 στη Μπονταφόγκο και στη Βραζιλία λατρεύτηκε. Στη Μίλαν ήταν για χρόνια ο παίκτης που όταν μιλούσε στα αποδυτήρια όλοι στέκονταν προσοχή κι ας κουβαλούσαν πιο βαριά επώνυμα από το δικό του. Αλλά δεν έχει προπονήσει ούτε τα τσικό ομάδας της γειτονιάς του και η απόφαση της Μίλαν να του δώσει σε ένα βράδυ το τιμόνι ήταν έκπληξη.
Το ωραίο είναι ότι αν δεν αναλάμβανε αυτός θα έπαιρνε τη δουλειά ο Πίπο Ιντζάγκι που είναι στην ομάδα Νέων του συλλόγου. Από ένα με ελάχιστη πείρα και ένα με καθόλου πείρα προτιμήθηκε ο δεύτερος.
Είναι η πρώτη φορά που αυτό συμβαίνει; Όχι ακριβώς. Η Μίλαν, από τον καιρό που ο Μπερλουσκόνι έφερε τον Αρίγκο Σάκι από την Πάρμα (της Β Εθνικής), για να του δώσει το δικαίωμα να προπονήσει την τότε περισσότερο φιλόδοξη ομάδα στον κόσμο, πάντα ποντάρει σε ανθρώπους με μικρά σχετικά βιογραφικά. Αυτοί που είχαν τα καλύτερα, ο Οσκαρ Ουάσιγκτον Ταμπάρεθ και ο Φατίχ Τερίμ, απέτυχαν παταγωδώς.
Ο Αλέγκρι που ήρθε από την Κάλιαρι και όχι από τη Μπαρτσελόνα κέρδισε τουλάχιστον ένα πρωτάθλημα, ενώ πολύ καλά τα πήγε κι ο Καρλέτο Αντσελότι που όταν έφυγε από τη Γιουβέντους για να πάει στο Μιλάνο δεν στεναχωρήθηκε κανείς. Αυτός όμως που ήταν περίπτωση Ζέεντορφ ήταν ο πλέον επιτυχημένος, δηλαδή ο Φάμπιο Καπέλο. Πριν διαδεχτεί το Σάκι ήταν τηλεσχολιαστής και είχε καθίσει στον πάγκο της Μίλαν μια φορά βοηθώντας την να κερδίσει ένα μπαράζ και να παίξει στο κύπελλο UEFA.
Τον τελευταίο καιρό ολοένα και πληθαίνουν οι περιπτώσεις όσων «πέφτουν για ύπνο και ξυπνάνε προπονητές». Ο Ρομπέρτο Μαντσίνι πήρεonoriscausaτο δίπλωμα του προπονητή ενώ είχε αρχίσει ήδη να δουλεύει στη Φιορεντίνα! Ο καλύτερος του καιρού μας, ο Πεπ Γκουαρντιόλα, έφτασε στον πάγκο της Μπαρτσελόνα έχοντας δουλέψει προηγουμένως μόνο στα τμήματα υποδομών.
Ο Φρανκ Ράικαρντ και ο Μάρκο Βαν Μπάστεν έγιναν σε ένα βράδυ προπονητές της Εθνικής Ολλανδίας χωρίς προηγούμενη πείρα: κάποιος θα πει ότι στις εθνικές τα πράγματα είναι πιο εύκολα, αλλά η αποτυχία και των δυο δείχνει πως η δουλειά δεν είναι απλή. Γρήγορα έφτασαν να καθίσουν στους πάγκους, και γρήγορα τους εγκατέλειψαν αλλάζοντας δουλειά, ο Βιάλι κι ο Γκούλιτ, ενώ πολύ λίγο κράτησε και η καριέρα του Ντίνο Τζοφ που κι αυτός ξεκίνησε στη Γιουβέντους χωρίς θεωρητική κατάρτιση, έφτασε μέχρι την Εθνική Ιταλίας και εν τέλει έκρινε πως οι εντάσεις των πάγκων είναι για άλλους.
Λένε ότι οι μεγάλοι παίκτες δύσκολα γίνονται προπονητές. Ισχύει αλλά όχι κι απαραίτητα. Ο Κρόιφ, ο Μπεκενμπάουερ, ο Γκουαρντιόλα, ο Σιμεόνε υπήρξαν μεγάλοι παίκτες και δεν τα κατάφεραν κι άσχημα. Φυσικά πολλοί, ειδικά αυτοί που βιάστηκαν νομίζοντας ότι το πράγμα δεν είναι και πολύ δύσκολο κι αρκεί για να πετύχεις το κύρος του ονόματος και η φήμη, έσπασαν τα μούτρα τους. Όμως κανόνας δεν υπάρχει: στην ιστορία του ποδοσφαίρου μας μπορεί να βρεις ότι παράδειγμα σε βολεύει!
Στα δικά τους παιδιά…
Πιο ενδιαφέρον έχει το γιατί μεγάλοι σύλλογοι φτάνουν στο να δίνουν ευκαιρίες σε δικά τους παιδιά μολονότι οι παράγοντες γνωρίζουν ότι πρόκειται για ρίσκο. Νομίζω ότι, ειδικά στην εποχή μας, η βαρύτητα του ρόλου του προπονητή στην επιτυχία είναι ολοένα και μικρότερη. Χρόνο πολύ δεν έχουν παρά ελάχιστοι.
Τα ιλιγγιώδη ποσά που ξοδεύονται κάθε καλοκαίρι έχουν ως αποτέλεσμα οι μεγάλοι παίκτες να έχουν διαρκώς μεγαλύτερο λόγο στις αποφάσεις των διοικήσεων: είναι αδύνατο η Μπαρτσελόνα π.χ να προσλάβει ένα προπονητή χωρίς να πάρει τη γνώμη του Μέσι, ενώ και πριμαντόνες σαν τον Μουρίνιο, όταν συγκρούονται με βεντέτες συχνά σπάνε τα μούτρα τους. Στη Μαδρίτη π.χ οι καυγάδες του Πορτογάλου με τον Κασίγιας και το Ράμος στο τέλος του στοίχισαν. Οι δογματικοί και οι υπέροχοι ξεροκέφαλοι που ήταν στη μόδα πριν από μια δεκαετία σήμερα δυσκολεύονται να βρουν δουλειά. Ο Φαν Χαάλ δεν είναι πλέον συνώνυμο της πρωτοπορίας.
Ο Φέλιξ Μάγκατ δεν έγινε ποτέ το τζίνι της προπονητικής. Ο Σπαλέτι παραμένει εξόριστος στη Ζενίθ. Ο Τζακερόνι βρήκε καταφύγιο στην Ιαπωνία. Κανείς δεν θυμάται τον Λε Γκεν. Ενώ ακόμα και ο υπεροργανωτικός Βίλας Μπόας μοιάζει να περνά στην ιστορία για τις μεγάλες αποζημιώσεις που έχει πάρει.
Αν κάποτε οι προπονητές έφτιαχναν ομάδες, σήμερα ολοένα και συχνότερα οι ομάδες, δηλαδή οι διοικήσεις, φτιάχνουν προπονητές. Στη Μίλαν π.χ ακούγεται ότι ο Ζέεντορφ θα πλαισιωθεί από τον Σταμ, που θα έχει την επίβλεψη του αμυντικού παιγνιδιού της ομάδας, και τον Κρέσπο, που θα ασχοληθεί πιο πολύ με τους επιθετικούς. Αξιοσημείωτο ότι κανείς από τους δυο δεν έχει μεγάλη πείρα και ίσως και για αυτό θα δεχτούν (αν δεχτούν…) να πάρουν μέρος στο σχετικό πείραμα. «Νοιώθω σαν να μην έφυγα ποτέ από δω» είπε ο Ζέεντορφ στην επιστροφή του στο Μιλάνο από τη Βραζιλία.
Μα για αυτό ακριβώς του δώσανε και το τιμόνι: πίστευαν ότι είναι ακόμα εκεί και στα δύσκολα πας στα σίγουρα. Είτε από φόβο, είτε γιατί έχεις μπερδέψει το τι μπορείς να κάνεις, με το τι χρειάζεται να κάνεις. Δεν είναι ποτέ το ίδιο…