Μυρωδιάδες

Ο Κώστας Καίσαρης γύρισε από το Λονδίνο και γράφει: Για τον τσολιά που ψάρευε πελάτες όπως στη Βάρη, την παραδοσιακή ευγένεια των Ευρωπαίων αλλά και τους μυρωδιάδες Χάινκες και Κλοπ που τους πήρε ο ύπνος στον πάγκο.
«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» είχε πει ο ποιητής. Κάτι που σήμερα ακούγεται σαν πολυτέλεια. Η Ελλάδα καταστρέφει και καταστρέφεται, πληγώνει και πληγώνεται, εντός των συνόρων.
Εκτός των συνόρων, οι συγκρίσεις και προ Μνημονίου και τώρα είναι οι ίδιες και προκαλούν την ίδια μελαγχολία. Τέσσερις μέρες στο Λονδίνο για τον τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, ανακαλύπτεις για άλλη μια φορά σε ευρωπαϊκή πόλη το αυτονόητο: Την τάξη και την οργάνωση σε ό,τι έχει να κάνει με το κράτος, και την ευγένεια στην συμπεριφορά, σε ό,τι έχει να κάνει με τους πολίτες.
Περπατάς κατά μήκος του Χάιντ Παρκ. Στα κάγκελα καλλιτέχνες εκθέτουν τα έργα τους. Με την σχετική πινακίδα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, να ενημερώνει ότι γίνονται δεκτές και πιστωτικές κάρτες. Μπορεί οι σχετικές εκθέσεις ζωγραφικής να είναι του δρόμου, αλλά δεν είναι της αρπαχτής. Υπάρχει η σχετικά άδεια και οι συναλλαγές γίνονται με τα νόμιμα παραστατικά. Όχι χέρι με χέρι ή με δελτίο παραγγελίας αντί για απόδειξη, όπως στα καλά ελληνικά ρεστοράν με λογαριασμούς μάλιστα τριακοσίων και τετρακοσίων γιούρο.
Κι έχεις τον Στουρνάρα να ευελπιστεί και να αισιοδοξεί ότι θα χτυπήσει την φοροδιαφυγή.
Στο Λονδίνο ανακαλύπτεις το αυτονόητο
Το θέμα της ευγένειας και ειδικά από όσους παρέχουν τις οποιεσδήποτε υπηρεσίες, είναι ακόμα πιο οδυνηρό, αφού εκ των πραγμάτων συνδυάζεται με την παραδοσιακή ελληνική αγένεια. Στην Ελλάδα, με όποιον συναλλάσσεσαι, είτε γιατρός είναι αυτός είτε ταξιτζής, είτε υδραυλικός, είτε συμβολαιογράφος, θεωρεί ότι του χρωστάς και από πάνω. Οτι πρέπει να του έχεις και υποχρέωση. Στην Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο, είτε έχεις να κάνεις με υπάλληλο είτε με αφεντικό, δείχνει τον απαραίτητο σεβασμό στον πελάτη. Σε αντίθεση με την Ελλάδα που νομίζουν ότι σου κάνουν χάρη και φροντίζουν μάλιστα να σου το δείχνουν.
Τέσσερις μέρες στο Λονδίνο, είτε με ταξιτζή είχες να κάνεις, είτε με γκαρσόνι, είτε με τον υπάλληλο ξενοδοχείου, ανακαλύπτεις για άλλη μια φορά το αυτονόητο.
Ποδοσφαιρικά όλοι είδαμε τι έγινε στον τελικό και όλα σχεδόν έχουν ειπωθεί. Μια και μόνο παρατήρηση λοιπόν: Πάνω στην αντάρα, όταν ο Ρόμπεν κάνει στο 89′ το 2-1, κάνεις την διαπίστωση ότι μέχρι τότε κανείς από τους δύο προπονητές δεν είχε κάνει αλλαγή. Το ματς είχε σχεδόν τελειώσει και οι δύο ομάδες συνέχιζαν με τους έντεκα που είχαν ξεκινήσει. Μυρωδιάδες και ο Χάικενς που σήκωσε το κύπελλο και αυτός ο Κλοπ της Ντόρμουντ που το έχασε. Και οι δύο είχαν κοιμηθεί στον πάγκο και τους ξύπνησε το γκολ του Ολλανδού.
Ο Δώνης θα είχε δείξει την μεγάλη του κλάση
Αν ήταν στην θέση τους Έλληνες προπονητές θα είχαν κάνει το ματς άνω-κάτω. Να είναι δηλαδή ο Νίκος Αλέφαντος στον πάγκο της Μπάγερν και να βλέπει την ομάδα του μέχρι το 30′ να μην έχει ακουμπήσει την μπάλα και να μην έχει περάσει την σέντρα; Και να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια; Μία αλλαγή θα είχε κάνει στο 10′ και άλλη μία στο 20′. Να είναι στον πάγκο της Ντόρμουντ ο Άγγελος Αναστασιάδης και να βλέπει την Μπάγερν να τον έχει βάλλει στα δίχτυα και να παραμένει απαθής; Και τις τρεις αλλαγές θα είχε κάνει. Την μία μετά την άλλη: Στο 50′, στο 60′ και στο 70′.
Τι είδαμε δηλαδή από τους δύο τεχνικούς στα 90 λεπτά; Τίποτα. Αν ήταν σε κάποιον πάγκο στο Γουέμπλεϊ ο καλύτερος Ελληνας προπονητής, ο Γιώργος Δώνης, θα είχε κάνει τις παρεμβάσεις του στο ματς, θα είχε δείξει την μεγάλη του κλάση. Θα είχε πάρει τον Κατσουράνη της Μπάγερν από κεντρικό χαφ να τον βάλει στα χαφ για να κάνει παιχνίδι. Θα άλλαζε το 4-4-3 σε 4-4-2 με ρόμβο. Κάτι θα έκανε τέλος πάντων. Δεν θα τον είχε πάρει ο ύπνος όπως τον Χάινκενς και τον Κλοπ.
Όπως αντίστοιχα κάνουν οι Έλληνες επιχειρηματίες στο Λονδίνο. Στην καρδιά του Σίτι μάλιστα, δίπλα στην Παρκ Λέιν του Χάιντ Παρκ. Τσολιάς με φουστανέλα, τσαρούχια, κόκκινο φέσι και γκλίτσα να φέρνει πελάτες για παρακείμενο ελληνικό ρεστοράν. Μόνο οι σούβλες με τα κοκορέτσια και τα σπληνάντερα λείπανε.