ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ 2026

Μουντιάλ 2026, Ισπανία: Οι θεριστές ψυχών που ανανέωσαν την ψυχή του παιχνιδιού

AP Photo/Julio Cortez

Η Ισπανία κατέκτησε το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της, επιμένοντας στο δικό της, ανανεωμένο και προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις των καιρών, παιχνίδι της, κυριαρχώντας απολύτως και αποτρέποντας το αφύσικο και το μη ποδοσφαιρικό για τον τρόπο που εξελίχτηκε το τουρνουά να μην είναι αυτή η κορυφαία ομάδα του πλανήτη.

Για περισσότερες από μία φορά η κάμερα στράφηκε στα επίσημα του Met Life κατά τη διάρκεια του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Υπήρχε λόγος. Σε ένα από τα boxes του γηπέδου, μαζεμένοι, σε παράταξη ήταν οι Τσάβι, Ινιέστα, Κασίγιας, Πουγιόλ, Βιγά, όλοι τους στελέχη της Ισπανίας που φέρνοντας επανάσταση στο ποδόσφαιρο με την τότε φιλοσοφία και προσέγγισή της, κυριάρχησε την τετραετία 2008-2012 σε Ευρώπη και κόσμο, κατακτώντας στο μέσο αυτής της διαδρομής τον παρθενικό παγκόσμιο τίτλο της.

Όλοι τους πασπαλισμένοι με χρυσόσκονη. Όλοι τους και ακόμη περισσότεροι εκείνης της γενιάς, έβλεπαν τα ονόματά τους να φοριούνται στις φανέλες εκατοντάδων χιλιάδων. Φανέλες είτε της «ρόχα» είτε των ομάδων τους. Δεκαέξι χρόνια μετά, ποιος από τη φουρνιά που έφερε τους Ίβηρες για δεύτερη φορά στην ποδοσφαιρική κορυφή του πλανήτη, με την εξαίρεση του Λαμίν Γιαμάλ μπορούσε – μέχρι χτες τουλάχιστον – να ισχυριστεί κάτι ανάλογο;

Ο κίπερ Σιμόν; Αυτός που άφησε μόνιμα στον πάγκο τον κατά πολλούς κορυφαίους τερματοφύλακα της τελευταίας διετίας στην Premier League (τον Νταβίδ Ράγια). Ο ομόλογός του, Εμιλιάνο Μαρτίνες μόνο στον τελικό πραγματοποίησε έντεκα επεμβάσεις. Ο Βάσκος, σε όλη τη διοργάνωση, όλες κι όλες, δέκα.

Ο δεξιός μπακ Πέδρο Πόρο; Υπέφερε καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν στην Τότεναμ. Παρά ταύτα, έγραψε το 1/3 των συμμετοχών του με το εθνόσημο στο τουρνουά των 39 ημερών, κερδίζοντας, μεταξύ άλλων τον τίτλο του MVP στον ημιτελικό.

Ο στόπερ Αϊμερίκ Λαπόρτ; Στη Σαουδική Αραβία κατέληξε πριν τρία χρόνια, επιστρέφοντας μόλις πέρυσι στο Μπιλμπάο. Το παιδάκι, ο 18χρονος Πάου Κουμπαρσί; Γυρίζει πλέον στην πατρίδα έχοντας αποδείξει πως μόνο τέτοιο δεν είναι, κερδίζοντας επάξια και απολύτως δικαιολογημένα, τον τίτλο του κορυφαίου νέου στο τουρνουά.

Ο αριστερός μπακ Μαρκ Κουκουρέγια; Ο μπούκλας; Αυτός που με την περίφημη πια απόκρουση με το χέρι, στο περασμένο Euro, μπήκε στο κάδρο, εξονυχιστικά δεχόμενος κάθε λογής κριτική για κάθε τι, επί παντός επιστητού, εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου. Μην ψάξετε άλλον καλύτερό στη θέση του.

Ο – πως να τον χαρακτηρίσεις, να τον προσδιορίσεις επιθετικά για τα όσα κάνει στο γήπεδο…- Ρόδρι; Ούτε καν η παρόλα του Πεπ, εκεί στο τέλος του περασμένου φθινοπώρου, πως όχι μόνο θα είναι απολύτως έτοιμος στο Παγκόσμιο Κύπελλο, μα θα είναι ακόμη καλύτερος (και όμως) από ότι ήταν πριν τον τραυματισμό του, ήταν αρκετή για να άρει τις αμφιβολίες που τον συνόδευαν. Κορυφαίος του τουρνουά ανακηρύχτηκε.

Ο παγκίτης στην Παρί Σεν Ζερμέν, μέσος Φαμπιάν Ρουίθ; Ο δωδέκατος (στην καλύτερη) παίκτης της Ατλέτικο Μαδρίτης, εξτρέμ με μόλις δύο γκολ σε ολάκερη τη La Liga, Άλεξ Μπαένα; Ο – καινοτόμος βάσει ρόλου και θέσης σε σχέση με την προηγούμενη, οικουμενικά κυρίαρχη έκδοση της Ισπανίας – Ντάνι Όλμο, ο οποίος έφτασε στα 28 για να κάνει την πιο γεμάτη (σε χρόνο συμμετοχής) σεζόν της καριέρας του;

Ή το πιο αντισυμβατικό εννιάρι – ο Θεός να το κάνει… – στην ιστορία ακόμη και αυτής της γονιδιακά διαφοροποιημένης ισπανικής φιλοσοφίας – Μικέλ Ογιαρθάμπαλ;

Η λάμψη λοιπόν όχι, δεν ξεχώριζε. Από πριν τουλάχιστον. Η «ρόχα» είχε πολλούς καλούς, μα κανέναν – πλην του «βαφτισμένου» από τον Μέσι – που να εξάπτει, να καθηλώνει τη φαντασία, να δημιουργεί την προσδοκία, να πουλάει – έστω – φανέλες. Όλοι μαζί όμως έφτιαξαν, ψέματα συνέχισαν να φτιάχνουν κάτι που καθήλωσε. Θεατές και αντιπάλους.

Πειθαρχία, οργάνωση, αφοσίωση, προσπάθεια. Τα βασικά κατά τον αρχιτέκτονα και εκφραστή αυτής της αλλαγής των τελευταίων χρόνων, Λουίς ντε λα Φουέντε, μπολιασμένα πάντα με τα δομικά που έχουν ποτίσει πλέον κάθε τι στην ποδοσφαιρική παράδοση των Ισπανών. Κατοχή, έλεγχος, γεωμετρία, κάλυψη χώρων, με ή χωρίς την μπάλα, αέναη κίνηση, τακτική υπεροχή, σιγουριά, όχι όμως επίπλαστη, μα προερχόμενη από την ανωτερότητα στο γήπεδο, έναντι κάθε αντιπάλου.

Στα 38 παιχνίδια έφτασε το αήττητό τους μετά τον χτεσινοβραδινό τελικό. Καμιά άλλη εθνική ομάδα στην ιστορία δεν έχει τρέξει μεγαλύτερο. Ποτέ, μα ποτέ στα οκτώ τους παιχνίδια στο Παγκόσμιο Κύπελλο δεν βρέθηκαν πίσω στο σκορ. Δέχτηκαν μόλις ένα γκολ και αυτό – για τους λάτρεις της μετάφρασης της κυριαρχίας με τα μοντέρνα στατιστικά – έχοντας συνολικά, στις οκτώ αναμετρήσεις τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, επιτρέψει μόλις 2,4 xG. Ανά παιχνίδι δηλαδή 0,3, ήτοι – περίπου και χοντρικά – μια ευκαιρία στον εκάστοτε αντίπαλό τους.

Η Γαλλία στον ημιτελικό, είχε την πρώτη της τελική στον στόχο στο 82’. Η Αργεντινή στον τελικό, έκανε την πρώτη της στο 116’. Όποιος ξεχώριζε, τον «έπνιξαν». Τακτικά, ατομικά, συλλογικά. Ο Μέσι στο πρώτο τέταρτο του τελικού είχε μία μόνο επαφή με τη μπάλα. Κάνοντας τη σέντρα.

Υπομονετικοί. Αλλά με τον αέρα της σιγουριάς, χωρίς να αλλάξουν στο ελάχιστο αυτό που πρεσβεύουν. Είτε μένοντας στο ζερό στο παιχνίδι της πρεμιέρας τους με το Πράσινο Ακρωτήρι, είτε κερδίζοντας στο τέλος Βέλγιο και Πορτογαλία, είτε αδίκως βάσει της απολύτως κυριαρχίας τους στην παράταση – τελικά – το τρόπαιο.

Η καταλανική Sport, αμέσως μετά το τέλος της κόντρας με την Αργεντινή, έγραψε πως «η Ισπανία συνέχισε μέχρι τέλους, ανεξαρτήτως συνθηκών, αντιπάλων, τερτιπιών και τεχνασμάτων, να πιστεύει στο παιχνίδι». Να πιστεύει στο παιχνίδι της. Καινοτόμο, ακόμη και για τη συνηθισμένη σε τέτοια «ρόχα». Προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις των καιρών, αλλά αδιαπραγμάτευτα και ευανάγνωστα ισπανικό.

Το 2010, η τότε χρυσοποίκιλτη, εκθαμβωτική Ισπανία ζάλισε και γοήτευσε. Το 2026, θέρισε ψυχές. Απλά. Όλων, ανεξαιρέτως, των αντιπάλων της, στερώντας άμα τη εμφανίσει σταδιακά, αλλά κυρίως με τον τρόπο που έπαιξε, παρουσιάστηκε και λάνσαρε, με τον τρόπο που κέρδισε το Κύπελλο, την ελπίδα σε οποιονδήποτε άλλον. Πως μπορεί, να διανοηθεί έστω να σταθεί απέναντί της, χρησιμοποιώντας, αξιοποιώντας και εφαρμόζοντας οτιδήποτε, γυαλιστερό ή όχι, (πιο) φανταχτερό ή όχι, ποδοσφαιρικό ή όχι.

Και έτσι, η παρωδία που θα σηματοδοτούσε κατάκτηση του τίτλου από οποιονδήποτε άλλον, αποφεύχθηκε. Και έτσι, τελικά, έσωσαν, διατήρησαν και ανανέωσαν και την ψυχή του ίδιου του παιχνιδιού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ