ALLWYN FINAL 8

Ο Μπαρτζώκας στην εποχή της αθωότητας

(KLODIAN LATO / EUROKINISSI)

Ο Ολυμπιακός αντιμετωπίζει το Μαρούσι στον πρώτο ημιτελικό του Allwyn Final 8 του Κυπέλλου Ελλάδος και ο Βασίλης Σκουντής γρατζουνάει το θυμικό του προπονητή του.

Κάθε άνθρωπος έχει το παρελθόν του κι αυτός είναι ο νόμος της ζωής…

Ο Γιώργος Μπαρτζώκας δεν αποτελεί την εξαίρεση του συγκεκριμένου τον κανόνα: έχει κι ελόγου του το παρελθόν του που θα το δει να περνάει από μπροστά του σαν ασπρόμαυρο φιλμ σήμερα στη Νέα Αλικαρνασσό.

Το μαρουσιώτικο παρελθόν του νυν προπονητή του Ολυμπιακού εννοώ, αυτό που ενσωματώνει και συμπυκνώνει μια ολόκληρη δεκαπενταετία του βίου και της πολιτείας του στο μπάσκετ.

Η κοιτίδα και το 4×4

Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που ο Μπαρτζώκας βρίσκεται σε αυτή τη φάση των αναμνήσεων, της νοσταλγίας και της κατά το μάλλον ή ήττον συγκινησιακής φόρτισης…

Αλλά είναι η πρώτη φορά που το Μαρούσι στέκεται μπροστά του ως ένα (υψηλό ή χαμηλοτάβανο, δεν έχει σημασία) εμπόδιο για να διεκδικήσει άλλον έναν τίτλο…

Για τον 61χρονο προπονητή του Ολυμπιακού, το Μαρούσι είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια προηγούμενη ομάδα του: είναι το λίκνον, η κοιτίδα, οι ρίζες και το σπίτι του, οπότε σπολλάτη τους!

Καθόλου δεν υπερβάλλω σε αυτή την προσέγγιση, καθόσον ο Μπαρτζώκας έχει και ένα ιδιάζον ρεκόρ: διακόνησε το Μαρούσι με τέσσερις διαφορετικές ιδιότητες, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται σε αυτές το παραγοντιλίκι, όπως επί παραδείγματι έχει συμβεί με τον Μπάνε Πρέλεβιτς και τον ΠΑΟΚ…

Από το “Σπύρος Λούης” με αγάπη

Εκκίνησε ως ταλαντούχος και πολλά υποσχόμενος παίκτης (1979-1992), επέστρεψε ως διευθυντής του τότε νεοπαγούς γηπέδου του Αγίου Θωμά, εν συνεχεία χρίσθηκε ασίσταντ κόουτς και ξαναγύρισε το 2009 για μια σεζόν ως πρώτος προπονητής…

“Ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σού λείπει”, κατά πως λέει και το τραγούδι!

Βεβαίως η μπασκετική κοιτίδα του Μπαρτζώκα δεν είναι το επί των οδών Διονύσου και Νιόβης κείμενο γήπεδο, αλλά το γυμναστήριο “Σπύρος Λούης” που βρίσκεται δίπλα στον ηλεκτρικό σταθμό, αλλά αυτή είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια που δεν αλλάζει ούτε την ιστορία, ούτε τη νοσταλγία…

Η Βαρβάκειος, ο Δαρίβας και ο μέντορας Κουτσούκος

Ο Μπαρτζώκας γεννήθηκε στους Αμπελοκήπους το 1965, αλλά μεγάλωσε στο Μαρούσι και εντάχθηκε στην ομάδα εξ απαλών ονύχων, το 1978, ως μέλος της ομάδας μίνι, ενώ παράλληλα φοιτούσε στη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή.

Ο νυν προπονητής του Ολυμπιακού δεν αξιώθηκε να αγωνισθεί στην Α’ Εθνική, καθώς η ομάδα, την οποία απάρτιζαν γηγενείς παίκτες, βουρλιζόταν ανάμεσα στη Β’ Εθνική και στην Α2.

Πρόλαβε εν δράσει τον συχωρεμένο Νίκος Δαρίβα, ο οποίος αγωνίσθηκε και στον Παναθηναϊκό, ενώ στη γενιά του ανήκαν ο Πεπές, ο Κολοβέρος, ο Μπιρνιάκος, ο Καλοζύμης, ο Μακριδάκης, ο Παπαζώτος και ο Θεοφανέλης.

Τον ρόλο του ινστρούχτορα ανέλαβε ο τότε προπονητής Κώστας Κουτσούκος, ενώ στα χρόνια που έπαιξε πέρασαν από τον πάγκο της ομάδας ο Νίκος Μήλας, ο Δημήτρης Σεντούκας, ο Βαγγέλης Νικητόπουλος και ο Βόισλαβ Βέζοβιτς.

Ντελικάτος, αλλά γκαντέμης!

Τι τύπος παίκτη ήταν ο Μπαρτζώκας;

Ένα ευκίνητο και ντελικάτο τεσσαροπεντάρι που σκόραρε με πολύ μεγάλη ευχέρεια και τούτου του χαρίσματος δοθέντος, δεν άφησε αδιάφορες τις μεγάλες ομάδες, αλλά ας όψεται η γκαντεμιά του!

Όταν τον ήθελε η ΑΕΚ, με προπονητή τον Νικητόπουλο, υπέστη την πρώτη ρήξη χιαστού σε αγώνα με τον Παπάγου στο “Σαλούν” και όταν δέχθηκε την πρόταση του Ιάκωβου Ρούσσου για τον Ολυμπιακό έπαθε τη δεύτερη και… τετέλεσται!

Τη δεύτερη και τελειωτική ζημιά δεν την έπαθε ως παίκτης του Αμαρουσίου, αλλά του Πρωτέα, σε φιλικό ματς, δέκα ημέρες πριν από την έναρξη του πρωταθλήματος, έχοντας πάρει μεταγραφή με τη φόρμουλα του δανεισμού στην ομάδα του Νέου Κόσμου, τη φανέλα της οποίας δεν έμελλε να φορέσει ποτέ επισήμως!

Όταν ο Μπαρτζώκας αποσύρθηκε από την ενεργό δράση μπήκε στο τριπάκι της προπονητικής, αναλαμβάνοντας πρώτα την ομάδα της Πεύκης, στην οποία τότε οργίαζε ως σκόρερ, ο νυν συνεργάτης του, Γιώργος Μποζίκας.

“Η διάνοια της απλότητας”

Εν συνεχεία πέρασε από τους πάγκους των Βριλησσίων και της Νέας Κηφισιάς, ενώ το 1997 το Μαρούσι του ανέθεσε τον ρόλο του διευθυντή στο νεότευκτο γήπεδο του Αγίου Θωμά, ενώ παράλληλα συνέχιζε να προπονεί ομάδες των πρωταθλημάτων της ΕΣΚΑ.

Έξι χρόνια αργότερα προωθήθηκε στο επιτελείο του Παναγιώτη Γιαννάκη, μαζί με τον Βαγγέλη Αγγέλου (ο οποίος παρεμπιπτόντως μού είπε πριν από τρία χρόνια ότι “ο Μπαρτζώκας αποτελεί τη διάνοια της απλότητας”) και τον Κώστα Μπογατσιώτη.

Ο Μπαρτζώκας αποχώρησε από το Μαρούσι το καλοκαίρι του 2006 για να αναλάβει πρώτος προπονητής στην Ολύμπια Λάρισας χάρη στη… φλασιά που έφαγε ο τότε πρόεδρος της ομάδας, παιδικός φίλος και κουμπάρος του, Γιώργος Μαλάκος και από εκεί και πέρα όλα στη σόλο καριέρα του είναι Ιστορία!

Το σεργιάνι στα μεγάλα σαλόνια και το μοιραίο σουτ του Πελεκάνου

Αυτή η Ιστορία θα επέστρεφε στο Μαρούσι το καλοκαίρι του 2009, όταν αποχώρησε ο Σούλης Μαρκόπουλος και η ομάδα θα διεκδικούσε μέσω προκριματικών τη συμμετοχή της στη EuroLeague!

“Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος” (όπως γράφει ο Καβάφης), ο Μπαρτζώκας οδήγησε το Μαρούσι σε διαδοχικές προκρίσεις απέναντι στον Άρη και στην Άλμπα Βερολίνου , την οποία μάλιστα αντιμετώπισε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και αίφνης σουλάτσαρε για πρώτη φορά στα μεγάλα σαλόνια του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Και να ‘ταν μόνο αυτό;

Το Μαρούσι βρέθηκε μια ανάσα και από τα playoffs της διοργάνωσης, αλλά ας όψεται το άστοχο τρίποντο του Μιχάλη Πελεκάνου, στις 25 Φεβρουαρίου του 2-010 στη “Χάλα Πιονίρ”…

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Περιστεριώτης φοργουορντ είχε 5/5 τρίποντα, αλλά η μπάλα δεν τού έκανε το χατίρι στο τελευταίο, με αποτέλεσμα η Παρτίζαν να επιβληθεί με 79-76 και να προκριθεί στην οκτάδα μαζί με την μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης Μπαρτσελόνα, αφήνοντας πίσω της τον Παναθηναϊκό και το Μαρούσι.

Ο απλήρωτος λογαριασμός και το “ευχαριστώ” του Βωβού

Εκείνη τη σεζόν οι Μαρουσιώτες νίκησαν και τον Παναθηναϊκό (με το σουτ του Μπίλι Κις) και τον Ολυμπιακό, ενώ στο πρωτάθλημα κατέλαβαν την τρίτη θέση έχοντας προϋπολογισμό 1.200.000 ευρώ, που δεν πληρώθηκε κιόλας!

Παρ’ όλα αυτά ως ακραιφνής Μαρουσιώτης ο Μπαρτζώκας δεν κατέθεσε προσφυγή και δεν διεκδίκησε όσα είχε λαμβάνειν, εξ ου και το δημόσιο “ευχαριστώ” που του απεύθυνε ο ιδιοκτήτης της ομάδας Άρης Βωβός.

Όταν έπεσε η αυλαία του Πρωταθλήματος, ο Μπαρτζώκας έφυγε με σκοπό να αφυπνίσει όλο τον οργανισμό της ομάδας που είχε περάσει σε άλλα χέρια και μετακόμισε από το Μαρούσι στον Πανιώνιο, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον Βαγγέλη Αλεξανδρή, τον οποίο-κατά μία σατανική σύμπτωση-είχε αντικαταστήσει το 2006 στον πάγκο της Ολύμπιας Λάρισας.

Το déjà vu του 2002 και η… αθωότητα

Στα κατοπινά χρόνια πέρασε από τον Πανιώνιο, τον Ολυμπιακό, τη Λοκομοτίβ Κουμπάν, την Μπαρτσελόνα και τη Χίμκι περιχώρων Μόσχας για να επιστρέψει στον Πειραιά, μοστράροντας στο βιογραφικό του μια πλούσια γκάμα τίτλων: Πρωταθλήματα, Κύπελλα, Super Cup, τρόπαιο EuroLeague και Διηπειρωτικό.

Απόψε λοιπόν ο λεγάμενος θα βρεθεί απέναντι στον Ηλία Παπαθεοδώρου, με λάφυρο την πρόκριση στον τελικό σε ένα déjà vu…

Ένα déjà vu που ανέβηκε στη σκηνή στις 7 Απριλίου του 2002 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, όπου οι δυο ομάδες αναμετρήθηκαν στον τελικό του Final 4 με τον Ολυμπιακό του Λευτέρη Σούμποτιτς να ρίχνει στο κανναβάτσο το Μαρούσι του Κώστα Πετρόπουλου με 74-66.

Από τότε πέρασαν κιόλας 24 χρόνια και σήμερα οι δυο ομάδες ανταμώνουν στον ημιτελικό που σε πείσμα της επαγγελματικής στοχοπροσήλωσης και της… νέκρωσης των συναισθημάτων, μπορεί να αφήνει στον Μπαρτζώκα ένα παραθυράκι αναμνήσεων από την εποχή της νιότης και της αθωότητας του…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ