Εθνική Ελλάδας… Τάσου, με κυριαρχία, μπαλάρα και ποδόσφαιρο ταιριαστό με την ποιότητά της

Δεν θα απέδιδε δικαιοσύνη ούτε η ισοπαλία στο Βελιγράδι για την αποψινή εικόνα της Ελλάδας στην πρεμιέρα του Nations League. Φρόντισε το γκολ στις καθυστερήσεις του Τάσου Δουβίκα να την αποκαταστήσει, ολοκληρώνοντας την πολυσήμαντη ανατροπή της γαλανόλευκης κόντρα στη Σερβία.
Η αίσθηση προϋπήρχε. Από την αύρα των τελευταίων χρόνων. Δεν είναι κάτι που προκύπτει μεταφυσικά, είναι κάτι που τεκμαίρεται. Από την κλήρωση ακόμη ακόμη. Στην αφρόκρεμα πια του Nations League δεν υπάρχουν πολλές ομάδες που αντιμετωπίζονται, έστω διαισθητικά επαναλαμβάνεται, αν όχι υποδεέστερα, έστω ισότιμα. Ακόμη περισσότερο από τον τρόπο που τα media στη Σερβία, παρθενική αντίπαλος της Εθνικής μας σε αυτή την νέα προσπάθεια στην κορυφαία πια κατηγορία, υποδέχτηκαν την ανακοίνωση της αποστολής της γαλανόλευκης εν όψει του ραντεβού των δύο ομάδων στο Βελιγράδι. Αναγνώριση δυναμικής. Τουλάχιστον.
Η αποψινή εικόνα στο “Ράικο Μίτιτς” επιβεβαίωσε πανηγυρικά τούτη την αίσθηση. Η Ελλάδα, τη δεδομένη χρονική στιγμή, μα και συγκεκριμένα απόψε, είναι καλύτερη ομάδα από τους “αετούς”. Και συνολικά και μεμονωμένα. Δεν μπορεί να νιώθει μειονεκτικά απέναντι στην τρέχουσα φουρνιά μιας ανώτερης ποδοσφαιρικής σχολής από τη δική μας.
Ξεχάστε το αποτέλεσμα. Θα ίσχυε ακόμη και αν δεν – δικαιότατα – δεν έρχονταν το γκολ της ανατροπής από τον Δουβίκα στα χασομέρια, που χάρισε στην Εθνική μια νίκη δήλωση. Πως όχι μόνο ταιριαστά έχει φτάσει εκεί που βρίσκεται πλέον, αλλά πως μπορεί και να επιβληθεί. Με ποδόσφαιρο. Παίζοντας ποδόσφαιρο.
Ακόμη και – ίσως για τούτη τη γενιά, για το διακηρυχθέν ζητούμενό της, κυρίως – όταν της στραβώνει το έργο. Όπως της στράβωσε απόψε. Νωρίς. Με το επιπόλαιο γκολ που έβαλε νωρίς τους Σέρβους μπροστά. Μα το σημαντικό πλέον γι’ αυτή τη φουρνιά είναι η αίσθηση που δημιουργεί σε φίλους και αντιπάλους, να βγαίνει και στο χορτάρι. Ακόμη και στις στραβές. Να ξεπερνιούνται. Να γίνονται, όπως απόψε του… Βελιγραδίου και όχι της Κοπεγχάγης.
Δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Και δεν αναζητούνται δικαιολογίες. Από κανέναν και πάνω απ’ όλα από το ίδιο το γκρουπ, που κυρίως και πρωτίστως αυτό έχει γνώση. Η ποιότητα, ασύγκριτη ιστορικά, είναι μαζεμένη, ξεχειλίζει. Οι παραστάσεις που τόσο αναζητούνται στο κορυφαίο επίπεδο, εκεί, καθημερινότητα πλέον. Το βάθος, παρότι ναι, παντού δεν είναι ισομερές, εκεί και αυτό.
Όλα, δεν αφήνουν περιθώρια για καμία δικαιολογία, κανένα άλλοθι. Ειδικά – και ακόμη – κόντρα σε ομάδες που, τώρα, απόψε, αυτό το διάστημα, η Εθνική είναι ανώτερη, καλύτερή τους. Παίζοντας ποδόσφαιρο. Όπως αμέσως μετά το γκολ που δέχτηκε, δημιουργώντας στο επόμενο τέταρτο πέντε εξαιρετικές προϋποθέσεις για άμεση ισοφαρίση. Όπως στο τελευταίο εικοσάλεπτο, οπότε και γύρισε τελικά ο παιχνίδι. Με αλλαγές ενδεικτικές του που πια βρίσκεται το κέντρο βάρους αυτής της ομάδας, του τι πλέον μπορεί αυτή η ομάδα να καταθέσει, να παρουσιάσει. Και του πως.
Υπάρχουν πολλοί αλήθεια, του “μεγέθους” μας, που μπορούν να έχουν βασικούς τον εξτρέμ της πρωταθλήτριας Αγγλίας (Τζόλη), τον εξτρέμ της Ντόρτμουντ (Καρέτσας), στην “τρύπα” έναν από τους καλύτερους της Premier League τον Αύγουστο (Κωστούλας), στην καρδιά της επίθεσης τον “σεσημασμένο” της Μπενφίκα (Παυλίδης) και να φέρνουν από τον πάγκο, το θωρηκτό που λιανίζει τα πάντα στο πέρασμά του στην Ελλάδα και όχι μόνο (Τεττέη), τον φορ της Σπόρτινγκ (Ιωαννίδης) και τον συνεπέστερο επιθετικό της Κόμο την τελευταία διετία (Δουβίκα);
Δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Η κατεύθυνση συνεπώς είναι υποχρεωτική, η βελόνα σπάει ως προς του (πρέπει να) πάει αυτή η ομάδα, που να ποντάρει, που να βασιστεί. Και, πως. Παίζοντας ποδόσφαιρο. Στρωτό, επιθετικό. Ναι, θέματα και προβλήματα δημιουργούνται και προκύπτουν ανασταλτικά, αλίμονο.
Όχι όπως μόνο στη φάση που έφερε την Εθνική από τα αποδυτήρια ουσιαστικά με την πλάτη στον τοίχο, αλλά και με στιγμές που αν οι Σέρβοι τις αξιοποιούσαν, τότε, η μαγική εικόνα – που ακόμη και με το 1-1 θα υφίστανται – θα είχε… τελειοποιηθεί (η ευκαιρία του Γιόβιτς στο ημίωρο για το 2-0, όπου έφτασε να τον μαρκάρει ο… Παυλίδης σε open play, ή διπλή φάση των Σέρβων με το δοκάρι στο σουτ του Γιόβελιτς και στη συνέχεια την απόκρουση του Τζολάκη στην κεφαλιά του Λούκιτς).
Δεν έγινε. Δεν θα μπορούσε να γίνει. Γιατί – επί παραδείγματι, κάποια ακόμη… – μπορεί ο (κάπτεν) Παυλίδης να δει, παίζοντας έξω από το κουτί την κίνηση του ανεπανάληπτου Τζόλη και να του δώσει την ευκαιρία, αντί να τελειώσει μόνος του τη φάση.
Γιατί μπορεί ο Τσιμίκας να κυνηγήσει, παρότι ξέπνοος, μια “σκοτωμένη” μπαλιά και με ό,τι δύναμη του είχε απομείνει να κάνει, στο 95’, την καλύτερη σέντρα του παιιχνιδιού και ο Δουβίκας, απλά, όπως έχει κάνει τόσες και τόσες φορές στη Serie Α, να την αξιοποιήσει, ολοκληρώνοντας ανατροπή, χαρίζοντας νίκη, βάζοντας την Εθνική στην κορυφή ενός γκρουπ με Ολλανδία και Γερμανία και κυρίως, δίνοντάς της το ξεκάθαρο πλεονέκτημα για την κατάληψη της (ρεαλιστικής) 3ης θέσης, με τα πολλαπλάσια ωφελήματα εν όψει Euro 2028.
Γιατί όλοι που είναι μαζεμένοι με το εθνόσημο, το έχουν. Το έχουν και το παραέχουν. Το αποδεικνύουν βδομάδα τη βδομάδα στις ομάδες τους, το αποδεικνύουν πρωταγωνιστώντας στα πιο πρεστιζάτα ποδοσφαιρικά παλκοσένικα, το επιβεβαιώνουν όπου σταθούν και όπου βρεθούν, το αναδεικνύει ο τρόπος με τον οποίο πια όλοι οι άλλοι (είτε σε επίπεδο αγοράς είτε σε επίπεδο αποδοχής), τους αναγνωρίζουν.
Το μόνο που λείπει είναι η επικύρωση και με τη γαλανόλευκη. Με τρόπο, εικόνα, ποδόσφαιρο όπως απόψε στο Βελιγράδι, κοντοζυγώνει. Ή μήπως έφτασε;