ΕΘΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η Ελλάδα μεγαλώνει: Τι άλλαξε ο Γιοβάνοβιτς και σταμάτησε τη Γερμανία

Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς ΝΑΣΟΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI

Η Εθνική άντεξε στην ασφυκτική πίεση του πρώτου ημιχρόνου και μετά την ανάπαυλα ανέβηκε δέκα μέτρα στο γήπεδο, περιόρισε την απειλή των Γερμανών και έδειξε ότι πλέον διαθέτει περισσότερους από έναν τρόπους για να ανταγωνίζεται τις μεγάλες ομάδες.

Το γεγονός ότι έχουμε φτάσει στην στιγμή που η Εθνική ολοκληρώνει μια τετράδα αγώνων απέναντι σε Σερβία, Ολλανδία και δύο φορές Γερμανία αήττητη, με 2 νίκες και 2 ισοπαλίες και εμείς επιμένουμε ότι μπορεί να αποδώσει καλύτερα δείχνει από μόνο του την πρόοδο που έχει σημειώσει στην διάρκεια αυτού του Nations League σε σύγκριση με την εικόνα που είχε στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Το βράδυ της Κυριακής στην Τούμπα ήταν γεμάτο από ενθαρρυντικές διαπιστώσεις για τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Στο α’ ημίχρονο, το “κακό” της, η Ελλάδα κατάφερε να αντέξει στην αφόρητη πίεση που άσκησαν οι Γερμανοί.

Οι αριθμοί περιγράφουν πολύ παραστατικά αυτή την πίεση: η Γερμανία είχε 63% κατοχή, 15 τελικές έναντι μόλις μίας της Ελλάδας και 298 ολοκληρωμένες πάσες έναντι 98. Η Εθνική χρειάστηκε να κάνει 25 απομακρύνσεις σε 45’ λεπτά και ο τερματοφύλακάς της τέσσερις επεμβάσεις. Κι όμως, πήγε στα αποδυτήρια με το 0-0.

Και στο β’ ημίχρονο η Εθνική κατάφερε να αποκτήσει μεγαλύτερη ισορροπία. Δηλαδή κατάφερε να γίνει απειλητική και συγχρόνως να περιορίσει σε σημαντικό βαθμό την απειλή που δεχόταν από την ομάδα του Γιούργκεν Κλοπ. Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο του αγώνα: η κατοχή δεν άλλαξε — έμεινε στο 37%-63% — αλλά άλλαξε δραματικά το τι μπορούσαν να κάνουν οι δύο ομάδες με αυτήν.

Από τις 15 τελικές του πρώτου ημιχρόνου η Γερμανία έπεσε στις 8 στο δεύτερο, ενώ η Ελλάδα από τη μία ανέβηκε στις τρεις. Παράλληλα, οι απομακρύνσεις που χρειάστηκε να κάνει η Ελλάδα μειώθηκαν από 25 σε 13. Το παιχνίδι εξακολουθούσε να ανήκει περισσότερο στη Γερμανία ως προς την κατοχή, αλλά όχι πλέον στον ίδιο βαθμό ως προς την απειλή.

Πώς έγινε αυτό; Πώς εξηγείται η μεγάλη διαφορά στην εικόνα της Ελλάδας ανάμεσα στα δύο ημίχρονα; Αρκούσαν δύο αλλαγές προσώπων (Ανδρούτσος αντί Παυλίδη και Καρέτσας αντί Κυζιρίδη) και – κυρίως – η αλλαγή στην αμυντική τοποθέτηση. Στο α’ ημίχρονο η Ελλάδα τοποθετούνταν για να αμυνθεί με την αμυντική της γραμμή στα 30 μέτρα από την εστία. Στο β’ έστησε την αμυντική γραμμή στα 40 μέτρα διότι αποφάσισε να ανεβεί ψηλότερα στο γήπεδο.

Και επειδή αυτό το έκανε έχοντας έναν τρίτο χαφ με μεγαλύτερη έκρηξη και ικανότητα στο αμυντικό κομμάτι, τον Ανδρούτσο, αντί του Παυλίδη που ήταν τακτικά συνεπής αλλά δεν μπορούσε να αμυνθεί το ίδιο αποτελεσματικά, η Ελλάδα τόσο – φαινομενικά – απλά κράτησε το παιχνίδι μακρύτερα από την περιοχή και την εστία της συγκριτικά με το πρώτο ημίχρονο.

Τα data επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτή την αίσθηση. Στο πρώτο ημίχρονο η Ελλάδα είχε 16 ανακτήσεις μπάλας. Στο δεύτερο έκανε άλλες 19.

Και ενώ πριν από την ανάπαυλα είχε αναγκαστεί να μπλοκάρει πέντε τελικές και να κάνει 25 απομακρύνσεις, μετά την ανάπαυλα οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν τρία μπλοκ και 13 απομακρύνσεις. Δεν χρειάστηκε, δηλαδή, απλώς να αμυνθεί καλύτερα κοντά στην περιοχή της. Κατάφερε να αμυνθεί περισσότερο μακριά από αυτήν.

Στο β’ ημίχρονο η ομάδα του Γιοβάνοβιτς κατάφερε να δημιουργήσει και τις λίγες επιθετικές στιγμές της, οι οποίες ήταν περισσότερες συγκριτικά με αυτές του α’ ημίχρονου. Και ήταν λίγες σε αριθμό, αλλά όχι ασήμαντες σε ποιότητα.

Στο τέλος η Ελλάδα είχε δημιουργήσει δύο μεγάλες ευκαιρίες έναντι μίας της Γερμανίας. Στο τέλος τα xGoals ήταν 0,72 για την Ελλάδα και 1,05 για τη Γερμανία, με 0,64-0,51 υπέρ της Ελλάδας στα expected goals on target. Η Γερμανία χρειάστηκε 21 τελικές για να φτάσει στο 1,05 xG, με τις 11 από αυτές να έρχονται έξω από την περιοχή. Η Ελλάδα δημιούργησε μικρό όγκο επιθέσεων, αλλά κατάφερε να βρει καλύτερες στιγμές από όσο υποδηλώνει η τεράστια διαφορά στην κατοχή.

Θα ήταν πολύ να ζητήσουμε τη νίκη. Όμως αυτή η επιθετική δραστηριότητα αποδείχθηκε αρκετή για να “κρατήσει” την Γερμανία και να μη καταφέρει εκείνη να ξαναπάει το ματς στο μισό της Ελλάδας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γερμανία είχε συνολικά 45 επαφές στην ελληνική περιοχή έναντι μόλις 7 της Ελλάδας στην αντίπαλη, αλλά αυτή η τεράστια εδαφική υπεροχή δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχη διαφορά στην ποιότητα των ευκαιριών: 1,05-0,72 xG και 1-2 στις μεγάλες ευκαιρίες. Η Ελλάδα δεν σταμάτησε τη Γερμανία από το να έχει την μπάλα – την ανάγκασε σε μεγάλο βαθμό να την έχει εκεί όπου πονούσε λιγότερο.

Όπως το προηγούμενο, και αυτό είναι ένα ματς για να λειτουργήσει ως πρώτη ύλη για τον Γιοβάνοβιτς προκειμένου να δείξει στους ποδοσφαιριστές τι θέλει και τι δεν θέλει να συμβαίνει στο παιχνίδι ανάλογα με την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.

Όλη αυτή η δουλειά της επόμενης ημέρας όμως, δηλαδή των επόμενων εβδομάδων μέχρι την τελευταία σειρά αγώνων του Νοεμβρίου, γίνεται με την πολύ θετική αύρα που έχει δημιουργήσει η Εθνική με τα μεγάλα αποτελέσματα απέναντι σε μεγάλους αντιπάλους.

Ο χαρακτήρας της ομάδας στην διάρκεια του δευτέρου ημιχρόνου ήρθε να προστεθεί στα όσα είχε δείξει στο β’ ημίχρονο στο Αουγκσμπουργκ και στο α’ ημίχρονο απέναντι στην Ολλανδία ως ακόμη ένα καθαρό σημάδι προόδου και ωρίμανσης.

Στην Τούμπα η Ελλάδα πρόσεξε πολύ τη δομή της πίσω από την μπάλα, προσπάθησε να παίξει γρήγορα με ακρίβεια, έδωσε τη μάχη της δεύτερης μπάλας στο β’ ημίχρονο, έκανε τακτικά φάουλ ακόμη και με το κόστος της κίτρινης κάρτας προκειμένου να εμποδίσει μια επίθεση στον χώρο. Τελείωσε το παιχνίδι με 47 ανακτήσεις έναντι 45 της Γερμανίας και με σχεδόν ισορροπημένες τις συνολικές μονομαχίες, 47%-53%, παρά το γεγονός ότι είχε μόλις 30%.

Και όταν χρειάστηκε να προστατεύσει την περιοχή της, έκανε 34 απομακρύνσεις και 20 συνολικά μαρκαρίσματα. Αυτοί είναι αριθμοί μιας ομάδας που πέρασε μεγάλα διαστήματα χωρίς την μπάλα, αλλά δεν έχασε τη συνοχή της.

Έκανε, δηλαδή, πολλά που δεν είχε κάνει στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο βήμα στην εξέλιξή της: αρχίζει να αποκτά περισσότερους από έναν τρόπους για να επιβιώνει και να είναι ανταγωνιστική απέναντι σε αντιπάλους υψηλού επιπέδου.

Στο Αουγκσμπουργκ έδειξε ότι μπορεί να αμυνθεί χαμηλότερα και να κερδίσει. Απέναντι στην Ολλανδία έδειξε στο πρώτο ημίχρονο ότι μπορεί να αμυνθεί ψηλότερα και να επιτεθεί περισσότερο.

Απέναντι στους Γερμανούς στην Τούμπα χρειάστηκε να κάνει και τα δύο μέσα στο ίδιο παιχνίδι: να επιβιώσει χαμηλά στο πρώτο μέρος και να μεταφέρει ψηλότερα την άμυνά της στο δεύτερο.

Κανείς μας δεν “ξεφεύγει” διότι όλοι θυμόμαστε ότι πρόκειται για ματς δοκιμών και όχι για ένα γκρουπ που δίνει πρόκριση στην τελική φάση διοργάνωσης. Όλοι, επίσης, θυμόμαστε ότι παρέλαση είχαμε κάνει και στο προηγούμενο Nations League και αυτό δεν μας είχε βγει σε καλό στα προκριματικά του Μουντιάλ.

Όλοι μας όμως βλέπουμε ότι η Ελλάδα προοδεύει. Κι όταν αυτό μπορούμε να το πούμε μετά από τέσσερα ματς απέναντι σε μεγάλες ομάδες, την ίδια στιγμή μπορούμε να καταλάβουμε ότι μεγαλώνουμε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ