Κατάχαμα

Ο Κώστας Καίσαρης, αφού διαχωρίζει τη θέση του σχετικά με τις πάσης φύσεως δραστηριότητες της Αστυνομίας, σχολιάζει τη συμπεριφορά της βιεννέζικης απέναντι στους οπαδούς του ΠΑΟΚ.
Ο αστυνομικός δεν είναι γιατρός. Να φροντίζει και να θεραπεύει τους ανθρώπους. Δεν είναι καλλιτέχνης, να τους ψυχαγωγεί. Δεν είναι αγρότης. Να καλλιεργεί τη γη και να παράγει. Δεν είναι δάσκαλος να διδάσκει. Η αστυνομία θεωρητικά προστατεύει την τάξη. Υπερασπίζεται τη νομιμότητα. Θεωρητικά. Στην πράξη δεν είναι ακριβώς έτσι.
Αυτό που έχει λεχθεί και έχει γραφτεί στους τοίχους “οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη” μόλις έχει επιβεβαιωθεί και σαν πραγματικότητα. Όπως και για πιο ήπια αδικήματα. Πρόσφατα συνελήφθησαν δύο αστυνομικοί για ληστεία εις βάρος αλλοδαπών μικροπωλητών. Αφού έτσι ή αλλιώς είναι παράνομοι, εκεί που τους κάνουμε έλεγχο για εξακρίβωση στοιχείων αντί να τους μπουζουριάσουμε, τους τσουρνεύουμε ό,τι ψιλά έχουν απάνω τους. Ποιος να έχει τα άντερα να κάνει καταγγελία; Ένας στους εκατό; Ή ένας στους χίλιους;
Πρόσφατα επίσης ανώτατος αστυνομικός έχει θεωρηθεί ύποπτος κι έχει δώσει κατάθεση σε υπόθεση δολοφονίας, που συσχετίζεται με λαθρεμπόριο και αρχαιοκαπηλία. Κάπως έτσι κάποιοι έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα, σχετικά με το επάγγελμα του αστυνομικού: “η δουλειά δεν είναι ντροπή. Η ντροπή δεν είναι δουλειά”.
Όσο υπάρχει έγκλημα, όμως, η αστυνομία είναι απαραίτητη. Και να το αναζητάς σε μια κοινωνία, όπως είναι η ελληνική, σωστή αστυνομία είναι σαν να ψάξεις να βρεις ψύλλους στα άχυρα. Να βρεις σωστούς εφοριακούς, που να μην τα παίρνουνε, σωστούς γιατρούς να μην ζητάνε φακελάκια, σωστούς δημοσιογράφους να μη γράφουν ή να μην μιλάνε κατ’ επιταγή ή κατά παραγγελία και σωστούς πολιτικούς να μην είναι ενεργούμενα.
Είναι μάταιο, βέβαια, να αναζητάς το ιδανικό. Ένας μίνιμουμ επαγγελματισμός, όμως, είναι προαπαιτούμενος. Παίρνει που παίρνει, δηλαδή, το φακελάκι ο γιατρός, να μην είναι και χασάπης. Να ξέρει να κάνει σωστά και μια εγχείριση. Τόσο δύσκολη υπόθεση είναι, δηλαδή, η αστυνόμευση των γηπέδων; Πως γίνεται στις μάχες χούλιγκανς-αστυνομικών στα ελληνικά γήπεδα, εννιά φορές στις δέκα να κερδίζουν τα αλάνια; Αν έβγαιναν αποδόσεις στο Στοίχημα η ήττα της αστυνομίας θα ήταν κάθε φορά στο 1.10. Παραμάζωμα τους παίρνουν.
Η σχετική φωτογραφία δεν είναι από τριτοκοσμική χώρα. Από τη Βαγδάτη, δηλαδή, που κάθε λίγο και λιγάκι, σκάνε αυτοκίνητα βόμβες. Ή από το Χαλέπι της Συρίας που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Ή από κάποιο δρόμο που οδηγεί στην πλατεία Ταχρίρ της Αιγύπτου. Ούτε ανατρέχει στη μεταγωγή κρατουμένων σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ούτε πρόκειται για μουσουλμάνους στη Μέκκα.
Είναι εμφανές ότι πρόκειται για σύγχρονη φωτογραφία που δεν έχει να κάνει με αιχμαλώτους πολέμου. Στην κοσμοπολίτικη Βιέννη έχει συμβεί το γεγονός και αφορά τους οπαδούς του ΠΑΟΚ ενόψει του ματς με τη Ραπίντ. Κατάχαμα στο τσιμέντο του πεζοδρομίου προκειμένου να ελεγχθούν και να υποβληθούν σε σωματικό έλεγχο. Κι όποιος τολμούσε ας έκανε μαγκιές και νταηλίκια. Κορίτσια ήταν όλοι τους. Αρσακιάδες μαθήτριες της σχολής Καλογρεών, σούζα στο ένα πόδι σαν τον πελαργό.
Έτσι πάει. Με δεδομένα αυτά που γίνανε στο πρώτο ματς στην Τούμπα για την Αστυνομία της Βιέννης, όλοι οι οπαδοί του ΠΑΟΚ ήταν ύποπτοι. Κι όταν μάλιστα το προηγούμενο βράδυ είχαν προκληθεί επεισόδια και βανδαλισμοί σε καφέ της πόλης. Δεν είναι ευχάριστες σκηνές αυτές. Για τέτοιες περιπτώσεις, όμως, είναι αναγκαίες. Επιβεβλημένες θα μπορούσες να πεις. Κανείς πολιτισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να είναι υπέρ της αστυνομοκρατίας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, όμως. Αφού λοιπόν υπάρχει η Αστυνομία ας κάνει (όπως στην προκειμένη περίπτωση) σωστά τη δουλειά της.
Φυσιολογικό ήταν, λοιπόν και αναμενόμενο το βράδυ της Τετάρτης στο ματς να μην ανοίξει μύτη. Κι αν η εικόνα με τους “αιχμάλωτους” οπαδούς του ΠΑΟΚ είναι προϊόν της βιεννέζικης αστυνομίας η αντίστοιχη εικόνα της ελληνικής σε ότι έχει να κάνει με τα επεισόδια στα γήπεδα θυμίζει σκηνές κωμωδίας του ελληνικού ασπρόμαυρου κινηματογράφου. Ένας υπέρβαρος αστυνομικός να κυνηγάει -εις μάτην- κάποιον χούλιγκαν, ενώ με το ένα χέρι κρατάει το καπέλο για να μη του φύγει. Κι ενίοτε να τρώει και καμιά γλίστρα στο χορτάρι και να πέφτει κατάχαμα.