ΕΘΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ

Εθνική Ελλάδας: Πλέον, η ομάδα είναι αυτή που δεν επιτρέπει υποτίμηση από κανέναν

EUROKINISSI SPORTS

Κάποτε ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς είχε ζητήσει να μην υποτιμάται η ομάδα του. Πλέον, με όσα έχει κάνει και συνεχίζει να κάνει η πρωτοπόρος του ομίλου της στην πρώτη κατηγορία του Nations League Εθνική, το απαγορεύει ακόμη και ως σκέψη (ή και πρακτική) από τον οποιονδήποτε.

Τόσο εξοικειωμένοι με την πολιτική τοποθέτηση της (γερμανικής) Bild δεν είμαστε όσο για παράδειγμα με την (αγγλική) Sun. Δεν είναι το ίδιο, δεν απευθύνονται στο ίδιο κοινό, η βάση τους όμως – για να καταλαβαινόμαστε – ίδια είναι. Σκανδαλοθηρικές εφημερίδες αμφότερες. Τελεία, παύλα, αλλαγή παραγράφου.

Σε κάθε τέτοια, ανεξαρτήτως χώρας προέλευσης και κοινής γνώμης, η στόχευση είναι σαφής: τίτλοι και παρουσίαση θεμάτων πολύ πιο επιθετικά απ’ οποιαδήποτε πολιτική κατεύθυνση και ιδεολογία. Η Bild, ναι, γενικά, απευθύνεται στον συντηρητικό χώρο, οπότε ο πολιτικός τόνος, βάσει του τρόπου με τον οποίο τιτλοφορεί τη θεματολογία της, στόχο έχει την υπερβολή.

Και μέσω αυτής, το χάιδεμα των ευαίσθητων χορδών (όποιες και αν είναι αυτές) του δικού της αγοραστικού πια, κοινού. Δεν είναι μικρό. Δεν είναι και τεράστιο (συγκριτικά με τη Sun πάντως, σαφώς υποδεέστερο), μα σαφώς κάτι παραπάνω από μετρήσιμο ως προς το που θα πάει η βελόνα, στο τι θα απασχολήσει τη γερμανική κοινή γνώμη, καθώς υπολογίζεται πως καθημερινά το περιεχόμενό της διαβάζεται από περίπου έξι εκατομμύρια αναγνώστες.

Όταν λοιπόν, την επομένη της επικράτησης της Εθνικής κόντρα στη “νασιονάλμανσαφτ” στο Άουγκσμπουργκ, χαρακτήρισε τους διεθνείς και τη γαλανόλευκη “ποδοσφαιρικούς νάνους”, θυμό ήθελε να προκαλέσει. Όχι ελληνικό, αλλά γερμανικό. Να μην προσφέρει άλλοθι και δικαιολογίες για την εμφανέστατη αγωνιστική κατηφόρα του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος της χώρας, κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν είναι σύμφυτο με τη γερμανική, πατροπαράδοτη κουλτούρα (πόσο μάλλον του κομματιού εκείνου που διαβάζει Bild).

Αντίθετα, επιδίωξή της ήταν να προκαλέσει, να εξωθήσει σε ξέσπασμα, σε κατακραυγή ακόμη ακόμη, σε μηδενική ανοχή, έστω και αν είχε προηγηθεί το μόλις δεύτερο παιχνίδι του Γιούργκεν Κλοπ σε θέση εκλέκτορα, με την πρόθεση του να είναι ξεκάθαρη με το… καλημέρα στα ηνία και τις επιλογές του στην αποστολή των τετράκις παγκόσμιων πρωταθλητών.

Το πέτυχε; Άγνωστο. Και πιθανότατα αβέβαιο (σε ευρύτερο πλαίσιο τουλάχιστον). Τον παλμό όμως ξεκάθαρα τον έπιασε. Η Γερμανία που εμφανίστηκε χτες το βράδυ στην Τούμπα ήταν μια πικαρισμένη Γερμανία. Κανείς άλλος, κανείς από τη “μάνσαφτ” φυσικά δεν διανοήθηκε να υιοθετήσει, σε οποιοδήποτε επίπεδο, τη ρητορική της Bild, αλλά ο τρόπος που μπήκαν τα “πάντσερ” στο γήπεδο, ο τρόπος που κυριάρχησαν στο πρώτο ημίχρονο, ο τρόπος που συνέχισαν να σκυλιάζουν στο δεύτερο, όταν το μομέντουμ του παιχνιδιού έμοιαζε να ισορροπεί, όλα, έδειχναν μια ομάδα τσαντισμένη.

Μια ομάδα που δεν θα καταδέχονταν να μην δώσει απαντήσεις για το προ εβδομάδας κάζο στο “σπίτι” της, να μην ανταποδώσει, να μην ρεφάρει. Προσπάθησε. Και προσπάθησε πάρα πολύ. Επέβαλλε απόλυτα την ανωτερότητά της στο πρώτο σαρανταπεντάλεπτο, αναγκάζοντας την Εθνική όχι απλώς να υποφέρει, αλλά να κουβαλάει σταυρό, σε κάθε λεπτό, σε κάθε εκατοστό, σε κάθε φάση.

Συνέχεια, ακόμη χειρότερη, του δεύτερου ημιχρόνου, τρεις νύχτες νωρίτερα κόντρα στην Ολλανδία. Η σούμα όμως είναι που κάνει διαφορά. Οι “οράνιε” τότε κατασκήνωσαν στην περιοχή του Τζολάκη, έστειλαν τέσσερις φορές τη μπάλα στα δίχτυα, οι δύο μέτρησαν, έσωσαν στο παρά έναν τον βαθμό. Οι Γερμανοί χτες, έφτασαν όπως και όποτε ήθελαν στα ίδια καρέ, είχαν κοντά διπλάσια κατοχή και τριπλάσιες επιτυχημένες πάσες, έφτασαν στην ανάπαυλα με 15-1 τελικές, αλλά το ζερό του ταμπλό, τον αγόγγυστο ελληνικό πόνο επιβράβευε. Και, αυτονόητα, κολάκευε.

Το ότι το χτεσινοβραδινό, θα ήταν το πιο δύσκολο τούτης της σειράς των τεσσάρων παιχνιδιών σε έντεκα μέρες (που οι άνιωθοι τεχνοκράτες σκαρφίστηκαν ως πρόγραμμα καινοτόμο, “σκοτώνοντας” ποδοσφαιριστές, έναν μήνα μετά την έναρξη της σεζόν και δύο μετά το τέλος του Παγκοσμίου Κυπέλλου), ευανάγνωστο σαν βουλωμένο γράμμα.

Η επιβάρυνση, η κόπωση, πνευματική και σωματική, τα αυτονόητα παρελκόμενα. Η διαχείριση αυτών με τη συγκυρία που προέκυψε από την εικόνα της Εθνικής και τη νέα προοπτική που δημιούργησε με τις εμφανίσεις της, μεγάλωνε την πίεση για “μια ακόμη ευκαιρία”. Έστω και αν απέναντι ήταν μια θυμωμένη, μια τσαντισμένη Γερμανία.

Την Πέμπτη, ο Τσάβι, απολογιστικά των όσων έκανε η δική του Ολλανδία, πήρε την ευθύνη για το χείριστο πρώτο της ημίχρονο (και καταπληκτικό ελληνικό), αποδεχόμενος πως έκανε λάθος επιλογές. Εμμέσως, υπαινίχθηκε πως η διόρθωσή τους στο δεύτερο, έβγαλε την αντίδραση των “πορτοκαλί”. Αντίδραση στην οποία απάντηση από την Ελλάδα, ουσιαστικά, δεν υπήρξε.

Χτες, υπήρξε. Τον θυμό, την τσαντίλα των Γερμανών, η Εθνική δεν τα διαχειρίστηκε μέχρι την ανάπαυλα. Μετά όμως, το τροπάριο άλλαξε. Έλεγξε καλύτερα τον ρυθμό, τους έλεγξε καλύτερα, ήταν αποτελεσματικότερη στην άμυνα, ξεθάρρεψε, ενόχλησε όσο ενοχλήθηκε, σιγά σιγά βάζοντας και πάλι την αμφιβολία στα μυαλά των αντιπάλων της. Και δούλεψε.

Διαφορετικός τρόπος, διαφορετική διαχείριση, εν κινήσει διαφοροποίηση, βελτίωση συγκριτικά τόσο στη διάρκεια του ίδιου παιχνιδιού όσο – το επιτρέπει αυτό το επίπεδο που πλέον βρίσκεται και ανταγωνίζεται η “γαλανόλευκη” – σε σχέση με τα προηγούμενα και ανάλογες συνθήκες που εμφανίστηκαν.

Όταν ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια, ο ομολογημένος στόχος ήταν η 3η θέση του ομίλου. Επιτεύχθηκε και με τη βούλα. Η Ελλάδα θα είναι στο pot 1 στην επερχόμενη κλήρωση των προκριματικών του Euro 2028. Πρακτικά, εξασφάλισε και τη διατήρηση της παρουσίας της στην κορυφαία κατηγορία του Nations League, αφού ακόμη και στο απευκταίο σενάριο να καταλήξει τρίτη στον όμιλο, δύσκολα θα βρεθούν από τους υπόλοιπους τρεις, δύο τρίτες με μεγαλύτερη συγκομιδή από αυτή που ήδη έχει (ώστε να την σπρώξουν σε αγώνες μπαράζ).

Παραμένει αήττητη ύστερα από τέσσερις αγωνιστικές. Ένα παιχνίδι το κέρδισε στα χασομέρια, ένα άλλο το στερήθηκε εκεί. Απέχει μία νίκη – φιλοξενώντας την ουραγό του γκρουπ – από να εξασφαλίσει θέση στα προημιτελικά. Πήρε τέσσερις βαθμούς από τη Γερμανία, χωρίς να δεχτεί γκολ. Ναι, δεν πολυνοιάζεται η “μάνσαφτ” για το Nations League (δεν έχει κερδίσει ούτε το 1/3 των 30 παιχνιδιών που έχει δώσει στη διοργάνωση), αλλά φάνηκε πως χτες βράδυ, νοιάζονταν. Και νοιάζονταν πολύ.

Αλλά δεν μπόρεσε. Ξανά. Με τον Κλοπ, παρότι ορθολογικά, ρεαλιστικά, ποδοσφαιρικά, να μιλάει όπως δεν θέλει η… Bild. Να κάνει λόγο για έλλειψη χρόνου, για αξιολόγηση, για πληροφορίες που παίρνει μέσα από τα παιχνίδια και τις προπονήσεις, για τον δρόμο που έχει η ομάδα του, η δική του ομάδα, να διανύσει. Να αναγνωρίζει το μέγεθος και το επίπεδου του αντιπάλου – “δεν ανήκει πλέον στις μικρές ποδοσφαιρικές χώρες” – και να παραδέχεται, έστω και αστειευόμενος, πως δεν θα ήθελε να τον συναντήσει ξανά.

Και έτσι να βάζει, μόνος του, τον εαυτό του στο κέντρο του κάδρου της (όποιας) Bild. Γιατί πολύ απλά, άλλο πια δεν μπορεί να μπει. Αυτή η Ελλάδα που είδαμε σε τέσσερα διαδοχικά, άκρως απαιτητικά παιχνίδια, ούτε καν η συγκεκριμένη εφημερίδα, στην υπερβολή και στην αναζήτηση της πρόκλησης του θυμικού, μπορεί να την υποτιμήσει, να την χρησιμοποιήσει για να τσιγκλήσει. Δεν περνάει πια. Σε κανέναν. Για κανέναν. Από κανέναν. Ούτε εντός, ούτε και εκτός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου.

Δεν το επιτρέπει τούτη η ομάδα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ