Η ΑΕΚ νικούσε μέχρι που αποφασίστηκε ότι δεν πρέπει

Ο Βαγγέλης Αρναούτογλου γράφει για ένα ντέρμπι που αφήνει στην ΑΕΚ ένα βαθμό αντί τρεις εξαιτίας μιας απόφασης που εκείνη δεν θα έπαιρνε ποτέ σε αντίστοιχη περίπτωση.
Η ΑΕΚ ετοιμάστηκε για το ντέρμπι γνωρίζοντας δύο πράγματα. Πρώτον ότι δεν είναι ακόμη η έτοιμη ομάδα που μπορεί να επιβάλλεται απέναντι σε Ολυμπιακό και ΠΑΟΚ ανεξαρτήτως συνθηκών. Και δεύτερον ότι αυτό δεν σημαίνει πως απαγορεύεται να νικάει. Ειδικά όταν είναι καλύτερη.
Ο Μάρκο Νίκολιτς επέλεξε 4-4-2 με Ζίνι και Γιόβιτς μπροστά, ένα σχήμα που έδειχνε από την αρχή την πρόθεση να ελέγξει ρυθμό και χώρους. Η ΑΕΚ δεν μπήκε για να παίξει “ρώσικη ρουλέτα”, προτίμησε χαμηλά μέτρα, στο δικό της μισό, έκλεισε διαδρόμους και προσπάθησε να μην δώσει στον Ολυμπιακό αυτό που τον κάνει επικίνδυνο: τις μεταβάσεις. Και σε αυτό το κομμάτι, στο πρώτο ημίχρονο, τα κατάφερε.
Το πρόβλημα δεν ήταν η αμυντική λειτουργία. Ήταν η μπάλα. Πολλά λάθη, κακές πρώτες πάσες, καμία ουσιαστική απάντηση στην πίεση του Ολυμπιακού. Δεν υπήρχε καθαρό build up, δεν υπήρχαν κερδισμένες μονομαχίες για να παιχτεί και το πιο άμεσο παιχνίδι. Έτσι ο Ολυμπιακός έπαιρνε συνεχώς “δεύτερες μπάλες”, είχε περισσότερη ώρα την κατοχή και έφτασε στη μεγαλύτερη φάση του ημιχρόνου με τον Ροντινέι, όπου χρειάστηκε η σπουδαία επέμβαση του Στρακόσα για να μείνει το μηδέν.
Η ΑΕΚ είχε τη δική της στιγμή με τον Ζίνι, αλλά συνολικά η συνεργασία του με τον Γιόβιτς δεν λειτούργησε. Ο Ζίνι δεν εκμεταλλεύτηκε την ταχύτητά του, ο Γιόβιτς έπαιζε πολύ μακριά από το κουτί και η επίθεση έμοιαζε αποκομμένη από το υπόλοιπο σύνολο.
Στο δεύτερο ημίχρονο όμως είδαμε κάτι διαφορετικό. Όχι μια άλλη ΑΕΚ σε ποιότητα, αλλά μια άλλη ΑΕΚ σε ένταση και αποφασιστικότητα. Η είσοδος του Κοϊτά έδωσε άμεσα πλάτος και ενέργεια, ενώ ο Βάργκα έφερε αυτό που έλειπε: παρουσία στο κουτί. Το γκολ στο 59’, από κόρνερ του Μαρίν και την άπιαστη κεφαλιά του Ούγγρου, ήταν απολύτως μέσα στη ροή του αγώνα.
Από εκεί και πέρα η ΑΕΚ είχε το μομέντουμ, είχε τον έλεγχο και είχε και τον κόσμο. Άγγιξε το 2-0 με τη διπλή φάση Γιόβιτς – Πινέδα, με το δοκάρι του Μεξικανού να είναι η στιγμή που “κλείνει” συνήθως τέτοια παιχνίδια. Δεν το έκανε. Και όταν δεν το κάνεις, μπαίνει στην εξίσωση ο τρίτος παράγοντας.
Ο Μάκελι είχε δείξει νωρίτερα πού πήγαινε το πράγμα. Αγκωνιά του Ποντένσε εκτός φάσης στον Ρότα χωρίς κόκκινη, φάσεις που μύριζαν κάρτα και δεν βγήκαν ποτέ από το τσεπάκι. Και στο 106’, ήρθε το αποκορύφωμα. Ένα πέναλτι-εφεύρεση. Μια απλή επαφή σε τρέξιμο, από αυτές που γίνονται δεκάδες μέσα στην περιοχή, βαφτίστηκε παράβαση επειδή το VAR “έψαχνε” κάτι να βρει. Όχι πρόθεση, όχι ξεκάθαρη ανατροπή, όχι φάση που προκαλεί πτώση. Απλώς μια ευκαιρία για κάποιον να πέσει και να διεκδικήσει και τελικά να δικαιωθεί με τρόπο κάλπικο.
Εδώ μπαίνει και το αναπόφευκτο ερώτημα: δίνονται αυτά τα πέναλτι; Ναι, δίνονται λένε στην εποχή του VAR. Αλλά όχι σε όλους και όχι παντού. Θα έπαιρνε ποτέ η ΑΕΚ τέτοιο πέναλτι στο Καραϊσκάκη στο τέλος ενός αγώνα; Ή στην Τούμπα; Η απάντηση είναι προφανής και δεν χρειάζεται φωνές για να ειπωθεί. Ισως είναι και ρητορική…
Η ΑΕΚ στερήθηκε μια νίκη που θα ήταν τεράστια για την αυτοπεποίθησή της. Όχι επειδή ήταν τέλεια, αλλά επειδή ήταν καλύτερη εκεί που μετράει. Κι όμως, αυτό που χτίζει δεν ακυρώνεται από ένα πέναλτι-μαϊμού. Αυτή η ομάδα δεν γίνεται σε έξι μήνες να καλύψει το χάντικαπ ετών απέναντι σε αντιπάλους με σταθερότητα, ίδιους προπονητές και πληρέστερα ρόστερ. Μπορεί όμως να νικά και το έκανε στο γήπεδο.
Το ζητούμενο τώρα είναι ένα: ψυχραιμία και συνέπεια. Να μείνει συγκεντρωμένη σε αυτό που χτίζει. Γιατί αν κάτι έδειξε αυτό το ντέρμπι, είναι ότι η ΑΕΚ είναι συμπαγής και ικανή αγωνιστικά. Και όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να την κρατήσουν πίσω με το έτσι θέλω, το ποδόσφαιρο στο τέλος σπάνια ξεχνά.