ΒΑΛ' ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ

Ο Γκαράστας και τα σκονάκια του Γκομέλσκι για τον Γκάλη

AP Photo/Susan Ragan

Ο Βλάντας Γκαράστας έφυγε από τη ζωή και ο Βασίλης Σκουντής γαργαλάει τις αναμνήσεις και το θυμικό μας…

Έφυγε λοιπόν από τη ζωή ο Βλάντας Γκαράστας που τον νιώθαμε δικό μας άνθρωπο και τον κάναμε κιόλας να μας νιώθει κι εμάς δικούς του ανθρώπους!

Μάς πίκρανε βεβαίως, τολμώ να πω πως μάς εξόργισε κιόλας τον Μάιο του 2021 (όταν σε ηλικία 89 ετών μάλιστα) έκανε… σκριν στον Σαρούνας Μαρτσουλιόνις και στον Χέινο Εντεν, που θυμήθηκαν ξαφνικά ότι τάχα οι Ελληνες δωροδόκησαν τους Σοβιετικούς πριν από τον τελικό του EuroBasket του 1987.

Έλεγαν μάλιστα πως όλα κανονίστηκαν σε μια τάχα μυστική συνάντηση του Κώστα Πολίτη και του Αλεξάντερ Γκομέλσκι στην ταράτσα του ξενοδοχείου όπου διέμεναν οι αποστολές.

Το βάλιουμ του Συρίγου

Τότε, λοιπόν, ο Γκαράστας βρισκόταν ως ασίσταντ κόουτς, στο πλάι του Γκομέλσκι τον οποίο διαδέχθηκε στη συνέχεια και ξαναβρέθηκε μπροστά μας στον αλήστου μνήμης του ημιτελικού του EuroBasket του 1989, στη διοργάνωση που έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα της ενιαίας ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης και στην οποία εξακολουθούσε να βρίσκεται στην απόλυτη σφαίρα επιρροής του ασπρομάλλη προκατόχου και στον τακτικό παραλήπτη των γραπτών μηνυμάτων του!

Α, ναι, αυτή πάλι είναι μια πολύ χαριτωμένη και σκαμπρόζικη ιστορία που εκτυλίχθηκε στις 24 Ιουνίου του 1989 στο “Dom Sportova” του Ζάγκρεμπ, όπου η Ελλάδα και η Σοβιετική Ένωση αναμετρούνταν στον ημιτελικό της διοργάνωσης …

Ο Γκαράστας ήταν ένας ήρεμος και πράος άνθρωπος για τον οποίο ο συχωρεμένος ο Φίλιππος Συρίγος συνήθιζε να λέει πως “έπινε βάλιουμ”!!!

Ο γιος του Γκομέλσκι και ο γιος του Αταμάν

Εκείνο το αξέχαστο βράδυ, λοιπόν, ένα 13χρονο ξανθό και όμορφο παιδί με τη διαπίστευση κρεμασμένη στο λαιμό του, φορώντας κοντό παντελονάκι και παπούτσια “Sea and City” έδειχνε μια ασυνήθιστη και πάντως εντυπωσιακή κινητικότητα ανεβοκατεβαίνοντας από την εξέδρα προς τον πάγκο και τούμπαλιν, κάθε φορά μάλιστα βάσταγε στα χέρια του ένα χαρτάκι…

Ο γιόκας του Γκομέλσκι, ονόματι Κύριλλος, ήταν ήδη γνωστός στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ: τόσο γνωστός όσο ο κανακάρης του Εργκίν Αταμάν, ο Σαρπ, μόνο που τότε δεν υπήρχαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης για να γίνει viral!

Τα σκονάκια για τον Γκάλη

Μη έχοντας εμπιστοσύνη στον Γκαράστας, λοιπόν, αλλά και επειδή ήθελε να ελέγχει και να εξουσιάζει τους πάντες και τα πάντα ο Γκομέλσκι βρήκε στο πρόσωπο του γιου του τον απαραίτητο αγγελιαφόρο και κομιστή για να μεταφέρει στον προπονητή της ομάδας το… σκονάκι με τις εντολές του!

Βεβαίως αυτά τα σούρτα φέρτα του Κύριλλου δεν συνέβησαν για πρώτη φορά στον ημιτελικό, απλώς εμείς δεν τα είχαμε αξιολογήσει διότι δεν μας αφορούσαν και είχαμε αλλού το μυαλό μας, χώρια που ένας θαρραλέος και χιουμορίστας Ιταλός δημοσιογράφος πήγε και του έδωσε συγχαρητήρια μετά τη νίκη των Σοβιετικών επί των “Ατζούρι” στον μικρό τελικό!

Το πιο συνηθισμένο και επιτακτικό μήνυμα που κουβάλαγε ο Κύριλλος στις απανωτές εφόδους του προς τον πάγκο, αφορούσε το μαρκάρισμα του Γκάλη («Βάλε τον Μαρτσουλιόνις πάνω του, όχι τον Χόμιτσους» κοκ).

“Εκτελώ τις διαταγές του στρατηγού”

Όντας αυθάδης, μετά τον τελικό της Εθνικής με τη Γιουγκοσλαβία τον πλησίασα και του πήρα μια σύντομη συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο «Τρίποντο» τη μεθεπόμενη Τρίτη.

Τον ρώτησα για το πήγαινε-έλα στον πάγκο και ιδού η απάντηση του: “Εγώ περιμένω εντολές από τον στρατηγό. Όποτε μου αναθέσει μια αποστολή, είμαι έτοιμος. Αυτός διατάζει, εγώ εκτελώ”.

Μεταξύ άλλων σε αυτή τη συνέντευξη ο Κύριλλος (ο οποίος ασχολιόταν με το καράτε και το τένις, ενώ αργότερα σπούδασε στο Χάρβαρντ) είχε πει ότι είναι υποστηρικτής των Ατλάντα Χοκς, που τους είδε από κοντά την προηγούμενη χρονιά στη Μόσχα και του άρεσαν, λέει, επειδή διέθεταν πολλούς καλούς λευκούς παίκτες, ενώ οι αγαπημένοι του στο ΝΒΑ ήταν ο Λάρι Μπερντ, ο Ντομινίκ Γουίλκινς και ο Αντουάν Καρ.

Α, για να μην το ξεχάσω: όταν μετά από δυο χρόνια ρώτησα τον ίδιο τον Γκομέλσκι εάν θα παρακινούσε τον γιο του να γίνει προπονητής, μού είχε δώσει μια πληρωμένη απάντηση…

“Όχι διότι με το όνομα Γκομέλσκι, η Ιστορία μπορεί να χωρέσει μόνο έναν μεγάλο”.

“Ο πόλεμος των έξι ημερών”

Το πλέον… μινιμαλιστικό (με τη συμμετοχή μόνον οκτώ ομάδων) και βραχύβιο (διαρκείας μόλις έξι ημερών) Ευρωμπάσκετ όλων των εποχών έφερε την “Επίσημη αγαπημένη” στο δεύτερο σκαλί του βάθρου πίσω από την ανυπέρβλητη Γιουγκοσλαβία, η οποία παρουσίασε μια ακαταμάχητη ομάδα, η οποία θεωρείται από πολλούς ως η πληρέστερη στα χρονικά της ενιαίας χώρας.

Έναν χρόνο νωρίτερα η Εθνική είχε αποτύχει να προκριθεί στους Ολυμπιακούς αγώνες της Σεούλ, ενώ τον Οκτώβριο του 1988 παραιτήθηκε ο Κώστας Πολίτης και στη θέση του ανέλαβε την τεχνική ηγεσία ο (συνεργάτης του) Ευθύμης
Κιουμουρτζόγλου.

Στον πάγκο των “Πλάβι” βρισκόταν από την προηγούμενη χρονιά Ντούσαν Ιβκοβιτς, αντί του Κρέζιμιρ Τσόσιτς που τους είχε κοουτσάρει στην Αθήνα και συνέχισε το βιολί του μαρκάροντας τον Γκάλη με ψηλό παίκτη, εκ περιτροπής με τον Κούκοτς και με τον Πάσπαλι.

Ο Πέτροβιτς και ο Σαμπόνις

Χοροστατούντος του αείμνηστου Ντράζεν Πέτροβιτς που ανακηρύχθηκε MVP της διοργάνωσης οι Γιουγκοσλάβοι παρουσιάστηκαν αφιονισμένοι και εκδικήθηκαν την Ελλάδα για τις δύο ήττες τους στην Αθήνα.

Η Εθνική δεν μπόρεσε να φανεί ανταγωνιστική προς τους οικοδεσπότες, ωστόσο πέτυχε μια από τις μεγαλύτερες νίκες στην ιστορία της με σκορ 81-80 στον ημιτελικό με τη Σοβιετική Ένωση στην οποία αυτή τη φορά ήταν παρών (μετά την μετά βαίων και κλάδων επιστροφή του στη Σεούλ) ο Αρβιντας Σαμπόνις.

Δέκα έξι χρόνια πριν από το τρίποντο του Διαμαντίδη από την πάσα του Ζήση στον ημιτελικό του EuroBasket του 2005 με τη Γαλλία, η Ελλάδα βίωσε και απόλαυσε το πρώτο “Βάλ’ το αγόρι μου”!

“Βάλ’ το χοντρό αγόρι μου”

Για την ακρίβεια στο Ζάγκρεμπ εκτυλίχθηκε η φάση “Βάλ’ το χοντρό αγόρι μου” (SIC), καθώς 51 δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη του ημιτελικού με τη Σοβιετική Ένωση, ο (πιεζόμενος από τους Σοβιετικούς) Γκάλης πέρασε από την εσωτερική, πάτησε κιόλας τη γραμμή του άουτ (χωρίς ωστόσο να το πάρουν χαμπάρι οι διαιτητές) και πέταξε την μπάλα στον Χριστοδούλου.

Ο Φάνης ήταν ήδη οπλισμένος, το «μπουμπούνισε» και την ώρα που ο Γκάλης διαισθανόμενος την κατάληξη της φάσης έχει ήδη σηκώσει τα χέρια του και πανηγυρίζει- “έγραψε” το 81-80 και σφράγισε την πρόκριση της Εθνικής στον τελικό.

Μετά το καλάθι του Χριστοδούλου, οι Σοβιετικοί (όπως και το 1987 με τον Γιοβάισα, αλλά όπως το επιχείρησαν και οι Γάλλοι το 2005 με τον Ριγκοντό) είχαν την ευκαιρία και μάλιστα με πολύ περισσότερο χρόνο στη διάθεση τους να απαντήσουν, αλλά τη χαράμισαν από το λάθος του Γκούνταρς Βέτρα.

Ο Φασούλας και η Μαυριτανία

Στο αμέσως επόμενο κλικ μέσα στην εξαλλοσύνη των πανηγυρισμών για τον θρίαμβο της ελληνικής ομάδας ο Παναγιώτης Φασούλας ωρυόταν στους διαδρόμους του Dom Sportova με μια φράση που μας ανάγκασε να βάλουμε μπιπ
στον ήχο…

“Έτσι… αυτώνει η Μαυριτανία”

Τον Γκαράστας τον ξανανταμώσαμε στη συνέχεια στον πάγκο της μεταβατικής και γι αυτό θνησιγενούς Κοινοπολιτείας και της νεόδμητης (μετά την απόσχιση της από τη μεγάλη μπάμπουσκα της Σοβιετικής Ένωσης) Λιθουανίας τις οποίες οδήγησε στην κατάκτηση δυο ασημένιων και τριών χάλκινων μεταλλίων στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στα Παγκόσμια και στα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα.

Η ιαχή “Λιέτουβα, Λιέτουβα”

Για την ιστορία και για να γαργαλήσω τις αναμνήσεις και το θυμικό μας, αυτός βρισκόταν στον πάγκο της Λιθουανίας στον αλησμόνητο τελικό του EuroBasket του 1995 ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και στη Λιθουανία στο τότε νεότευκτο ΟΑΚΑ στο οποίο ακόμη ηχούν η μυριόστομη και βροντερή ιαχή των Ελλήνων φιλάθλων…

“Λιέτουβα, Λιέτουβα, Λιέτουβα”!

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ