ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Μίρτσεα Λουτσέσκου: Ο πάμπτωχος γιος του λαβωμένου στρατιώτη που έγινε μύθος των πάγκων

INTIME SPORTS

Από το μεταπολεμικό Βουκουρέστι ίσαμε την κορυφή της Ευρώπης, ο Μίρτσεα Λουτσέσκου “περπάτησε” την ποδοσφαιρική διαδρομή του ως ένας διανοούμενος των γηπέδων. Κατάφερε να ενσωματώσει την πειθαρχία του ανατολικού μπλοκ που βασιζόταν στο σοβιετικό μοντέλο με το καπιταλιστικό παρόν. Ένα ελάχιστο δείγμα της φιλοσοφίας του βλέπουμε στην Ελλάδα από τον γιο του, Ραζβάν.

Όταν ο Μίρτσεα Λουτσέσκου έκλεισε τα μάτια του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Βουκουρεστίου, το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο έχασε έναν συλλέκτη τροπαίων και έναν άνθρωπο που λάτρευε τη μάθηση και τις τέχνες.

Σε μια εποχή που συχνά οι προπονητές μοιάζουν με αναλυτές δεδομένων σε κλειστά γραφεία, ο σπάνιος “Il Luce” (Το Φως) κήρυττε ότι ένας προπονητής πρέπει να είναι μορφωμένος, γι’ αυτό και συχνά προέτρεπε τους ποδοσφαιριστές του να διαβάζουν βιβλία ή να προτιμούν το θέατρο από τα εστιατόρια.

Η γέννηση ενός διανοούμενου

Γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1945 στη γειτονιά Απαρετόρι Πατριέι του μεταπολεμικού Βουκουρεστίου.

Η φαμίλια του δοκιμάστηκε και παρά το γεγονός ότι μεγάλωσε στις στάχτες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε μια χώρα, η οποία προσπαθούσε να επαναφέρει τη δική της ταυτότητα που είχε θαφτεί κάτω από τη σοβιετική επιρροή, μιλούσε με αγάπη για τα παιδικά χρόνια του.

“Προέρχομαι από μια οικογένεια με πέντε παιδιά, και τους γονείς μας να πηγαίνουν συχνά σε σανατόρια. Ο πατέρας μου (Μιχάι) είχε γυρίσει από το μέτωπο του Στάλινγκραντ με διάτρηση πνεύμονα και πυροβολημένος στο πόδι.

Η μητέρα μου (Μαρία) αναγκάστηκε να τα βγάλει πέρα μόνη της, αλλά αρρώστησε κι εκείνη και χρειάστηκε φροντίδα.

Μας μεγάλωσε η μεγαλύτερη αδελφή μας, που άφησε το σχολείο στην έβδομη τάξη για να δουλέψει, ώστε να υπάρχει ακόμα ένα εισόδημα στο σπίτι.

Ένας από τους αδελφούς μου εγκατέλειψε κι αυτός το σχολείο γύρω στα 11-12 και πήγε μαθητευόμενος στο εργοστάσιο αντλιών “Aversa”.

Ήταν δύσκολα. Αν δεν περάσεις τέτοιες στιγμές, μετά δεν εκτιμάς τη ζωή όπως πρέπει. Κι όμως, λέω, τι όμορφα παιδικά χρόνια!”.

Για εκείνα τα παιδιά η εργασία ήταν προϋπόθεση επιβίωσης που συνδυαζόταν με το παιχνίδι και την ανεμελιά.

“Τρέχαμε στους κήπους, μαζεύαμε φρούτα, δουλεύαμε στη φάρμα του νοσοκομείου, όπου εργάζονταν οι γονείς μου. Βγαίναμε και για θέρισμα. Παίζαμε ποδόσφαιρο με πάνινες μπάλες.

Είχαμε οργανώσει και αγώνες ανάμεσα στις γειτονιές, σε αλάνες, με δύο πέτρες ή δύο σχολικές τσάντες για δοκάρια. Το φθινόπωρο αλλάζαμε τα στρώματά μας και στη γειτονιά υπήρχε μια γωνιά που λεγόταν “Στου Ληστή”.

Εκεί, πηγαίναμε και σκαρφαλώναμε μέχρι την κορυφή από τις θημωνιές με άχυρα, τα οποία μετά βάζαμε σε σακιά για τα στρώματα των κρεβατιών μας. Αυτές ήταν απλές χαρές, με τις οποίες, σιγά-σιγά, μπαίναμε στη ζωή των ενηλίκων από τα 8-9 μας χρόνια, κάνοντας δουλειές του σπιτιού.

Βάλε σήμερα ένα παιδί να κάνει όσα κάναμε εμείς τότε – ούτε που θα σου δώσει σημασία! Πάντα με ωθούσε αυτή η περιέργεια να δω, να μάθω, να εξελιχθώ ως άτομο, να βγω στον κόσμο”, είχε πει πέρυσι στο εκπληκτικό ντοκιμαντέρ του GSP “Il Luce. The Master” που έγινε με αφορμή τα 80α γενέθλιά του.

Σ’ εκείνο το αφιέρωμα άνοιξε τη συζήτηση με μια απορία που γρήγορα ξεπέρασε: “ποιος νοιάζεται, αγάπη μου, για όλες αυτές τις ιστορίες;”.

Εντέλει για εκείνες τις ιστορίες ενδιαφέρθηκε όλη η υφήλιος. Κι ευτυχώς πρόλαβε να πει αρκετές από αυτές που έζησε ως φτωχόπαιδο και προηγήθηκαν του ποδοσφαίρου, όπως για αυτή για την εύθρυπτη σχολική τσάντα του, που άλειφε ο πατέρας του με ιχθυέλαιο ώστε να μη θρυμματίζεται.

“Δεν είχαμε ούτε ένα βιβλίο στο σπίτι, οπότε ήμουν από τα παιδιά που κατέφευγαν στη σχολική βιβλιοθήκη. Διάβαζα ακατάπαυστα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, ακόμα και στο σπίτι, με το φως της λάμπας, αφού είχαν κοιμηθεί όλοι.

Στην πραγματικότητα, η λάμπα, το ραδιόφωνο και η πάνινη μπάλα ήταν τα βασικά στοιχεία της εξέλιξής μου.

Από το ραδιόφωνο άκουγα τους αγώνες και ονειρευόμουν να φτάσω ψηλά. Και υπήρχε και το ραδιοφωνικό θέατρο, εξαιρετικό, με όλους τους μεγάλους μας ηθοποιούς. Μαζευόμασταν όλη η οικογένεια για να το παρακολουθήσουμε”.

Ο οπαδός της Στεάουα και “στρατιώτης” της Ντιναμό

Παρόλο που το ταλέντο του στην μπάλα ήταν εμφανές από νωρίς ο Μίρτσεα δεν είχε τα συνήθη χαρακτηριστικά ενός ποδοσφαιριστή, ειδικά εκείνης της εποχής.

Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες και κατάφερε μέχρι το τέλος της ζωής του να μιλά έξι (μαζί με τα ρουμανικά) γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, ρωσικά).

Τις περισσότερες τις έμαθε κατά την προπονητική του καριέρα. Το δωμάτιό του στις αποστολές ήταν πάντα γεμάτο με βιβλία ιστορίας και κλασικής λογοτεχνίας, ενώ στο γήπεδο ξεπατίκωνε όσα στοιχεία του άρεσαν από άλλους ποδοσφαιριστές και τα τελειοποιούσε.

“Αν θέλετε, είμαι το προϊόν της ίδιας μου της θέλησης! Έφτιαχνα μόνος μου εξατομικευμένες προπονήσεις και προσπαθούσα να μάθω από όλους. Περισσότερο από όλα τη σέντρα του Ίον Παρκάλαμπ! Την εξάσκησα εκατοντάδες φορές!

Φώναζα και τον Φλορέα Ντουμιτράκε μαζί μου για επιπλέον προπόνηση. Τού έβγαζα σέντρες από αριστερά, από δεξιά. Είχα επηρεαστεί πολύ και από το παιχνίδι του Γκαρίντσα. Οι σέντρες έγιναν το μεγάλο προσόν μου”.

Ξεκίνησε ως οπαδός της Στεάουα από την οποία δοκιμάστηκε στη θέση του τερματοφύλακα, πρόλαβε να κάνει δύο βολέ και απορρίφθηκε χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις.

Μάλιστα, καυχιόταν ότι μπορούσε να πει απνευστί και χωρίς λάθος την ενδεκάδα της ομάδας μέχρι τα γεράματά του. Ωστόσο, η παρουσία του στην ορκισμένη αντίπαλό της, Ντιναμό διαμόρφωσε τα αισθήματά του.

“Ξεχνάς οτιδήποτε άλλο εκτός από την ομάδα και τη φανέλα που υπερασπίζεσαι”, είχε πει.

Μετά την αποτυχημένη δοκιμή στη Στεάουα έπαιξε στη Ρέκας μια ομάδα της γειτονιάς όπου αγωνιζόταν κι ο αδερφός του. Την προπονούσε ο Βίκτορ Στανκουλέσκου, ο οποίος τον οδήγησε στην CSȘ 2 Βουκουρεστίου (ακαδημία του υπουργείου παιδείας).

Για πρώτη φορά έλαβε εξοπλισμό, μια τσάντα και κουπόνι φαγητού. Ένιωσε ότι κάτι άλλαζε στη ζωή του και λίγο αργότερα προτάθηκε στον Τράιαν Ιονέσκου που τον παρακολούθησε αρκετές φορές, μέχρι που αποφάσισε να του δώσει μια ευκαιρία.

Ένα βράδυ, μια μαύρη εντυπωσιακή ρωσική Volga πάρκαρε μπροστά από το σπίτι της οικογένειας Λουτσέσκου. Η γειτονιά αναστατώθηκε. Από το πολυτελές αυτοκίνητο κατέβηκε ο Τράιαν Ιονέσκου. Φορούσε καπέλο με φαρδύ γείσο και κασκόλ.

Τον συνόδευε ο συνταγματάρχης Κορνέλ Τουρτουρεάνου, επικεφαλής του ποδοσφαιρικού τμήματος. Ενημέρωσαν τους γονείς του ότι η Ντιναμό τον ήθελε. Φεύγοντας, ο Ιονέσκου άφησε στο τραπέζι 50 λέου (σημερινά 10 ευρώ). Ήταν τα χρήματα για το εισιτήριο του τραμ μέχρι το γήπεδο.

Η τεράστια προπονητική καριέρα του

Η θρυλική καριέρα του Μίρτσεα Λουτσέσκου μόλις είχε αρχίσει. Το πρώτο διάστημα δεν αγωνιζόταν όσο θα ήθελε γι’ αυτό ζήτησε από τον Ιονέσκου να τον παραχωρήσει δανεικό.

Πράγματι, πήγε στην Πολυτέχνικα Βουκουρεστίου και παρόλο που αγωνιζόταν στη Β’ Εθνική το 1966 κλήθηκε στην Εθνική ομάδα.

Επέστρεψε στην Ντιναμό με μήνυμα που του παραδόθηκε μέσω της Πολιτοφυλακής και πήγε εσπευσμένα στην προετοιμασία της ομάδας.

Στο Μουντιάλ του Μεξικό (1970) ήταν πια αρχηγός της εθνικής Ρουμανίας και ανταλλάσσοντας φανέλες με τον Πελέ κατάλαβε κάτι που καθόρισε αργότερα την προπονητική καριέρα του: το ποδόσφαιρο είναι μια οικουμενική γλώσσα, αλλά και μια γλώσσα διπλωματίας.

Αυτή τη γλώσσα άρχισε να εξασκεί από το 1978, όταν ανέλαβε την Κορβινούλ και τρία χρόνια αργότερα κόλλησε τα πρώτα “ένσημά” του με την εθνική Ρουμανίας, την οποία υπηρέτησε σε δύο ξεχωριστές θητείες.

Μία τότε και άλλη μία τώρα, μέχρι που έκλεισε τα μάτια του. Στη μεγάλη καριέρα του πέρασε από τους πάγκους των: Ντιναμό Βουκουρεστίου, Πίζα, Μπρέσια, Ρετζιάνα, Ραπίντ Βουκουρεστίου, Ίντερ, Γαλατασαράι, Μπεσίκτας, Σαχτάρ Ντονέτσκ, Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης, εθνική Τουρκίας, Ντιναμό Κιέβου.

Η μεγαλύτερη επαγγελματική του κληρονομιά γράφτηκε στο Ντόνετσκ. Με τη Σαχτάρ κατέκτησε συνολικά 22 τίτλους μεταξύ των οποίων κι ένα Κύπελλο UEFA το 2009.

Στα 12 χρόνια της παραμονής του στην ουκρανική ομάδα πανηγύρισε επίσης 8 πρωταθλήματα, 6 Κύπελλα και 7 Σούπερ Καπ.

Σε αυτό το διάστημα αγόραζε νεαρούς Βραζιλιάνους με απίστευτη τεχνική και τους πλαισίωνε με σκληροτράχηλους ανατολικοευρωπαίους. Το 2014, το γήπεδο της ομάδας βομβαρδίστηκε και ο Λουτσέσκου οδηγούσε την ομάδα του που έπαιζε μακριά από την έδρα της, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο.

Ο Μίρτσεα δεν εγκατέλειψε το καράβι στα δύσκολα και ανέπτυξε με τη Σαχτάρ ένα δεσμό ζωής. Αυτή ήταν η ομάδα που τον πλήρωσε καλύτερα από κάθε άλλη, όπως είπε.

“Ξεκίνησα περίπου στο ίδιο επίπεδο με τα χρήματα της Μπεσίκτας και μετά το ποσό ανέβαινε. Στην πραγματικότητα, οι μισθοί στη Σαχτάρ και τη Ζενίτ ήταν αρκετά κοντά. Αλλά με ενδιέφερε κάτι άλλο!

Ήθελα να αφήσω κάτι πίσω μου. Όχι μόνο τρόπαια, αλλά και όσα έδωσα στους ανθρώπους και στις ομάδες.

Από την Κορβινούλ είχα πέντε βασικούς στην εθνική ομάδα στο φιλικό με την Αργεντινή εναντίον του Μαραντόνα, το 1982. Η Πίζα έδωσε παίκτες στη Νάπολι και τη Γιουβέντους.

Η Μπρέσια ανέδειξε τον Πίρλο. Στη Ραπίντ είχα έξι παίκτες στην εθνική ομάδα. Στη Γαλατά έχασα 12 ποδοσφαιριστές μετά την πρώτη σεζόν και κερδίσαμε τον τίτλο την επόμενη χρονιά”.

Η Νέλι του, η “κολώνα” του και ο Ραζβάν

Με τη σύζυγό του Νέλι γνωρίστηκαν όταν ήταν φοιτητές και έμειναν μαζί για περισσότερα από 50 χρόνια. Η Νέλι θεωρείται η “σιδηρά κυρία” πίσω από τον Μίρτσεα. Τον στήριξε σε όλες τις μεγάλες αποφάσεις της καριέρας του.

Στις δεκαετίες που ο Μίρτσεα γύριζε τον κόσμο, από την Πίζα και την Μπρέσια της Ιταλίας μέχρι τα βάθη της Ουκρανίας, η Νέλι ήταν παρούσα. Έστηνε και ξέστηνε σπιτικά μέσα σε λίγες μέρες.

Λέγεται, ότι ο Μίρτσεα δεν υπέγραφε ποτέ ένα συμβόλαιο αν δεν ήταν σίγουρος ότι η σύζυγός του θα ήταν ευτυχισμένη στην πόλη όπου θα πήγαινε. Απέκτησαν έναν γιο, τον Ραζβάν -προπονητή του ΠΑΟΚ – και δύο εγγόνια, τον Ματέι και τη Μαρίλ.

Η παρουσία του Ραζβάν, στον ΠΑΟΚ τον έφερνε συχνά στη Θεσσαλονίκη και στις κερκίδες της Τούμπας για να δει τα παιχνίδια του γιου του, καθισμένος σε μια γωνιά των επισήμων. Ακολουθούσε τον Δικέφαλο και στα ευρωπαϊκά του παιχνίδια.

Ο Μίρτσεα προστάτευε τον γιο του και προσπαθούσε να τον κατευθύνει προς το τένις για να αποφύγει τη σύγκριση με τη δική του καριέρα. Πέτυχε πολλά, αλλά όχι αυτό. Ο Ράζβαν ακολούθησε τα χνάρια του πολυαγαπημένου πατέρα του.

Ο Μίρτσεα Λουτσέσκου δεν ήταν μόνο οι τίτλοι του. Ήταν ο τρόπος που ανέλυε τον κόσμο. Μπορούσε να σου μιλήσει για την τακτική της Μπαρτσελόνα και στην επόμενη πρόταση να αναλύσει την οικονομική κρίση στα Βαλκάνια ή τη σημασία της αναγέννησης στην τέχνη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ