Ο Παναθηναϊκός συνεχίζει να διαλέγει προπονητές σαν mystery box

Μετά την απόλυση Μπενίτεθ, ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για έναν οργανισμό που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση, ψάχνει άμεση επιβεβαίωση μέσα στον πανικό και καλείται τώρα να υποστηρίξει το πιο απαιτητικό project της τελευταίας διετίας: τον Nίστρουπ.
Στον Παναθηναϊκό συνέβη την Παρασκευή αυτό που από τον περασμένο Οκτώβριο έμοιαζε ως η πιθανότερη κατάληξη: απέλυσε σε επτά μήνες τον Ράφα Μπενίτεθ, τον οποίο είχε παρουσιάσει στις 25 Οκτωβρίου ως τον αναμορφωτή του με συμβόλαιο 2,5 ετών.
Ο Ισπανός έγινε ο πέμπτος προπονητής που αποχωρεί μέσα στην τελευταία διετία. Και ο Γιάννης Αλαφούζος ετοιμάζεται να τον αντικαταστήσει βάζοντας ακόμη ένα στοίχημα, που φανερώνει παντελή έλλειψη στρατηγικής: από τον 66χρονο, υψηλού προφίλ Μπενίτεθ στον 38χρονο Γιάκομπ Νίστρουπ, έναν Δανό προπονητή που δεν έχει δουλέψει ποτέ μακριά από τη χώρα του.
Το πραγματικό πρόβλημα όμως δεν είναι ούτε ο Μπενίτεθ ούτε ο Νίστρουπ. Είναι ότι ο Παναθηναϊκός μοιάζει να ξέρει τι θέλει να πετύχει, αλλά όχι πώς θέλει να το πετύχει.
Στη σύγχρονη ποδοσφαιρική διοίκηση, η αλλαγή πέντε προπονητών μέσα σε δύο σεζόν δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μια περίοδος «κακών επιλογών». Αντιμετωπίζεται ως ένδειξη οργανωτικής αστάθειας που επηρεάζει συνολικά την εξέλιξη μιας ομάδας.
Γιατί κάθε αλλαγή προπονητή δεν αλλάζει μόνο το πρόσωπο στον πάγκο. Αλλάζει ταυτόχρονα τη γλώσσα του γκρουπ, τις καθημερινές απαιτήσεις, τη μεθοδολογία προπόνησης, τις ιεραρχίες, τον τρόπο αξιολόγησης των ποδοσφαιριστών και τελικά την ίδια την αγωνιστική ταυτότητα του οργανισμού.
Στη σύγχρονη προπονητική, η υψηλού επιπέδου απόδοση βασίζεται όλο και περισσότερο στην αυτοματοποίηση συμπεριφορών και στη δημιουργία συλλογικών συνηθειών. Όταν όμως μια ομάδα αλλάζει συνεχώς προπονητές, ουσιαστικά ξεκινά ξανά από την αρχή κάθε λίγους μήνες. Νέες αρχές παιχνιδιού, νέες απαιτήσεις, διαφορετικές αποστάσεις, διαφορετική λογική πίεσης, διαφορετικός ρυθμός. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ομάδα δεν προλαβαίνει ποτέ να αποκτήσει σταθερή αγωνιστική ταυτότητα.
Με άλλα λόγια, ο Παναθηναϊκός δεν αλλάζει απλώς προπονητές. Αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση.
Παράλληλα, η συνεχής αλλαγή δημιουργεί και έντονη ψυχολογική κόπωση στους ποδοσφαιριστές. Κάθε νέος προπονητής φέρνει νέα αξιολόγηση, νέους κανόνες και νέα ιεραρχία. Οι παίκτες μπαίνουν διαρκώς σε κατάσταση προσαρμογής αντί εξέλιξης. Σε τέτοια περιβάλλοντα, οι ομάδες συχνά χάνουν πρωτοβουλία, προσωπικότητα και αυτοπεποίθηση, γιατί οι ποδοσφαιριστές λειτουργούν περισσότερο με φόβο έκθεσης παρά με ελευθερία απόφασης.
Συμβαίνει δηλαδή ακριβώς αυτό που εντόπιζε ως αποτέλεσμα στη συμπεριφορά των ποδοσφαιριστών του Παναθηναϊκού ο Ράφα Μπενίτεθ και μοιραζόταν με τον Γιάννη Αλαφούζο από τους πρώτους μήνες της συνεργασίας τους μέχρι και το τέλος.
Οι συνεχείς αλλαγές επηρεάζουν φυσικά και το χτίσιμο του ρόστερ. Οι σύγχρονες ποδοσφαιρικές δομές βασίζονται στην ύπαρξη συγκεκριμένης αγωνιστικής ιδέας, ώστε οι μεταγραφές να υπηρετούν μια κοινή ποδοσφαιρική λογική. Όταν όμως αλλάζουν συνεχώς οι προπονητές, αλλάζουν και τα προφίλ παικτών που ζητούνται. Έτσι δημιουργούνται ρόστερ χωρίς συνοχή, γεμάτα ποδοσφαιριστές διαφορετικών προπονητικών κύκλων και διαφορετικών αγωνιστικών απαιτήσεων.
Τι θέλει να παίξει ο Παναθηναϊκός;
Γι’ αυτό και στη σύγχρονη θεωρία football management, μια ομάδα που βγαίνει από τέτοια περίοδο αστάθειας θεωρείται ότι δεν χρειάζεται απλώς «έναν ακόμη καλό προπονητή». Χρειάζεται επανίδρυση σταθερότητας.
Το πρώτο ερώτημα που καλείται να απαντήσει ένας οργανισμός δεν είναι ποιο όνομα θα φέρει, αλλά τι ομάδα θέλει να γίνει. Ποιο ποδόσφαιρο θέλει να παίζει, ποιο είναι το αγωνιστικό και πολιτισμικό του μοντέλο, ποια είναι η ταυτότητα που θέλει να χτίσει.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή ενός 38χρονου Δανού προπονητή χωρίς προηγούμενη εμπειρία εκτός της χώρας του και χωρίς εμπειρία σε βαλκανικό περιβάλλον αποτελεί αναμφίβολα επιλογή με αυξημένο βαθμό ρίσκου. Όχι απαραίτητα επειδή ο προπονητής δεν έχει ποιότητα ή σύγχρονες ιδέες, αλλά επειδή αυξάνονται οι μεταβλητές προσαρμογής σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον όπως το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Στη σύγχρονη διοικητική λογική, τέτοιου τύπου επιλογές θεωρούνται περισσότερο projects με μεγάλο αναπτυξιακό ταβάνι, που όμως απαιτούν χρόνο και οργανωτική σταθερότητα, παρά ασφαλείς λύσεις σταθερότητας.
Δηλαδή επιλογές που μπορεί να οδηγήσουν σε βαθιά ανανέωση της αγωνιστικής κουλτούρας και της μεθοδολογίας μιας ομάδας, αλλά απαιτούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να λειτουργήσουν: ισχυρή υποδομή στη διεύθυνση του ποδοσφαιρικού τμήματος, ξεκάθαρο game model, υπομονή, προστασία του προπονητή στις πρώτες κρίσεις και διοίκηση που δεν θα αλλάξει κατεύθυνση μετά από δύο δύσκολα αποτελέσματα.
Η ιστορία της τελευταίας διετίας λέει ότι ο Παναθηναϊκός δεν έχει τίποτα από όλα αυτά. Το πραγματικό ερώτημα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι μόνο αν ο προπονητής είναι καλός. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν ο οργανισμός είναι έτοιμος να υποστηρίξει ένα τέτοιο project χωρίς να πανικοβληθεί στην πρώτη δύσκολη περίοδο.
Και η ιστορία δείχνει ότι ο Παναθηναϊκός λειτουργεί και αποφασίζει μέσα σε πανικό.
Η μεγάλη πρόκληση με τον Νίστρουπ
Με όρους football management, η πραγματική πρόκληση για τον Παναθηναϊκό δεν είναι μόνο αν ο Γιάκομπ Νίστρουπ είναι αρκετά καλός προπονητής για να πετύχει. Από το scouting profile του προκύπτει ότι πρόκειται για έναν σύγχρονο methodology coach, με έμφαση στη δομή, στις συλλογικές συμπεριφορές, στο οργανωμένο pressing και στη σταδιακή δημιουργία αγωνιστικής ταυτότητας.
Όμως τέτοιου τύπου προπονητές συνήθως χρειάζονται χρόνο, επαναλήψεις και οργανωτική σταθερότητα για να εγκαταστήσουν το μοντέλο τους. Και εκεί αρχίζει το πραγματικά δύσκολο κομμάτι για τον Παναθηναϊκό: καλείται ουσιαστικά να ξαναχτιστεί ποδοσφαιρικά από το μηδέν σε ένα περιβάλλον που λειτουργεί εδώ και χρόνια υπό συνθήκες συνεχούς πίεσης και συναισθηματικής φθοράς.
Με πέντε προπονητές σε δύο χρόνια, ο οργανισμός μοιάζει περισσότερο συνηθισμένος στη λογική του restart παρά στη λογική της συνέχειας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή ο Παναθηναϊκός δεν μπαίνει σε «ασφαλές» περιβάλλον ανάπτυξης. Από τον Ιούλιο θα χρειαστεί να περάσει τρεις προκριματικούς γύρους για να φτάσει στη league phase του Conference League, σε μια περίοδο όπου η ομάδα θα βρίσκεται ακόμη σε μεταβατική φάση.
Σε έναν σύλλογο που ζει 16 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα, ένας ευρωπαϊκός αποκλεισμός θα εκληφθεί σχεδόν ως υπαρξιακή αποτυχία. Και αυτό δημιουργεί τεράστια πίεση για άμεση επιβεβαίωση.
Έτσι, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι μόνο η προσαρμογή του Νίστρουπ στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Είναι το αν ο ίδιος ο Παναθηναϊκός μπορεί να αντέξει ψυχολογικά και οργανωτικά μια περίοδο μετάβασης χωρίς να ξαναμπεί στον κύκλο πανικού, αμφισβήτησης και νέας επανεκκίνησης.
Η πραγματική αδυναμία του Παναθηναϊκού
Ο Γιάκομπ Νίστρουπ είναι μια αξιόλογη περίπτωση προπονητή. Προφανώς τέτοια ήταν και ο Ράφα Μπενίτεθ, όπως πιθανότατα ίσχυε και για αρκετούς από τους προκατόχους του.
Γι’ αυτό και είναι παραπλανητική η συζήτηση γύρω από το αν ο Νίστρουπ είναι «ταιριαστός» ή «κατάλληλος» για τον Παναθηναϊκό στη δεδομένη στιγμή. Η πραγματική αδυναμία του Παναθηναϊκού είναι ότι δεν έχει στρατηγική. Και γι’ αυτό δεν έχει συνέπεια. Και επειδή δεν έχει συνέπεια, έχει διαλύσει κάθε έννοια συνέχειας.
Ξέρει τι θέλει να πετύχει — την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Δεν ξέρει όμως πώς θέλει να το πετύχει. Ακόμη μία φορά, ο Παναθηναϊκός μοιάζει να επιλέγει προπονητή σαν να ανοίγει mystery box.
Αυτό το καλοκαίρι πέρασε από τον Μπενίτεθ στον Μαρτίνς, από τον Λέτο στον Ρεμπρόφ και τελικά στον Νίστρουπ. Δηλαδή βγήκε στην αγορά με γεμάτο πορτοφόλι και κοίταξε βιτρίνες για να βρει αυτό που θα του γυαλίσει στο μάτι. Όχι με στρατηγική αναζήτησης προπονητή που να υπηρετεί ένα συγκεκριμένο αγωνιστικό μοντέλο και μια συγκεκριμένη ποδοσφαιρική κατεύθυνση.
Γιατί τα προφίλ αυτών των προπονητών δεν έχουν μεταξύ τους καμία σχέση. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιτυχία του Νίστρουπ κινδυνεύει να μοιάζει περισσότερο με συγκυρία παρά με αποτέλεσμα οργανωμένης λειτουργίας. Διότι στην μετά Γιοβάνοβιτς εποχή σχεδόν όλα μοιάζουν να εξαρτώνται από το αν θα ευθυγραμμιστούν προσωρινά οι συνθήκες — και όχι από μια σταθερή στρατηγική που οδηγεί με συνέπεια προς έναν στόχο.